Εργασία, εργατική δύναμη και Αριστερά

Βασίλης Ζουναλής, Αυγή της Κυριακής, 11/09/2005

Διάβαζα προ ημερών ότι "η αέναη αντιπαράθεση αυτών που μισθώνουν την εργασία τους και αυτών που κατέχουν τα μέσα της εργασίας συνιστά μία πραγματικότητα"~ ("Ζήτημα πρώτον: η εργασία", του Δ. Χασάπη, Η Αυγή, 2 Σεπτεμβρίου).

Ώστε, αυτό που μισθώνουν, αυτό που πουλάνε οι μισθωτοί στ’ αφεντικά τους, είναι η εργασία τους; Ασφαλώς όχι, τουλάχιστον για πολλούς αριστερούς. Ο μισθωτός δεν πουλάει στον καπιταλιστή την εργασία του αλλά την εργατική δύναμή του. Επιπλέον, ο καπιταλιστής δεν "κατέχει τα μέσα της εργασίας" αορίστως, είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής.

Οφείλω να επεξηγήσω πάραυτα τους λόγους για τους οποίους άρπαξα απ’ τα μαλλιά αυτή την ευκαιρία ώστε να επαναφέρω, στην εκ νέου έντονη αντιπαράθεση για τις προϊούσες αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς, τη μαρξική έννοια εργατική δύναμη.

Στόχος μου δεν είναι ο Δημήτρης Χασάπης, ο οποίος ίσως υπήρξε απλώς απρόσεκτος εν τη ρύμη του λόγου του (σημειώνω, πάντως, ότι ο όρος εργατική δύναμη δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στην εν λόγω επιφυλλίδα του). Στόχος μου, επίσης, δεν είναι το κύριο άρθρο της κυριακάτικης Αυγής (4 Σεπτεμβρίου) με τον πλανερό τίτλο "Πρόταση-επίθεση (των βιομηχάνων) κατά της εργασίας" (για φθηνότερη εργατική δύναμη κόπτονται οι βιομήχανοι). Στόχος δεν είναι, τέλος, κάποιος άλλος σύντροφος ή όργανο του χώρου μας. Στόχος μου είναι το ακυριολεκτικόν του αριστερού λόγου και για τα ζητήματα της ανεργίας, των συνθηκών εργασίας, για τα θύματα της παγκοσμιοποίησης και λοιπά συναφή.

Δυο λόγια, κατ’ αρχάς, για την ιστορικοθεωρητική περιπέτεια της έννοιας εργατική δύναμη. Αυτή η έννοια εμφανίσθηκε σχετικά αργά στο έργο του Μαρξ (1857, Grundrisse) προκαλώντας μια πλήρη θεωρητική αναδόμηση στην υπερεργασία, στη θεωρία της υπεραξίας και στο καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Οι προηγούμενες αναλύσεις για τον ειδικό χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας στον καπιταλισμό [α) ο μισθωτός φτιάχνει από το προϊόν την ιδιοκτησία του καπιταλιστή μετασχηματίζοντάς την σε κεφάλαιο, μια ξένη και εχθρική δύναμη, με συνέπεια την αλλοτρίωση της ίδιας της ουσίας του εργάτη (επιρροή Φόυερμπαχ) και β) η ρητή θεμελίωση της αξίας στην κοινωνικά αναγκαία διάρκεια εργασίας (επιρροή Ρικάρντο)] μορφοποιούνται έκτοτε σε βαθμό που κατάστησε δυνατή μια συνεκτική και κατανοητή θεωρία της υπεραξίας και όχι μόνον.

Η εκτόπιση της ανορθολογικής έννοιας "αξία της εργασίας" και η κατάληψη της θέσης της από την έννοια "αξία της εργατικής δύναμης" δεν ήταν απλώς μια ευρηματική άρση της αντίφασης του προσδιορισμού της αξίας της "εργασίας" διά της ενσωματωμένης αναγκαίας εργασίας(!), ήταν μια σημαντική ανακάλυψη.

Καθόσον, πώς ήταν δυνατό να καθορισθεί η αξία της "εργασίας" Δια της ενσωματωμένης αναγκαίας εργασίας; Αδιέξοδο. Αδιέξοδη, επίσης, και η απόπειρα να καθορισθεί η αξία αυτού του εμπορεύματος βάσει της αρχής της κλασικής οικονομίας "η αξία ενός εμπορεύματος ισούται με τις δαπάνες παραγωγής του". Ποιες είναι, όμως, οι δαπάνες παραγωγής της "εργασίας" Νέο αδιέξοδο, μια και αυτές οι δαπάνες δεν είναι καταγράψιμες. Αυτό που οι κλασικοί οικονομολόγοι αναζητούσαν ως δαπάνες παραγωγής της εργασίας δεν ήταν παρά οι δαπάνες παραγωγής αυτού του ίδιου του ζωντανού εργάτη! Θεωρώντας, όμως, ότι αυτό που πουλάει ο μισθωτός στον καπιταλιστή δεν είναι η "εργασία" του (την οποία, εξάλλου, πρέπει πρώτα να εκτελέσει), αλλά θέτει στη διάθεση του καπιταλιστή την εργατική δύναμή του, όλα τα αδιέξοδα εξαφανίζονται. Μαζί τους εξαφανίζονται και οι ιδεολογίες της εργασίας.

Η εργατική δύναμη αντιστοιχεί στην ανθρώπινη ενέργεια που διατίθεται στην παραγωγική διαδικασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ώστε τα αντικείμενα να μετασχηματισθούν σε εμπορεύματα, έχοντας καταστεί ήδη αυτή η ίδια εμπόρευμα. Η εργατική δύναμη είναι αφ’ ενός ένα εμπόρευμα, όπως όλα τα άλλα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και αφ’ ετέρου είναι ένα ιδιάζον εμπόρευμα: έχει την ιδιαίτερη ιδιότητα να είναι μια δύναμη που δημιουργεί αξία, είναι μια πηγή επιπλέον αξίας (υπεραξίας) που δεν κατέχει η ίδια.

Δεν θεωρώ απαραίτητο να μακρηγορήσω εδώ για τα ανωτέρω, ούτε θα μπω στον πειρασμό να επιχειρηματολογήσω εναντίον εκείνων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Πιέρο Σράφα έστειλε δήθεν στα αζήτητα τις σχετικές απόψεις του Μαρξ. Στόχος, είναι, το ξανατονίζω, η ακυριολεξία του λόγου μας για τα ζητήματα της ανεργίας, για τις συνθήκες εργασίας, για το ότι οι επιχειρηματίες δεν αφήνουν ανεκμετάλλευτη καμιά "σημαία ευκαιρίας" κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού. Γι’ αυτό και διατυπώνω, χωρίς άλλες περιστροφές, την ακόλουθη θέση: το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πραγματικότητας του τωρινού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η έτι περαιτέρω σταδιακή απαξίωση του εμπορεύματος εργατική δύναμη (χειρωνακτική και πνευματική). Η εργασία δεν απειλείται, έχει ζωή ατελεύτητη. Η εργατική δύναμη υποτιμάται.

Δοθέντος του ότι υπάρχει εδώ και χρόνια πλεονάζουσα εργατική δύναμη παγκοσμίως, γεγονός που θα χαρακτηρίζει και το προβλεπτό μέλλον (ας όψεται η παγκοσμιοποίηση, ο χρηματιστηριακός τζόγος και κυρίως οι αλλαγές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ελέω νέων τεχνολογιών), η προσφορά εργατικής δύναμης είναι και θα είναι πολλαπλάσια της ζήτησης με συνέπεια τη συνεχή μείωση της τιμής της.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει σήμερα καμιά δύναμη ικανή να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα. Έχουμε χάσει, προ πολλού, το τρένο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης. Αλλά και το τρένο του "δημοκρατικού δρόμου" για τον σοσιαλισμό εκτροχιάσθηκε. Το να μένουμε με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας καλύτερες ημέρες ή το να αναμασάμε τα ίδια κλαψουρίζοντας απλώς για το "δικαίωμα στην εργασία", για τα "κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων", για το ιερόν και όσιον 8ωρον, περιοριζόμενοι στο να κατακεραυνώνουμε τους κακούς και αδηφάγους επιχειρηματίες που πετούν στο δρόμο τόσους και τόσους εργαζομένους καθώς και τις κυβερνήσεις που δεν κάνουν κάτι για να σταματήσουν το κακό και στο να διαδηλώνουμε εναντίον της παγκοσμιοποίησης, δεν οδηγεί πουθενά, είναι ανούσιον. Η τύχη της Αριστεράς, μιας τέτοιας παγκόσμιας Αριστεράς, είναι προδιαγεγραμμένη: προϊούσα απαξίωσή της παράλληλη με την απαξίωση της εργατικής δύναμης.

Το να ισχυρισθώ ότι πρέπει να αλλάξουμε ρότα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία ευχή. Δεν πιστεύω στην αποτελεσματικότητα των ευχών. Πιστεύω, όμως, πως η δύναμη και οι δυνατότητες του πνεύματος είναι απεριόριστες. Ας μην ξεχνάμε πως το κομμουνιστικό και γενικότερα το σοσιαλιστικό κίνημα ήταν και πνευματικό κίνημα, ένα κίνημα που μίλησε στις ψυχές των ανθρώπων. Ας αποφασίσουμε να ξαναμιλήσουμε κι εμείς στις ψυχές των ανθρώπων, όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων, κι όχι μόνο στους δυστυχείς, βλασφημώντας τους ευτυχείς ως υπαίτιους των δεινών τους. Αλλά γι’ αυτά σε μια επόμενη ευκαιρία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι