H ελληνική οικονομία, 1974-2004: Ένα σχεδιάγραμμα

Γιώργος Σταθάκης, Αυγή, 06/09/2005

Η περίοδος της χούντας κατέγραψε τους πιο εντυπωσιακούς ρυθμούς ανόδου της ελληνικής οικονομίας: ήταν η συνδυασμένη δράση της εκβιομηχάνισης, όπως είχε διατυπωθεί στα μεταπολεμικά σχέδια, με την άνοδο της αγροτικής οικονομίας, απαλλαγμένης πλέον από τις δημογραφικές πιέσεις, και φυσικά την εκρηκτική άνοδο της Αθήνας ως κέντρου της βιομηχανίας, των κατασκευών, των υπηρεσιών και του τουρισμού.

Η χούντα επέμεινε πολύ στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, ελληνικών ή διεθνών, και ενθάρρυνε τα μεγαλόπνοα επενδυτικά σχέδια, στα οποία προσέφερε άρση των περιορισμών που επέβαλλε η μικροϊδιοκτησία και ο κατακερματισμός της γης (Καρράς - Χαλκιδική, Έσσο Πάπας - Θεσσαλονίκη, Καραγιώργης - Πύλος, Λάτσης και Βαρδινογιάννης - Ελευσίνα, Ναυπηγεία - Ελευσίνα). Παράλληλα, προέκρινε τον Πειραιά ως εφοπλιστικό κέντρο της Μεσογείου και καλλιέργησε την ιδέα της ανάδειξης νέων κέντρων βιομηχανικής συσσώρευσης και εμπορίου στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου (Βόλος, Πάτρα, Ηράκλειο). Οι βιομηχανικές περιοχές και τα λιμάνια θα προσέφεραν την αναγκαία υποδομή.

Οι αναπτυξιακοί αυτοί σχεδιασμοί σε ελάχιστες περιπτώσεις πέτυχαν. Στις περισσότερες αποτέλεσαν καρικατούρες ανεγκέφαλων σχεδιασμών. Πολλές από αυτές τις ιδέες χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο ως ιδεολογήματα στην περίοδο του ’80 και του ’90, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Οι "πύλες" της χώρας πλήθυναν μαζί με τα "κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου", με τους περισσότερους να αγνοούν την προέλευση των "αναπτυξιακών" αυτών "ιδεών".

Η βαριά κληρονομιά όμως της περιόδου τόσο της χούντας όσο και της παλαιότερης οκταετίας Καραμανλή ήταν η ιδέα των έργων ως κυριότερου μοχλού της ανάπτυξης. Έκτοτε, και μέχρι σήμερα, οι περίοδοι ανόδου της οικονομίας ταυτίζονται με περιόδους υλοποίησης μεγάλων κατασκευαστικών έργων, ενώ οι περίοδοι ύφεσης με τη στασιμότητα σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Το χειρότερο είναι ότι η έννοια της πολιτικής για τις τοπικές κοινωνίες έτεινε να ταυτιστεί με τα έργα, και η πολιτική ενσωμάτωση των κοινωνιών αυτών διαμεσολαβήθηκε έκτοτε με την προώθηση αναγκαίων η περιττών έργων και τη διαχείριση αντικρουόμενων συμφερόντων.

Στην περίοδο της χούντας ολοκληρώνεται μια περίοδος και αρχίζει μια άλλη. Η τομή οριοθετείται με την εξάντληση, τη στιγμή της ολοκλήρωσης, του παραγωγικού προτύπου της περιόδου 1953-1973. Στη συνέχεια, η αναζήτηση ενός νέου προτύπου επέβαλε φυσικά τις αναγκαίες προσαρμογές, μια διαδικασία εκ των πραγμάτων, σύνθετη και αντιφατική, καθώς αυτή θα έπρεπε να γίνει στο πλαίσιο των διεθνών οικονομικών εξελίξεων, της κρίσης δηλαδή και της τεράστιας αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας οικονομίας.

Εντούτοις, η κύρια τομή αφορά τη σφαίρα της κατανάλωσης. Αφορά την ίδια τη μετάβαση σε μια τυπική κοινωνία της κατανάλωσης, όπως αυτή σχηματίστηκε στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο. Επρόκειτο για τη μετάβαση σε μια κοινωνία όπου τα καταναλωτικά πρότυπα θα αποκτούσαν πρωτόγνωρη ομοιογενοποίηση: τηλεόραση, σουπερμάρκετ, αυτοκίνητο, διαρκή καταναλωτικά αγαθά, διαμέρισμα, εξοχικό, αργότερα τουρισμός και χόμπυ.

Η τομή λοιπόν έγινε κάπου εκεί, μέσα στη χούντα. Η φυγή προς την κοινωνία της μαζικής κατανάλωσης ήταν ορατή. Ο μπακάλης εξαφανιζόταν μαζί με τα "χύμα" και τα "βερεσέδια", καθώς και μια πληθώρα παραδοσιακών τεχνικών διαχείρισης της μαζικής φτώχειας. Μαζί εξαφανίζονταν και μια πληθώρα παραδοσιακών επαγγελμάτων, από τον ράφτη μέχρι τον παπουτσή και από το καπηλειό μέχρι τον κρασά. Εξαφανιζόταν μια συμπαγής τάξη μεροκαματιάρηδων και μικροεμπόρων που είχε αποτελέσει βασικό πυλώνα της μεταπολεμικής κοινωνίας. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο αυτή έφθανε σχεδόν το 30% του αστικού πληθυσμού, μα πλέον αποτελούσε μια οικτρή μειοψηφία. Η εξωτερική μετανάστευση απορροφούσε κάθε πλεονάζον στρώμα, και αυτά δεν ήταν κατ’ ανάγκη τα φτωχότερα αλλά σίγουρα τα πιο ζωτικά.

Στη θέση τους ξεπρόβαλλαν μισθωτά και μικροαστικά στρώματα, με προσδοκίες, και κυρίως αιτήματα για άμεση συμμετοχή σε αυτό που ήταν ήδη υπαρκτό: την ομοιογενοποιημένη κατανάλωση.

Οι οικονομικές πραγματικότητες κάθε άλλο παρά δημιουργούσαν αυτόματες προσαρμογές. Οι μισθοί ήταν χαμηλοί, ή σχετικά χαμηλοί, και έτσι θα παρέμεναν και στις επόμενες δεκαετίες. Στις μισθωτές τάξεις θα γενικευόταν η απασχόληση και της γυναίκας, ενώ διαρκής θα ήταν η αναζήτηση συμπληρωματικών πηγών εισοδημάτων. Και οι πηγές αυτές ήταν εν δυνάμει δύο: η πολυσθένεια, η ενασχόληση δηλαδή με διαφορετικές οικονομικές δραστηριότητες και η κερδοσκοπία πάνω στη γη.

Το απόθεμα κεφαλαίου στην ελληνική κοινωνία μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ταυτισμένο με τη γη. Κάθε περίοδος ανόδου χαρακτηρίζεται από την κερδοσκοπία, και η κερδοσκοπία είχε πλέον σε μεγάλες περιοχές της χώρας αντικείμενο: τη γη. Δεν ήταν πλέον μόνο η αντιπαροχή, αλλά η ατέλειωτη ενσωμάτωση γης στην αστική δόμηση, σε κατοικία, κύρια και παραθεριστική, και κυρίως σε τουριστική ανάπτυξη. Χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα γης αποκτούσαν αστική αξία, με μια απλή πράξη καταστατικής αλλαγής στη χρήση της. Οι άνθρωποι άρχισαν να μετρούν και να ξαναμετρούν τα αποθέματα τους. Τα βουνά αποκλείστηκαν οριστικά και εγκαταλείφθηκαν. Ο ήλιος και η θάλασσα έδειχναν το μέλλον.

Η Αθήνα, που αποτέλεσε το κατεξοχήν πεδίο της συσσώρευσης στην περίοδο 1953-1973, μετατρεπόταν τώρα στο επεκτεινόμενο μητροπολιτικό κέντρο που θα ενσωμάτωνε διαρκώς νέες περιοχές. Τα νησιά του Αργοσαρωνικού και οι Κυκλάδες, οι παραθαλάσσιοι άξονες στην Πελοπόννησο, σχεδόν μέχρι την Πάτρα, η Νότια και Ανατολική Στερεά, η Εύβοια, εντάσσονταν στην άμεση επέκταση της αθηναϊκής μητρόπολης. Αργότερα, οι ακτίνες αυτές θα διέσχιζαν ακόμα μακρύτερες περιοχές προς κάθε κατεύθυνση και στην πιο πρόσφατη περίοδο θα έφθαναν μέχρι και την επανένταξη, έστω επιλεκτικά, ορισμένων ορεινών περιοχών.

Στην επόμενη εικοσαετία άνθησε αυτό που συγκροτούσε το απόλυτο κερδοσκοπικό όνειρο παλαιών και νέων στρωμάτων. Η μεταμόρφωση σταδιακά της ίδιας της φτωχής Αθήνας, γειτονιών όπως η Κοκκινιά, η Καισαριανή, το Περιστέρι, το Κερατσίνι, που δίπλα στο Λουτράκι, την Ακράτα, τη Μονεμβασιά, το Γαλαξίδι, την Εύβοια και τα νησιά δημιούργησαν μια ενιαία μητροπολιτική οικονομία: μια οικονομία υπηρεσιών και κατασκευών, μια οικονομία δομημένη γύρω από το εμπόριο, την οικοδομή, την ψυχαγωγία και πολλών, μα πολλών υπηρεσιών.

Η τουριστική Κρήτη, η Ρόδος και η Κέρκυρα, ήταν τα σύμβολα που έρχονταν από το παρελθόν και τα οποία αξιοποίησαν στο έπακρο ένα απλό στατιστικό δεδομένο: τουρισμός από ένα εκατομμύριο ξένων το 1975 έφτασε τα δώδεκα το 1995.

Αυτή η μεταμόρφωση γινόταν από τη φύση της αντιαναπτυξιακή, με την ανάπτυξη νοούμενη ως βιομηχανική και αγροτική παραγωγή. Από τη Χαλκιδική μέχρι την Κρήτη η γη ως τόπος κατανάλωσης και άντλησης εισοδημάτων συγκρουόταν με το παραγωγικό δίκτυο: με τα ορυχεία της Χαλκιδικής, τους βοσκοτόπους και τα θερμοκήπια της Κρήτης, τις βιομηχανικές μονάδες σχεδόν παντού. Η Αθήνα απωθούσε πλέον τη βιομηχανία της προς Βορρά και η αποβιομηχανοποίησή της έπαιρνε εκρηκτικές διαστάσεις ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι νέοι άξονες της πόλης ήταν η Κηφισίας και ο παραλιακός άξονας με τα εμπορικά καταστήματα και τις νέες υπηρεσίες, ενώ, πιο πρόσφατα, η μεταμόρφωση της Πειραιώς, του κατεξοχήν βιομηχανικού δρόμου δηλαδή.

Ταυτόχρονα ήταν μια οικονομία βαθιά αντιοικολογική. Η αστική και τουριστική ανάπτυξη δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει τη φτηνή μέθοδο της Αθήνας. Αυθαίρετα, καταπατήσεις, άναρχη δόμηση, αποστροφή στις υποδομές. Σε συνδυασμό με τις απότομες αλλαγές στο καταναλωτικό πρότυπο δημιουργήθηκαν, σχεδόν στο σύνολο των περιοχών της χώρας, εκρηκτικά προβλήματα. Οι υδάτινοι πόροι πιέζονταν παντού. Η διαχείριση σκουπιδιών και λυμάτων σύντομα βρέθηκε εκτός ελέγχου. Οι παραλίες μεταμορφώθηκαν σε μπαζωμένους δρόμους με κατοικίες και υπηρεσίες αναψυχής. Η ελληνική κοινωνία δημιουργούσε με ταχύ ρυθμό οικολογικά προβλήματα που προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από την κατανάλωση και την κατάχρηση φυσικών αισθητικών πόρων.

Η ελληνική γεωργία, με την τεράστια ώθηση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, διπλασίασε σε μια δεκαετία τα εισοδήματα αγροτών που συνέχιζαν να παράγουν προϊόντα τα οποία λίγη ή μικρή σχέση είχαν με τις πραγματικές εξελίξεις στις αγορές. Η αύξηση της παραγωγής όμως, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ήταν περιορισμένη και η συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ έβαινε έκτοτε σταθερά μειούμενη. Το ίδιο και η απασχόληση. Σήμερα, με 500.000 αγροτικά νοικοκυριά συγκροτούμε τη χώρα με τον μεγαλύτερο αγροτικό πληθυσμό στον μεσογειακό Νότο. Οι μειώσεις στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία ήταν ακόμα μεγαλύτερες, ενώ η εξάρτηση της ελληνικής γεωργίας από τις επιδοτήσεις της ΚΑΠ την καθιστούν περισσότερο εξαρτώμενη από οποιαδήποτε άλλη μεσογειακή χώρα. Εκεί η επιχειρηματική γεωργία επεκτάθηκε γρηγορότερα, συνήθως με τη μετεξέλιξη των ίδιων των συνεταιρισμών. Με την εκμηχάνιση και την τεχνολογία να έχει φθάσει στα όριά της, η γεωργία μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σ’ ένα φθίνοντα κλάδο της ελληνικής οικονομίας με μικρή συμβολή στο ΑΕΠ και σταδιακά όλο και μικρότερη συμβολή στην απασχόληση. Χάριν της σύγκρισης, έχει σημασία να τονιστεί ότι το 2005 οι απασχολούμενοι στην εκπαίδευση κάθε βαθμίδας έχουν φθάσει τις 330.000. Σε δέκα χρόνια από σήμερα, οι εκπαιδευτικοί θα είναι περισσότεροι από τους αγρότες.

Οι εξελίξεις στη βιομηχανία ήταν ισοδύναμα δραστικές. Η απασχόληση έμεινε κολλημένη στις 300.000 για τριάντα χρόνια και οι ενδιάμεσοι κλάδοι που αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος την περίοδο της εκβιομηχάνισης εξαφανίστηκαν. Από κοντά δοκιμάστηκε η παραδοσιακή υφαντουργία και ο πιο όψιμος κλάδος του ενδύματος. Έτσι η ελληνική βιομηχανία επέστρεψε στην κλασική της μορφή, κάπως παρακινδυνευμένα θα μπορούσε να πει κανείς, στην προπολεμική της μορφή. Ελαφριά βιομηχανία (κυρίως τρόφιμα, καπνά και ποτά), και κλάδοι συνδεδεμένοι με την οικοδομή (τσιμέντο, σίδερο, οικοδομικά υλικά, έπιπλα, κ.λπ.). Η αναδιάρθρωση συμπαρέσυρε το σύνολο των κλάδων των διαρκών καταναλωτικών αγαθών (οικιακές συσκευές, αυτοκίνητο) που είχαν αναπτυχθεί υπό το καθεστώς της δασμολογικής προστασίας. Νέες μικρότερης εμβέλειας κλάδοι μπορεί να σχηματίστηκαν, εντούτοις οι βιομηχανικές εξαγωγές της χώρας υποδεικνύουν στις μέρες μας μια πλήρη διαφοροποίηση σε πολλές και μικρές κατηγορίες εξαγωγών αποτρέποντας κάθε ιδέα για συστηματική εξειδίκευση σε ένα η περισσότερους κλάδους.

Δύο κλάδοι της οικονομίας παρέμειναν εξαιρετικά αναπτυσσόμενοι: ο τουρισμός και η ναυτιλία. Για τον πρώτο μιλήσαμε παραπάνω. Ο κύκλος του υπερδεκαπλασιασμού του σε δύο εικοσαετίες έκλεισε, και τα τελευταία χρόνια φαντάζει σταθεροποιημένος στην σημερινή του κλίμακα. Η ελληνόκτητη ναυτιλία μετά από μια δεκαετία στασιμότητας, το ’70, αυξήθηκε με ραγδαίους ρυθμούς ειδικότερα στη δεκαετία του ’90. Παρά τον αφελληνισμό των πληρωμάτων η εισροή ναυτιλιακού συναλλάγματος παρέμεινε εξαιρετικά υψηλή, και στις μέρες μας είναι ίση, αν όχι λίγο μεγαλύτερη, από αυτή του τουρισμού. Πρόκειται για μια τεράστια διακίνηση κεφαλαίων, χωρίς κατ’ ανάγκην αυτά να αποτελούν επενδυτικούς πόρους, αλλά σίγουρα συγκροτούν ένα μοναδικό πεδίο δημιουργίας εισοδημάτων και κατανάλωσης.

Παράλληλα, και επί μια δεκαετία (1965-1975), σημαντική ήταν η εισροή μεταναστευτικού συναλλάγματος. Η παλιννόστηση, μετά το 1975, διόγκωσε σημαντικά τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων (μικρεμπόριο, βιοτεχνία, μεταφορές).

Έχουμε σκιαγραφήσει ήδη τους τρεις ισοδύναμους πόλους εισροής συναλλάγματος στη χώρα. Ο παραγωγικός τομέας (από κοινού γεωργία και βιομηχανία), ο τουρισμός και η ναυτιλία επιμερίζονται ισοδύναμα το σύνολο των συναλλαγματικών εισροών στην οικονομία.

Η υπόλοιπη οικονομία παραμένει απόλυτα προσανατολισμένη στην εγχώρια αγορά. Εμπόριο, τράπεζες, ασφάλειες, κατασκευές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μέσα μαζικής ενημέρωσης, συγκοινωνίες, διαφήμιση, πολιτιστική βιομηχανία, εκπαίδευση, υγεία κ.ο.κ. Σε όλους αυτούς τους τομείς η αφετηρία έφερε το τεράστιο βάρος του δημόσιου τομέα, είτε ως άμεσου παραγωγού των υπηρεσιών αυτών είτε ως βασικού αγοραστή. Η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε. Το δημόσιο διπλασίασε τη συμμετοχή του στο ΑΕΠ τα τριάντα αυτά χρόνια από 25 σε 50% του ΑΕΠ. Οι βασικές δαπάνες, πέρα από τις αμυντικές, είναι η κοινωνική ασφάλιση, η παιδεία και η υγεία και φυσικά η δημόσια διοίκηση.

Για ένα διάστημα, στη δεκαετία του ’80, το δημόσιο έφερε το βάρος των προβληματικών επιχειρήσεων, αυτών δηλαδή που είχαν κρατικοποιηθεί από τη Ν.Δ. στη δεκαετία του ’70, και οι οποίες σταδιακά έκλεισαν. Η επέκταση των δημόσιων δαπανών στη δεκαετία του ’80, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομικής κρίσης, οδήγησε στο δανεισμό περίπου ενός ΑΕΠ μέσα στη δεκαετία. Η επιβολή σταθεροποιητικών προγραμμάτων το ’85-’87 ή περιοριστικών πολιτικών το ’90-’93 και το ’96-99 κλήθηκε να διαχειριστεί την παράλληλη επέκταση των δημοσίων δαπανών με την εξυπηρέτηση του χρέους. Η οικονομική πολιτική παρέμεινε δέσμια, έτσι κι αλλιώς, αυτής της ιδιότυπης μετάλλαξης της ελληνικής οικονομίας και επί μια ολόκληρη εικοσαετία ο τόνος ήταν αποκλειστικά και μόνο στη σταθεροποίηση.

Η αποσιώπηση του αναπτυξιακού σκέλους δεν ήταν συμπτωματική. Το κράτος παρατηρούσε αμέτοχο την επιδείνωση του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, τόσο της γεωργίας όσο και της βιομηχανίας και εμπλεκόταν όλο και περισσότερο στη διασφάλιση των νέων επιχειρηματικών συμφερόντων στους αναπτυσσόμενους κλάδους. Όλο το σύστημα της διαπλοκής κυβέρνησης και επιχειρηματικών ομίλων στηρίχθηκε στη δεκαετία του ’90 στο κύκλωμα των δημόσιων προμηθειών, των ιδιωτικών ΜΜΕ και του περίφημου κατασκευαστικού τομέα, που με την Ολυμπιάδα απέκτησε προνομιακή πρόσβαση στους ευρωπαϊκούς πόρους.

Όμως, η επιστροφή στο παραδοσιακό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας απαιτούσε εργατικό δυναμικό το οποίο αδυνατούσε να προσφέρει πλέον η ελληνική κοινωνία. Η μαζική μετανάστευση της δεκαετίας του ’60, ενάμισι εκατομμυρίου οικονομικά ενεργού πληθυσμού είχε απορροφήσει κάθε δυνητικά διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Η δημογραφική κρίση επιδείνωσε το πρόβλημα. Η νέα δομή της οικονομίας οδηγούσε τα νέα στρώματα στην επιλογή μισθωτών μεν θέσεων εργασίας, αλλά στους γοργά αναπτυσσόμενους νέους τομείς των υπηρεσιών και φυσικά στη δημόσια απασχόληση. Η μαζική εισροή μεταναστών κατέστησε εφικτή, ταυτόχρονα, την αναζωογόνηση της αγροτικής παραγωγής, τη διατήρηση της βιοτεχνικής και βιομηχανικής δραστηριότητας και την τεράστια επέκταση των κατασκευών.

Η μητροπολιτική Αθήνα ασκεί πλέον τον έλεγχο στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Η περιφερειακή ανάπτυξη είναι εντελώς ξεπερασμένη έννοια, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν πλέον περιφερειακές οικονομίες σχετικά αυτόνομες ή ανεξάρτητες από την μητροπολιτική οικονομία. Ούτε η σημερινή γεωργία, ούτε ο τουρισμός συγκροτούν αυτόνομα από το μητροπολιτικό κέντρο πεδία οικονομικής συγκρότησης Η μητροπολιτική Αθήνα ενσωματώνει με εκπληκτική ταχύτητα κάθε τοπική οικονομική δραστηριότητα άξια λόγου, από το εμπόριο (με τις αλυσίδες καταστημάτων) μέχρι τις κατασκευές, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες. Η σχετική σταθεροποίηση του πληθυσμού της περιφέρειας και η σχετική σύγκλιση των δεικτών εισοδημάτων και κατανάλωσης είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης αυτής.

***

Ας κλείσουμε με μια σύντομη σημείωση για τις διεθνείς οικονομικές αλλαγές, που σχετίζονται φυσικά με τη συνολική αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας στις δεκαετίες του ’70 και ’80: την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας και τη μεταφορά της σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, την ανάπτυξη της βιομηχανία του κέντρου σε κλίμακες που να καλύπτουν ευρύτερες και όχι εθνικές αγορές, και φυσικά τη άνοδο βιομηχανιών και δραστηριοτήτων που φέρουν το βάρος των νέων τεχνολογιών. Η ελληνική οικονομία κλονίστηκε από το πρώτο γεγονός, μερικά από το δεύτερο και δεν συμμετείχε στο τρίτο. Προσαρμόστηκε επιστρέφοντας στα πιο παραδοσιακά μονοπάτια. Αυτά την καθιστούσαν από πρώτη άποψη πιο συμβατή με τις παγκόσμιες ανακατατάξεις. Ταυτόχρονα, απαιτούσαν τις λιγότερες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, ενώ βρήκε την ενεργό υποστήριξη των νέων ισχυρών οικονομικών ομάδων.

Η νομιμοποίηση εξάλλου ήταν λιγότερο επώδυνη από όσο φάνταζε στην περίοδο της ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας στη δεκαετία του ’70. Τα συνδικάτα μετατρέπονταν σταθερά σε προνομιακούς χώρους των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας εξαιρέθηκε σύντομα από τις μέριμνες των συνδικάτων και ο επιχειρηματικός κόσμος αποδέχθηκε την υπάρχουσα κατάσταση με ανακούφιση. Οι απεργίες εξαφανίστηκαν από τον ιδιωτικό τομέα και παρέμειναν μοναδικό προνόμιο στο χώρο της δημόσιας απασχόλησης. Οι αγρότες αντέδρασαν κατά περιόδους, συχνά με ένταση, μόνο που η διάλυση των παραδοσιακών θεσμών (συνεταιρισμοί, σύλλογοι κλπ.) κατέστησαν τις αντιδράσεις διαχειρίσιμες. Η έλλειψη θεσμών μετατράπηκε σε έλλειψη πιο πάγιων αιτημάτων.

Η σημερινή ελληνική οικονομία έχει μικρή έως ελάχιστη σχέση με την αφετηρία της κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Μπορεί το παραγωγικό πρότυπο να στράφηκε στο παρελθόν, μπορεί το πολιτικό σύστημα να προσαρμόστηκε στις πιο παραδοσιακές συνταγές, μπορεί οι κοινωνικές νοοτροπίες να παραμένουν τόσο πανομοιότυπες με αυτές άλλων εποχών, αλλά, παρ’ όλα αυτά, η σημερινή ελληνική οικονομία και κοινωνία σε τίποτα δεν θυμίζει την αφετηρία της. Το δεύτερο μισό του αιώνα μάς κληροδότησε μια μεγάλη ιστορική τομή: τη διπλή μεταμόρφωση τόσο του αγροτικού όσο και του αστικού χώρου. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται πλέον η ίδια η μητροπολιτική οικονομία της Αθήνας. Οι κοινωνικές αντιθέσεις σε μια μητροπολιτική οικονομία αποκτούν την πολυμορφία μιας ιδιόρρυθμης κοινωνικής διαστρωμάτωσης που δεν ταυτίζεται με τις παραδοσιακές ταξινομήσεις. Αυτό όμως προϋποθέτει αναλύσεις που αναμένουμε και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι προς το παρόν διαθέσιμες.

Ο Γιώργος Σταθάκης διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι