Το ΟΧΙ των νεοελλήνων στο δημόσιο αγαθό

Οταν π.χ. η παραλία δεν είναι κανενός...

Αιμίλιος Ζαχαρέας, Ελευθεροτυπία, 27/08/2005

Εικόνες θλιβερές, αισθητικά αποκρουστικές δείχνουν τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ για τη συμπεριφορά των νεοελλήνων στις ελεύθερες παραλίες, όσες έχουν απομείνει ακόμα. Ικανός αριθμός συμπολιτών μας και μεταναστών ασχημονούν εις βάρος του περιβάλλοντος, φυτεύοντας τ’ αποτσίγαρα στην άμμο, αφήνοντας ή πετώντας τα σκουπίδια, πάσης φύσεως, στους θάμνους, στα δέντρα ή όπου φανταστεί κανείς!

Προσφάτως, ο δήμαρχος Μαραθώνος διαμαρτυρόταν για την κατάσταση στην παραλία του Σχινιά, όπου το ωραίο πευκοδάσος με τις κουκουναριές υφίσταται τις καθημερινές επιθέσεις των εκδρομέων, οι οποίοι, κατά τη δήλωση του δημάρχου, πετούν ακόμα και τις σακούλες των σκουπιδιών τις οποίες φέρνουν στον Σχινιά από τα σπίτια τους. Πρόκειται για χυδαιότητα, η οποία πρέπει να στιγματίζεται χωρίς ελαφρυντικά.

Πώς ερμηνεύεται όμως αυτή η συμπεριφορά των νεοελλήνων που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά; Οι Ελληνες, όταν σκέφτονται τα ηθικά στοιχεία ενός ανθρώπου, τον φαντάζονται ως άτομο με πλούσια συναισθήματα, γενναιόδωρο, αφοσιωμένο κ.λπ. Στοιχεία τέτοια είναι π.χ. η τρυφερότητα της μητέρας προς το παιδί, ο ευγενής συγκάτοικος, ο φίλος που βοηθά τον φίλο, ο αγωνιστής που θυσιάζεται για να σώσει κάποιον κ.λπ.

Η ηθική στάση ταυτίζεται με μια προσπάθεια, με μια πράξη αγάπης, πάντοτε όμως προς κάποιον και με τρόπο συγκεκριμένο. Ο νεοέλληνας δεν μπορεί να σκεφθεί ότι καλός άνθρωπος είναι εκείνος που μελετά επισταμένως τα προβλήματα των άλλων, όλων των άλλων, χωρίς εξαιρέσεις, ενώ υπολογίζει εξονυχιστικώς τις ανάγκες των πάντων. Το γεγονός πως η ελληνική ηθική βασίζεται στην αυθορμησία και στην παρώθηση προς κάποιον, κατόπιν προς κάποιον άλλον κ.λπ., τον εμποδίζει να παίρνει μια ηθική στάση απέναντι στον «οποιονδήποτε». Για τον οποιονδήποτε πρέπει να μεριμνά το κράτος, η δημόσια διοίκηση. Για τους «πάντες», εγώ, ο πολίτης, δεν ενδιαφέρομαι.

Το φαινόμενο αυτό έχει χαρακτηριστεί με πολλούς τρόπους. Οταν η οικογένεια «φροντίζει» στην παραλία να πετά τα σκουπίδια και τις ακαθαρσίες στους θάμνους, μιλάμε για «οικογενειακό αμοραλισμό», για απουσία νοήματος ζωής του πολίτη, για μια συνεχή προδιάθεση να κοιτάμε «την πάρτη μας».

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις απουσιάζει η έννοια του «δημόσιου», της κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρόκειται για μειονέκτημα της κοινωνικότητας, όχι της ηθικής. Αυτό που λείπει από την κοινωνικότητα είναι η εισαγωγή του ορθολογιστικού στοιχείου, που πρέπει να συμπληρώνει την ηθική στάση.

Στην Ελλάδα, το αίσθημα της συλλογικής αλληλεγγύης είναι ισχυρό προκειμένου για την υπεράσπιση της πατρίδας, της τοπικής κοινωνίας, του κόμματος κ.ά. Απουσιάζει όμως η ορθολογιστική συμπεριφορά με την αλληλεγγύη αυτή. Με άλλα λόγια, απουσιάζει ο οποιοσδήποτε. Ο οποιοσδήποτε είναι όλοι οι άλλοι και συνεπώς κι εγώ ο ίδιος με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι μόνον ο συγκεκριμένος άλλος, αλλά το οποιοδήποτε διαφορετικό υποκείμενο σε απόλυτη ισοτιμία.

Η αναφορά της ηθικής στάσης προς τον οποιονδήποτε προϋποθέτει την εισαγωγή του ορθολογισμού. Το αίσθημα, η αφοσίωση αναφέρονται πάντοτε σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή σε μια συλλογική οντότητα, όπως η οικογένεια, το κόμμα, η πατρίδα, η πίστη κ.λπ. Αυτό που λείπει όμως είναι το ειδικό προϊόν του ηθικού λόγου, που είναι το οποιοδήποτε άτομο!

Με τη νοοτροπία αυτή, οι κάτοικοι αυτής της χώρας αγνοούν την έννοια του δημόσιου αγαθού! Οταν ένα πράγμα ανήκει σε όλους, π.χ. η ελεύθερη παραλία, το res publica τότε δεν είναι κανενός! Ο νεοέλληνας δεν σκέπτεται τίποτα αν δεν πρόκειται για συγκεκριμένη ή συλλογική αναφορά. Γι’ αυτό ρίχνει στον δρόμο το κουτί της Coca-Cola, το πακέτο από τα τσιγάρα, τα άδεια μπουκάλια του νερού και όλα αυτά επειδή εκεί όπου αλόγιστα πετάμε τα πάντα, ήτοι σε δημόσιους χώρους, ακτές, δάση, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, άρα δεν είναι κανενός. Πρωτοστατούν τα τελευταία χρόνια στη συμπεριφορά αυτή κυρίως οι γυναίκες οδηγοί!

Το δημόσιο αγαθό δεν μας αφορά, δεν είναι δικό μας, πρέπει το κράτος, η δημόσια διοίκηση να μεριμνά γι’ αυτό! Η έννοια και το νοιάξιμο για το δημόσιο αγαθό απουσιάζει, εν πολλοίς, από τη συνείδησή μας. Ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί ότι πρόκειται για έλλειμμα παιδείας;

Η συνήθεια, τώρα, να μην ενδιαφερόμαστε για ό,τι ανήκει στον οποιονδήποτε, ήτοι σε όλους, παράγει ένα αντανακλαστικό για το περιεχόμενο των προσφερομένων ιδιωτικών και δημοσίων υπηρεσιών οι οποίες δεν έχουν ως αφετηρία τον οποιονδήποτε.

Η δομή π.χ. της ελληνικής δημόσιας διοίκησης δεν έχει ως σημείο αναφοράς την εξονυχιστική, λεπτομερή προτεραιότητα των αναγκών των πολιτών, αλλά δρα ανεξάρτητα απ’ αυτές, με άλλα λόγια η δημόσια υπηρεσία κατανοείται ακόμα και σήμερα ως δωρεά, ως παραχώρηση, ως εύνοια προς τον πολίτη, πλήρως αυτονομημένη απ’ αυτόν. Δεν απολογείται, ως οφείλει, στο κοινό αίσθημα! Ακριβώς το αντίθετο από το ορθολογιστικό μοντέλο.

Αναφορικά και πάλι με τη δημόσια διοίκηση, κανείς δεν σκέφτεται πως οι μόνοι κριτές για το πώς πρέπει να λειτουργεί μια υπηρεσία είναι οι χρήστες των υπηρεσιών αυτών. Και η προσπάθεια να βελτιωθούν οι διαδικασίες λειτουργίας στρέφεται στην έρευνα για το τι πραγματικά επιθυμούν οι πολίτες και όλες οι δεξιοτεχνίες του δημόσιου τομέα λειτουργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της ευημερίας των πολιτών. Κάτι που απουσιάζει από την αντίληψη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης από καταβολής του νεοελληνικού έθνους.

Ενα διαχρονικό, θετικό συμπέρασμα μπορεί ν’ αποκαλυφθεί από μερικές ασχήμιες των συμπολιτών μας το καλοκαίρι. Η ηθική εμπεριέχει δύο συστατικά της ίδιας βαρύτητας, ήτοι τον αλτρουισμό και την ορθολογικότητα. Ο αλτρουισμός είναι ένα αυθόρμητο «πέταγμα», που παράγεται συνεχώς στην κοινωνία και με διάφορες μορφές. Η κοινωνική, η θρησκευτική αλληλεγγύη, η πολιτική ένταξη, η αγάπη για την πατρίδα παρωθούν τα άτομα να δρουν προς όφελος των άλλων υπερβαίνοντας τον εαυτό τους.

Από μόνη της όμως αυτή η δύναμη δεν καλύπτει την έννοια της ηθικής. Η ηθική γεννάται μόνον όταν ο λόγος οδηγήσει σε αίσιο τέλος την ευγενική, αλτρουιστική παρώθηση των ανθρώπων.

Η σύγχρονη ορθολογιστική ηθική γεννάται ως απάντηση σ’ ένα ερώτημα της νεωτερικότητας. Τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι όταν επιθυμούν ορθολογιστικά και όχι μόνον συναισθηματικά να πράξουν το καλό στους άλλους, ήτοι στον οποιονδήποτε;

Στο μέτρο που το δεύτερο συστατικό της ηθικής συστρατεύεται με το αλτρουιστικό χαρακτηριστικό της, η ελληνική κοινωνία, ενδεχομένως, μπορεί ν’ αποβάλει μερικά αρνητικά στοιχεία ενός κοινωνικού τύπου της μορφής «ωχ αδελφέ, δεν βαριέσαι».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι