Καιρός για πραγματική ελάφρυνση του χρέους

Νίκος Χριστοδουλάκης, Το Βήμα της Κυριακής, 15/06/2014

Η συνταρακτική είδηση της προηγούμενης εβδομάδας δεν ήταν ο ανασχηματισμός, αλλά η επίσημη διαπίστωση ότι το κούρεμα του χρέους το 2012 ήταν ριζικά μικρότερο από τον μύθο των 130 δισ. ευρώ που προπαγανδιζόταν ως τώρα. Σύμφωνα με την επίσημη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος («Το Βήμα», 6.6.2014), «το όφελος ήταν μόνο 51,5 δισ. ευρώ», ένα σημαντικό μέρος από το οποίο έπεσε μάλιστα στις πλάτες των ελλήνων ομολογιούχων παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Στην πράξη βέβαια η ελάφρυνση του 2012 ήταν ακόμα μικρότερη, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στο παραπάνω ποσόν περιλαμβάνονται περίπου 10 δισ. που αφαιρέθηκαν από τα ασφαλιστικά ταμεία και αργά ή γρήγορα θα ξαναπληρωθούν για να δίνονται συντάξεις. Και δεύτερον επειδή η μείωση αυτή είναι η ονομαστική αξία των ομολόγων, τα οποία αν μπορούσαν να είχαν αγοραστεί απευθείας από τη δευτερογενή αγορά ομολόγων με τη δυνατότητα που έχει σήμερα η ΕΚΤ, θα στοίχιζαν πολύ λιγότερο.

Αν τώρα ληφθεί υπόψη ότι στο εξάμηνο της αβέβαιης διαπραγμάτευσης το τραπεζικό σύστημα είχε παραλύσει, οι καταθέσεις δραπέτευαν από τον φόβο της κατάρρευσης και η κυβέρνηση είχε εγκλωβιστεί σε ατέρμονες διαπραγματεύσεις, το κόστος ίσως να ήταν μεγαλύτερο από το γλίσχρο όφελος που τελικά απέμεινε. Η βαθιά ύφεση της πραγματικής οικονομίας εκείνο το διάστημα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν ακριβώς την αβεβαιότητα και, με τη σειρά της, εκτίναξε πάλι το χρέος τα επόμενα χρόνια. Σήμερα είναι στο 180% του ΑΕΠ, πιο απειλητικό από το 170% όπου βρισκόταν πριν από το «κούρεμα». Για να δικαιολογηθεί τότε ότι το PSI οδηγεί σε βιωσιμότητα του χρέους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συμπεριλάβει στα σενάρια ένα σωρό από βολικούς στόχους με υψηλή ανάπτυξη, γιγαντιαίες αποκρατικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα 5% του ΑΕΠ, κανείς από τους οποίους φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε. Λίγους μήνες μετά ο ΟΟΣΑ αμφισβήτησε το ευρωπαϊκό σενάριο και γνωμοδότησε ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο.

Η επίσημη ομολογία αποτυχίας του PSI να σταθεροποιήσει το χρέος δημιουργεί ένα μεγάλο πολιτικό και ηθικό ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ενωση και θέτει επιτακτικά την ανάγκη να γίνει μια ριζική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, αυτή τη φορά όμως πραγματική και χωρίς νέα περιδίνηση της οικονομίας.

Ομως οι επιλογές για τη μείωση του χρέους δεν είναι απεριόριστες και στην πραγματικότητα είναι μόλις τρεις: μονομερής αποκήρυξη, συναινετική διαγραφή και αναδιάρθρωση πληρωμών. Η πρώτη με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τις πιστώτριες χώρες και σε αδυσώπητες πιέσεις εναντίον της Ελλάδας, που μοιραία θα την οδηγήσουν και σε έξοδο από το ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι την επιλογή αυτή διακηρύσσουν όσοι εναντιώνονται στην Ευρωπαϊκή Ενωση γενικότερα.

Η λύση πρέπει να είναι ένας συνδυασμός των δύο επόμενων επιλογών, με τον όρο όμως αποφυγής νέου Μνημονίου και νέου προγράμματος προσαρμογής, ακριβώς λόγω της ομολογημένης αποτυχίας του προηγούμενου σχεδίου ελάφρυνσης. Το σενάριο αυτό μπορεί να βασιστεί σε τρεις πυλώνες που διαφέρουν αισθητά από τις ως τώρα κυρίαρχες υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης:

1. Αμεση διαγραφή 80 δισ. ευρώ από το χρέος, που είναι απλώς η ελάφρυνση που δεν έγινε το 2012. Η διαγραφή αυτή μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, όπως για παράδειγμα με επιστροφή των ομολόγων της ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών που θα γίνει πλέον ιδιωτικά ή μέσω του Μηχανισμού Σταθερότητας. Στο διαγραφόμενο χρέος, μπορεί να προστεθεί και ένα σημαντικό μέρος από τα κεφάλαια της Γερμανίας αν συμψηφιστούν με τα οφειλόμενα του Κατοχικού Δανείου.

2. Σταδιακή προσαρμογή, με δημοσιονομικά πλεονάσματα για την περίοδο 2014-2020 γύρω στο 2,50% του ΑΕΠ, ένα επίπεδο το οποίο είναι ρεαλιστικό και αντίστοιχο με παλαιότερες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

3. Μακρά μετάθεση αποπληρωμών (ίσως για 30 έτη) και μείωση επιτοκίων κατά 1,5% σε όλα τα δάνεια της ευρωπαϊκής βοήθειας. Σήμερα το μέσο κόστος δανεισμού που πληρώνει η Ελλάδα στις πιστώτριες χώρες ανέρχεται στο 3% και με τη μείωση θα κατέλθει στο μισό. Η μείωση δεν πρόκειται να προκαλέσει κανενός είδους ζημία στις πιστώτριες χώρες αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η Γερμανία δανείζεται πλέον με επιτόκια της τάξεως του 1,50% για τα μακροχρόνια ομόλογα και ακόμα πιο φτηνά για τα βραχυχρόνια. Επιπλέον, η μείωση του επιτοκίου είναι πολιτικά εφικτή γιατί δεν προκαλεί αρνητικά αντανακλαστικά στην κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών εναντίον της Ελλάδας.

Τελευταία αλλά και πιο σημαντική προϋπόθεση που τόσο βάναυσα αγνοήθηκε τα προηγούμενα χρόνια είναι η επάνοδος της ανάπτυξης. Ενα επίπεδο γύρω στο 3,5% ετησίως είναι επαρκής για τη σταθεροποίηση του χρέους, αλλά και εφικτός στόχος αν υπάρξουν οι αναγκαίες επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν γίνουν αυτά, υπολογίζεται ότι το χρέος θα υποχωρήσει γύρω στο 100% του ΑΕΠ την επόμενη πενταετία, κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Με βάση αυτές τις υποθέσεις το χρέος μπορεί να γίνει βιώσιμο, παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα σε σύγκριση με τις ανέφικτες ευρωπαϊκές υποθέσεις. Φαινομενικά αυτό μοιάζει παράδοξο, αλλά η εξήγηση είναι πολύ απλή: όταν ένα χρέος είναι μεγάλο ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι προτιμότερο να έχεις μεγαλύτερη ανάπτυξη παρά μεγαλύτερη προσαρμογή. Οι επιλογές αυτές βέβαια δεν είναι ούτε εύκολες ούτε αυτόματες. Μπορούν όμως να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας εθνικής συναίνεσης, αφού το χρέος θα εξακολουθήσει να βαρύνει τους έλληνες φορολογουμένους, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα θα είναι στην κυβέρνηση.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι