Mεταρρυθμίσεις με διαπραγμάτευση

Kεντρικά οργανωμένη δημόσια συζήτηση ποτέ δεν έγινε

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 21/09/2005

Η θέση ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται μεταρρυθμίσεις για να καλύψει την υστέρηση από την υπόλοιπη Ευρώπη και να εξασφαλίσει μιαν όσο γίνεται σταθερή προοπτική βελτίωσης της συνολικής κοινωνικής ευημερίας επαναλαμβάνεται τόσο συχνά και τόσα χρόνια τώρα, ώστε να φαίνεται πλέον αποδεκτή στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης. Μόνο σ’ αυτήν την εντελώς γενική και αφηρημένη διατύπωση όμως, και μαζί με μιαν αληθινή ανησυχία ότι τα πράγματα κινδυνεύουν να χειροτερεύσουν.

Κεντρικά οργανωμένη δημόσια συζήτηση για το συγκεκριμένο περιεχόμενο τέτοιων μεταρρυθμίσεων ποτέ δεν έγινε. Ούτε για τα προσδοκώμενα οφέλη, ούτε για το κόστος που μπορεί να συνεπάγονται και για ποιους, για ενδεχόμενους τρόπους να αντισταθμισθεί αυτό το κόστος. Διότι, βέβαια, δεν συνιστούν βάση συναίνεσης για την προώθηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων ευρήματα δημοσκοπήσεων που εμφανίζουν πλειονότητες μη εργαζομένων στον δημόσιο τομέα να δέχονται την άρση της μονιμότητας, μη αγροτών να εγκρίνουν την κατάργηση επιδοτήσεων, ή μη συνδεομένων με τα πανεπιστήμια να συμφωνούν με την αξιολόγηση. Το πολύ να διευκολύνουν αβέβαιους υπολογισμούς κόστους και οφέλους σε ψήφους για την κυβέρνηση που θα επιχειρούσε κάποια τέτοια μέτρα. Γι’ αυτό άλλωστε και γίνονται οι δημοσκοπήσεις.

Από τον φόβο του κόστους σε ψήφους, τα πολιτικά κόμματα αποφεύγουν στα εκλογικά τους προγράμματα να προτείνουν συγκεκριμένα, και προδιαγράφοντας τις επιπτώσεις, τις μεταρρυθμίσεις που κρίνουν αναγκαίες. Χωρίς σαφή λαϊκή εντολή συναντούν έτσι κατόπιν, ως κυβέρνηση, μεγάλες δυσκολίες να τις προωθήσουν, αφού διαψεύδουν τις προσδοκίες όσων τα ψήφισαν, ακόμα και μεγάλου μέρους του ίδιου του κομματικού τους στελεχικού δυναμικού, που αντιστέκεται. Αυτό συνέβη στην κυβέρνηση Σημίτη της δεύτερης τετραετίας.

Για να αμβλύνει ανάλογες αντιστάσεις από τη διάψευση των υποσχέσεών της, η σημερινή κυβέρνηση Καραμανλή επιδείνωσε δραματικά τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας με το τέχνασμα της απογραφής, και επιρρίπτει διαρκώς την ευθύνη στους προκατόχους της. Αλλά επιπλέον έχει το μειονέκτημα να μη διαθέτει επεξεργασμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, καθώς στηρίζεται, με επιτυχία ώς τώρα, στην επεξεργασία των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης, όχι όμως των προβλημάτων της οικονομίας, πράγμα πολύ διαφορετικό. Εύκολα πείθεται κάθε αναγνώστης του 50σέλιδου «Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων 2005-2008», που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα: H μείωση της φορολογίας των κερδών και μια σειρά μέτρων διευκόλυνσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων, η βαθμιαία προσαρμογή του εργασιακού καθεστώτος των δημοσίων επιχειρήσεων σε όσα ισχύουν στις ιδιωτικές, η συνέχιση των αποκρατικοποιήσεων μαζί με τη δραστική περικοπή των δημοσίων επενδύσεων δεν συγκροτούν μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που να απαντά στην υψηλή ανεργία, στη συρρίκνωση παραγωγικών κλάδων που αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τις χώρες χαμηλού κόστους, στην απουσία δυναμικών κλάδων που να διευρύνουν την απασχόληση, στις υστερήσεις στη δημόσια διοίκηση και στην εκπαίδευση, στην τεχνολογία και στη γνώση, δεν απαντά στις ανισότητες και στη φτώχεια. Αντίθετα, στον βαθμό που η απελευθέρωση των αγορών θα προχωρεί χωρίς πρόνοια για εξισορροπητικά μέτρα, πολλά προβλήματα θα εντείνονται.

H αδυναμία κυβερνητικών κομμάτων να προωθήσουν συνεκτικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αν και σε μας παίρνει ακραίες διαστάσεις. Υπάρχουν όμως και αντίθετα παραδείγματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, στο βιοτικό επίπεδο και σε όλους τους μακροοικονομικούς δείκτες - ανεργία, πληθωρισμός, δημόσιο έλλειμμα και χρέος - η Ιρλανδία ήταν χειρότερα από εμάς. H αλματώδης ανάπτυξη που ακολούθησε στηρίχθηκε σε τριετή προγράμματα, τα οποία διαπραγματευόταν η κυβέρνηση με τους εκπροσώπους διαφορετικών και συγκρουομένων κοινωνικών συμφερόντων: των εργοδοτών στη βιομηχανία, στο εμπόριο, στις τράπεζες, των εργαζομένων, των μικρών επιχειρηματιών και των επαγγελματιών, των αγροτών, των διδασκόντων και των διδασκομένων, των περιφερειών κ.ο.κ. Με αφετηρία μια διάγνωση όπου συμφωνούσαν από κοινού, κατέληγαν σε δεσμευτικούς στόχους (π.χ. για επενδύσεις, μισθούς, θέσεις εργασίας, τιμές) και τους τηρούσαν. Ανάλογα αντιμετώπισε τότε στασιμότητα, πληθωρισμό και ελλείμματα και η Ολλανδία, πρωτοεισάγοντας τον όρο flexicurity, ευελιξία με ασφάλεια, που δεν είναι απλώς μια ευρωπαϊκή τεχνοκρατική καραμέλα, αλλά προϊόν πολύ συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στους εργοδότες, στα συνδικάτα και στο κράτος, το οποίο αντλούσε τους αναγκαίους φόρους για να εξασφαλίσει τους εργαζομένους που θα έμεναν εκτεθειμένοι στην αυξημένη ευελιξία των εργοδοτών.

Τέτοιες λύσεις δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες από χώρα σε χώρα όπου οι συνθήκες διαφέρουν, η παγκοσμιοποίηση άλλωστε έχει έκτοτε στενέψει τα περιθώρια. H ανοικτή, δημόσια διαπραγμάτευση παραμένει ωστόσο η μέθοδος που μπορεί να οδηγήσει σε συναίνεση για μεταρρυθμίσεις που να στηρίζονται στις δυνάμεις της κοινωνίας, και όχι να επιχειρούνται εναντίον τους, οπότε είτε επιβάλλονται τελικά με τεράστιο κόστος, είτε αποτυγχάνουν, και πάλι με μεγάλο κόστος. Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική τύπου Θάτσερ, ή Μπερλουσκόνι, και σ’ αυτό που ονομάζουμε ευρωπαϊκό μοντέλο, όπως διατηρεί την αξία του στις μέρες μας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι