Ένα κομμένο κείμενο για μια κομμένη γλώσσα

Διονύσης Γουσέτης, Αυγή, 03/09/2005

Ο Γιώργος Τσιάκαλος δήλωσε ότι θα το διανείμει στους φοιτητές του, «για να μη στερηθεί η Θεσσαλονίκη τον ορθό λόγο». Μιλώ για το άρθρο του Θανάση Τριαρίδη για τη μακεδονική γλώσσα, που έκοψε στις 14 Αυγούστου η κυριακάτικη «Μακεδονία». Το κόψιμο σήμανε και το τέλος της συνεργασίας του με αυτήν. Δεν κατηγορώ την εφημερίδα για λογοκρισία, αφού ούτε ο αρθρογράφος το κάνει. Εκφράζω μόνο θλίψη για τον ισχυρισμό της ότι το κόψιμο έγινε «για λόγους αρχής». Θλίψη, μα όχι έκπληξη. Τέτοιες ανέκαθεν οι αρχές της ανάδελφης κοινωνίας μας. Αναδημοσιεύω κάποια αποσπάσματα (ο χώρος δεν επαρκεί για το πλήρες κείμενο), για να μη στερηθούν τον ορθό λόγο ούτε οι αναγνώστες της «Αυγής».

*

[…] Θα σας μιλήσω για κάποιους συμπολίτες μας (μεταφορικά: για κάποια πουλιά στο δάσος του κόσμου), στους οποίους, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, απαγορεύτηκε να μιλήσουν τη γλώσσα της μάνας τους, να τραγουδήσουν τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια ετούτης της γλώσσας, να δηλώσουν μεγαλόφωνα την ταυτότητα τους – να αυτοπροσδιοριστούν. Είναι οι Μακεδόνες: οι πολίτες της χώρας μας που ονομάστηκαν από τον κυρίαρχο εθνοφασισμό «νεζνάμηδες», (δηλαδή οι άνθρωποι που απαντούν νεζναμ – που σημαίνει δεν ξέρω), πληρώνοντας τα λύτρα του ολέθριου μύθου περί «ομοιογενούς έθνους-κράτους». Είναι οι άνθρωποι που στο πρόσωπό τους βλέπουμε (ή πιο σωστά: πρέπει να αναζητήσουμε) τον καθρέφτη της θεσμικής βίας μας, την κτηνωδία του εθνικισμού μας.

Γνώρισα στη ζωή μου κάμποσους τέτοιους ανθρώπους, πολίτες της Ελλάδας, που

μιλούν τη μακεδονική γλώσσα – ανθρώπους που υποχρεώθηκαν να αυτοακρωτηριαστούν για να επιβιώσουν, να αποκρύψουν τη γλώσσα της μάνας τους πληρώνοντας τα ακατανόητα λύτρα του εθνοφασισμού που έγινε στην Ελλάδα κυρίαρχη ιδεολογία. Κι’ όση προπαγάνδα κι αν μας γεμίζει η εκπαίδευση του τρόμου μας, η θρησκεία της απάνθρωπης αυτοκατάφασης, τα μαζικά μέσα της ιδεολογικοποιημένης φενάκης και η πολιτική δημαγωγία, δύσκολα μπορεί να κρυφτεί η μουγκή αλήθεια: ο κυρίαρχος ελληνικός εθνικισμός έθεσε έναν πληθυσμό και μια γλώσσα υπό διωγμόν – μια γλώσσα με την οποία ερωτεύονταν, αγαπιούνταν και ονειρεύονταν χιλιάδες άνθρωποι. Για δεκαετίες κανείς δεν μπορούσε να αντιδράσει – και όταν κάποιοι λιγοστοί που όρθωσαν το ανάστημά τους στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 (ήταν οι ίδιοι που αργότερα συγκρότησαν την πολιτική κίνηση του Ουρανίου Τόξου) χαρακτηρίστηκαν μονομιάς από τους λογής εθνοφασίστες ως «προδότες» και «πράκτορες» - απέκτησαν δηλαδή έναν τίτλο τιμής...

[…] Υπάρχουν πολίτες της χώρας μας (λίγοι ή πολλοί, αυτό είναι αδιάφορο)

που αυτοπροσδιορίζονται ως εθνικά Μακεδόνες ή εθνικά Τούρκοι: αν πιστεύουμε,

έστω και ελάχιστα, στα ανθρώπινα δικαιώματα οφείλουμε να κατεβούμε με την ίδια

ζέση στον δρόμο και να διεκδικήσουμε το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού τους, το

δικαίωμα τους να είναι εθνικά Τούρκοι ή εθνικά Μακεδόνες ή ό,τι άλλο επιθυμούν.

Κάθε περιστολή ετούτου του δικαιώματος (όπως ο άθλιος ισχύων νόμος του 1982 που, κόντρα σε κάθε αρχή δικαίου, στους «μη εθνικά Έλληνες» πολιτικούς πρόσφυγες να γυρίσουν στην Ελλάδα και να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους) είναι μια προσχώρηση στον φασισμό – μια προσχώρηση στην τελετουργία της βίας και του

φόβου.

Κι αν τα έθνη είναι φονικές κατασκευές οι ανθρώπινες γλώσσες είναι το όργανο του

ανθρώπινου λόγου, αυτό που μας επιτρέπει να εκφραζόμαστε και εν τέλει να ζούμε.

Όποιος, στο όνομα του εθνοφασισμού του ή της πολιτικής του, ακρωτηριάζει μια

γλώσσα ή εμποδίζει την ελεύθερη ομιλία της διαπράττει ένα έγκλημα κατά ολόκληρης της ανθρωπότητας – παρόμοια με αυτόν που ξεραίνει έναν ποταμό ή νεκρώνει μια λίμνη. Και αυτό το έγκλημα το έκαναν όλα τα εθνικά κράτη τα τελευταία διακόσια χρόνια σε βάρος των «μειονοτικών» γλωσσών (κι ας μην υπάρχει «λάθος» γλώσσα όπως δεν υπάρχει «λανθασμένη θάλασσα»). Η εθνικιστική Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση: το ελληνικό κράτος από το 1913 και μετά και για ολόκληρο τον 20ο αιώνα κυνήγησε, ενοχοποίησε, απαγόρευσε, κατέστειλε και ταπείνωσε όσους μιλούσαν τα μακεδονικά, όσους ένιωθαν πως έχουν μια άλλη ταυτότητα από αυτήν που επέβαλε η κυρίαρχη πλειοψηφία. Οι αδιάκοπες απειλές, τα μουρουνόλαδα, οι αποκλεισμοί, το ξύλο, οι εκτοπίσεις, οι φυλακίσεις, η χρήση του φόβου ως μεθόδου πειθαναγκασμού συνιστούν τον ορισμό της θεσμικής εθνικιστικής βίας πάνω στην ανθρώπινη έκφραση (δηλαδή: πάνω στο ανθρώπινο σώμα). Και τούτη η αθλιότητα συνεχίζεται μέσα στις μέρες μας, ως κηλίδα ντροπής αυτού που με ευκολία περισσή ονομάζουμε «στέρεη δημοκρατία»• γιατί δημοκρατία δίχως αυτοπροσδιορισμό δεν υπάρχει – με την ίδιο τρόπο που δεν υπάρχουν άνθρωποι δίχως όνομα ή άνθρωποι δίχως γλώσσα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι