Επιχειρηματική γκρίνια και εξαγωγικές επιδόσεις

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 02/10/2005

Η θεαματική υποβάθμιση της Ελλάδας στη διεθνή κατάταξη της ανταγωνιστικότητας, που ανακοίνωσε ο ΣΕΒ την περασμένη εβδομάδα, επισκίασε την ταυτόχρονη δημοσίευση της στατιστικής για τη σημαντική άνοδο των ελληνικών εξαγωγών το πρώτο επτάμηνο φέτος. Παράλληλα έκθεση των Ηνωμένων Εθνών δείχνει να διπλασιάσθηκαν το 2004 οι ξένες άμεσες επενδύσεις στη χώρα μας, άνκαι παραμένουν σε χαμηλό επίπεδο. Αλλά ενώ το πρώτο από αυτά τα αντιφατικά μηνύματα αποτυπώνει κυρίως την εικόνα που διαμορφώνουν για την ελληνική οικονομία ξένοι επενδυτές, μάνατζερ και επιχειρηματίες, τα άλλα δύο αναφέρονται σε πραγματικές επιδόσεις.

Το World Economic Forum, ο γνωστός κύκλος επιχειρηματιών και άλλων οικονομικών παραγόντων που διοργανώνει κάθε Ιανουάριο τη διεθνή συνάντηση του Νταβός, μόλις δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα: στο δείκτη "ανταγωνιστικότητα για την ανάπτυξη" η Ελλάδα κατατάσσεται 46η μεταξύ 117 χωρών (και τρίτη από το τέλος στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου 47η έρχεται η Ιταλία και 51η η Πολωνία).

Πρόκειται για σαφή υποβάθμιση σε σύγκριση με πέρυσι, όταν η Ελλάδα καταλάμβανε την 37η θέση μεταξύ 104 χωρών. Προφανής λόγος ήταν η καταστροφική επιδείνωση της εικόνας των δημοσίων οικονομικών που έφερε η κυβερνητική απογραφή, καθώς στην αξιολόγηση για τη μακροοικονομική σταθερότητα η Ελλάδα έπεσε από την 46η στην 96η θέση. Υποβαθμίσθηκε όμως και στην "κυβερνητική σπατάλη", από την 47η στην 60ή θέση. Ενώ άλλωστε καταγράφει συνεχή βελτίωση στις υποδομές, στη χρηματοδότηση και στο άνοιγμα των αγορών, υποχωρεί στην ήδη πολύ χαμηλή αξιολόγηση για τη διοίκηση και το δημόσιο τομέα. Ειδικότερα - και επίκαιρα! - στις "μη νόμιμες πληρωμές στη συλλογή φόρων", η Ελλάδα έρχεται 81η. Πολύ χαμηλά επίσης κατατάσσεται στην προώθηση των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και στις άμεσες ξένες επενδύσεις και στη μεταφορά τεχνολογίας.

Οι δείκτες ανταγωνιστικότητας που καταρτίζει το WEF αποτυπώνουν κυρίως υποκειμενικές επιχειρηματικές εκτιμήσεις, ενδιαφέρουν όμως στο βαθμό που επηρεάζουν επιχειρηματικές και επενδυτικές αποφάσεις, και ιδίως την πραγματοποίηση ξένων επενδύσεων, αναγκαίων για να διευρυνθεί και για να αναβαθμισθεί τεχνολογικά η παραγωγική βάση και η απασχόληση στη χώρα μας. Στην ετήσια Παγκόσμια Εκθεση Επενδύσεων της UNCTAD, της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη, οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα το 2004 πέρασαν για πρώτη φορά το 1 δισ. δολάρια: ήσαν 1,35 δισ. από 661 εκατομμύρια το 2003. Οι μεγαλύτερες αφορούσαν σε εξαγορές (Panafon, Γενική Τράπεζα, Delta, Κωτσόβολος) και σε συμμετοχή στα Ελληνικά Πετρέλαια. Ως ποσοστό των ακαθάριστων επενδύσεων παγίων κεφαλαίων στη χώρα έφθαναν μόλις το 2,6%, έναντι π.χ. 40,2% της Κύπρου, 18,6% της Ουγγαρίας, 20,1% της Ιρλανδίας (αλλά 74,9% το 2003 και 106,2% το 2002!), 7% της Ισπανίας (τα δύο προηγούμενα χρόνια 14,4% και 26,5%), 2,8% της Πορτογαλίας (αντίστοιχα 19,5% και 5,6%), 14,5% της Πολωνίας (10,8% και 11,4%). Η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων στην Πολωνία δείχνει άλλωστε και τη σχετική αξία της βαθμολόγησης της ανταγωνιστικότητας από το WEF, που την κατέταξε πέντε θέσεις κάτω από την Ελλάδα.

Χαμηλότερες, αλλά πάντως συγκρίσιμες ως τάξη μεγέθους είναι οι ελληνικές εκροές άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό, που το 2004 έφθασαν το 1,2% των ακαθάριστων επενδύσεων στη χώρα. Σύμφωνα με την έκθεση της UNCTAD, τα ξένα επενδυμένα κεφάλαια στην Ελλάδα φθάνουν σωρευτικά το 13,2% του ΑΕΠ, και τα αντίστοιχα ελληνικά κεφάλαια στο εξωτερικό το 6,4% του ΑΕΠ.

Το αυξανόμενο τελευταίο αυτό ποσοστό (ήταν 3,4% το 2003 και 5,4% το 2004) υποδηλώνει και την ολοένα μεγαλύτερη έκταση που παίρνουν οι μετεγκαταστάσεις παραγωγικών μονάδων από την Ελλάδα σε βαλκανικές χώρες. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στην πορεία των ελληνικών εξαγωγών, που, χωρίς τα καύσιμα, έδειξαν το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου ετήσια αύξηση 4,8%: Προς τις άλλες 24 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν εντυπωσιακά κατά 12,9%, μετά μιαν αύξηση 4,4% το 2004. Αλλά προς τον υπόλοιπο κόσμο, όπου σημαντικό μερίδιο είχαν οι βαλκανικές χώρες, μειώθηκαν κατά 5,2% ύστερα από μείωση 6,1% το 2004. Η μείωση αυτή συνδέεται με τη διαρκή και έντονη συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας και της ένδυσης ιδίως, καθώς μεταφέρεται εκεί όπου το εργατικό κόστος είναι πολύ χαμηλότερο.

Η δυναμική αύξηση των εξαγωγών προς την Ε.Ε. επιβεβαιώνει ωστόσο την ύπαρξη αρκετών κλάδων που διατηρούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και η συζήτηση τρόπων για να ενισχυθεί η ανάπτυξή τους θα ήταν πιο παραγωγική από την αδιάκοπα επαναλαβανόμενη μεμψιμοιρία για όλα τα πάγια κακώς κείμενα. Αλλά το επιχειρηματικό κλίμα στη βιομηχανία και στις κατασκευές εξακολούθησε στην Ελλάδα να χειροτερεύει το Σεπτέμβριο, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έρευνα που διεξάγεται στις 25 χώρες της Ενωσης, παρά τη σταθερή ανάκαμψη που παρουσιάζει τους τελευταίους τέσσερες μήνες στην Ευρώπη συνολικά. Μόνον οι επιχειρήσεις στις υπηρεσίες και στο λιανικό εμπόριο εμφανίζονται αισιόδοξες στη χώρα μας. Και όπως είπε ο πρόεδρος του ΣΕΒ \Οδυσσέας Κυριακόπουλος\, παρουσιάζοντας την έκθεση του WEF, οι βραχυπρόθεσμες δυσμενείς προβλέψεις των επιχειρήσεων επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα.

Οταν όμως το δυσμενέστερο οικονομικό δεδομένο παραμένει οπωσδήποτε η κακή δημοσιονομική διαχείριση, είναι πολύ αμφίβολο αν η επίσκεψη στην Αθήνα του επιτρόπου \Χοακίν Αλμούνια\ αυτήν την εβδομάδα, με τις δυσκολίες που θα έχει ο υπουργός Οικονομικών \Γιώργος Αλογοσκούφης\ να τον πείσει να δεχθεί τις τιτλοποιήσεις των οφειλομένων φόρων για να μειωθεί εικονικά το εκρηκτικό με ευρωπαϊκά μέτρα έλλειμμα, θα μπορέσει να κάνει καλύτερο αυτό το κλίμα...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι