Θεσσαλονίκη: Υπεύθυνοι και Συνυπεύθυνοι

Νίκος Πάντζαλης, 14/09/2005

Κάθε Σεπτέμβριο, η πόλη φορά τα ενδύματα της δημοσιότητας καθώς στο κορμί της συντελούνται τα επίσημα εγκαίνια των χειμερινών αντιπαραθέσεων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Αφορμή, η Διεθνής Έκθεση που πλέον μόνο αυτό το βήμα (άγονης συνήθως) αντιπαράθεσης έχει να προσφέρει.

Η υποβάθμιση της Διεθνούς Έκθεσης είναι μόνο μια έκφραση της συνεχιζόμενης (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής) υποβάθμισης της Θεσσαλονίκης τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Και είναι λυπηρό αν σκεφτεί κανείς πως οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη και στην περιοχή μετά το 1990, σε συνδυασμό με τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της πόλης, κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια τέτοια εξέλιξη. Μια εξέλιξη που συνοδεύτηκε από σαφή οπισθοδρόμηση της κοινωνικής συνείδησης, από μια συντηρητική αναδίπλωση με όλο πιο έντονα φαινόμενα ξενοφοβίας, αμυντικού και άνοου εθνικισμού, και όλων των αρνητικών χαρακτηριστικών που συνοψίζονται σήμερα στον κούφιο λόγο των πολιτικών της εκπροσώπων, στις «εθνικο-πατριωτικές» εξάρσεις βαλκανικού τύπου του εκλεγμένου Νομάρχη, του Μητροπολίτη και άλλων επιφανών εκπροσώπων της περιοχής.

Υπάρχουν ευθύνες για αυτή την πορεία. Και πριν απ` όλα στις κυβερνήσεις της εικοσαετίας. Μα κάθε άλλο παρά εξαντλούνται σε αυτό το επίπεδο. Το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα είναι η εξαιρετική υστέρηση της πολιτικής Θεσσαλονίκης. Οι εκλεγμένες διοικήσεις της Νομαρχίας και του Δήμου τα είκοσι αυτά χρόνια, στάθηκαν ανίκανες να συνειδητοποιήσουν το πρόβλημα. Ο πολιτικός κόσμος της πόλης φαίνεται να αδιαφορεί για το θέμα. Εξακολουθεί να πολιτεύεται σε ευθεία και άμεση εξάρτηση με το πανελλαδικό σκηνικό. (Δυστυχώς, οι τοπικές δυνάμεις της αριστεράς δεν εξαιρούνται). Και οι φορείς της πόλης πρώτη φορά παρουσιάζονται τόσο αμήχανοι.

Το πρόβλημα είναι πολύ πιο σοβαρό από την ανικανότητα της νομαρχιακής και δημοτικής αρχής. Πιο σημαντικό από τα προβλήματα παραγωγικής υποβάθμισης και αποκέντρωσης. Πρόκειται κυρίως για τη διεκδίκηση και κατάκτηση νέου ρόλου και αρμοδιοτήτων που προκύπτουν από τις εξελίξεις. Για την αναγκαιότητα επεξεργασίας και προώθησης ενός στρατηγικού σχεδίου για τη Θεσσαλονίκη. Για την προοπτική μιας Θεσσαλονίκης με νευραλγικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, που θα έχει επιτύχει πραγματική σύγκλιση με τα άλλα ευρωπαϊκά κέντρα, θα διαθέτει επαρκείς σύγχρονες υποδομές, συμβατότητα με τις τεχνολογικές αλλαγές, ανταγωνιστικότητα σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, ανθρώπινο δυναμικό με παιδεία και κατάρτιση, υψηλό βαθμό απασχόλησης, επαρκές σύστημα κοινωνικής προστασίας, αυξημένα μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας, ποιότητα ζωής, πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα. Μια πόλη πολυπολιτισμική, φιλική προς τους ξένους, τους μετανάστες και το διαφορετικό.

Το πρόβλημα δεν είναι απλά η αδυναμία είτε η άρνηση της κεντρικής εξουσίας να προωθήσει και να στηρίξει αυτό το ρόλο. Είναι η πολιτική και πολιτισμική υστέρηση της πόλης σε σχέση με τις διαμορφωμένες συνθήκες. Μια υστέρηση που σηματοδοτεί την κρίση ταυτότητας της Θεσσαλονίκης.

Είναι φυσικό οι ενεργοί πολίτες να ανησυχούν και να αναζητούν τρόπους αντιστροφής αυτής της πορείας πριν είναι πολύ αργά. Σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκε και η πρόσφατη πρωτοβουλία των τεσσάρων Δημοτικών Συμβούλων. Μια πρωτοβουλία που είχε σαν στόχο «να ανιχνευτούν οι όροι και οι προϋποθέσεις έναρξης ενός δημιουργικού, υπεύθυνου και δημόσιου διαλόγου» για τις δυνατότητες να υπάρξει «μια προοπτική για την πόλη διαφορετική από αυτήν της καθήλωσης και της στασιμότητας στην οποία την έχει οδηγήσει η παρούσα δημοτική διοίκηση».

Φαίνεται όμως πως για τη κατάντια της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχουν μόνο οι βασικοί υπεύθυνοι (κυβερνήσεις και αυτοδιοικητικές αρχές) αλλά και συν-υπεύθυνοι. Οι άμεσες και έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε το «έγκλημα» των τεσσάρων Δημοτικών Συμβούλων, αυτή τη συνυπευθυνότητα αναδεικνύουν. Ιδιαίτερα προβληματίζει η καταγγελτική στάση της ανανεωτικής δημοτικής κίνησης "Θεσσαλονίκη των Πολιτών" που θεωρώ πως καλύπτει και τις δικές μας ανησυχίες για τα τόσο οξυμμένα προβλήματα της πόλης και την πορεία της.

Εδώ πρέπει να σημειώσω και την ακατανόητη και κάθε άλλο παρά εποικοδομητική στάση της «Ανανεωτικής Συσπείρωσης» στα πλαίσια της σχετικής συζήτησης στην ΚΠΕ του ΣΥΝ. Μια τέτοια πρωτοβουλία, σύμφωνη με τις καλύτερες αυτοδιοικητικές παραδόσεις του χώρου αλλά και με τις τρέχουσες εξελίξεις και αντιπαραθέσεις, δεν στηρίζεται μόνο διαδικαστικά, αλλά κυρίως υποστηρίζεται επί της πολιτικής ουσίας.

Φαίνεται πως οι υπαρκτές αγκυλώσεις εμποδίζουν μια τέτοια διερεύνηση εν όψει των επερχόμενων εκλογών. Και πως το πρόβλημα διαμόρφωσης όρων για την ανάδυση μιας «άλλης Θεσσαλονίκης» είναι πολύ πιο βαθύ και δύσκολο.

Μα υπήρξε ένα ξεκίνημα. Κάτι νέο που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συνθλιβεί ή να αφομοιωθεί από τις εξαιρετικά ισχυρές αδρανειακές δυνάμεις του πολιτικού μας συστήματος. Η πρωτοβουλία θα μπορούσε να αναδειχθεί σε πόλο συσπείρωσης -πέραν και πάνω από τη συγκυρία των ερχόμενων εκλογών- που θα προβάλλει την αναγκαιότητα ανάδυσης μιας άλλης Θεσσαλονίκης, ριζικά διαφορετικής από τη Θεσσαλονίκη του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, του Ψωμιάδη, της παρεμβατικής εκκλησίας. Να μετεξελιχθεί δηλαδή σε μια σύγχρονη κίνηση ενεργών πολιτών που φιλοδοξεί να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά στασιμότητας και υποβάθμισης της περιοχής, που θα οραματίζεται και θα προωθεί μια Θεσσαλονίκη που θα αναπτύσσεται ως δυναμικό αστικό κέντρο της Ευρώπης των περιφερειών, μιας πόλης που δεν θα φθίνει εγκλωβισμένη στο ρόλο μιας εσωστρεφούς επαρχιακής μεγαλούπολης.

Η πλέον υπεύθυνη στάση των αριστερών δυνάμεων της πόλης -και ιδιαίτερα του Συνασπισμού- θα ήταν η συνεισφορά τους και -γιατί όχι;- ο πρωταγωνιστικός ρόλος τους σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι