Προκλήσεις για την Ευρώπη μετά τις γερμανικές εκλογές

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Ομιλία, 4/10/05, Ινστιτούτο Γκαίτε, ΙΣΤΑΜΕ, 05/10/2005

Με δεδομένο το οικονομικό και πολιτικό μέγεθος της Γερμανίας, αλλά και την σύγχρονη ιστορία της όπως και το ρόλο που έχει παίξει ως τώρα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, είναι προφανές και κοινότοπο να προβλέπει κανείς ότι οι πρόσφατες εκλογές θα επηρεάσουν εξελίξεις και έξω από τον κύκλο των εσωτερικών της ζητημάτων, τα περισσότερα από τα οποία έτσι κι αλλιώς μας αφορούν άμεσα ή έμμεσα όλους, μια και τα προβλήματα και τα διλήμματα που τέθηκαν σε προεκλογικό διάλογο είναι στην ουσία τους τα ίδια και στις λοιπές χώρες της Ευρώπης.

Η παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας ανακατανέμει επενδύσεις , απασχόληση και ανεργία, παραγωγή και εμπόριο, ωθεί σε ισοπέδωση των οικονομικών και κοινωνικών όρων της ανάπτυξης και του κράτους πρόνοιας, αφαιρεί ισχύ από τις εθνικές κρατικές δομές και από την άσκηση της πολιτικής εντός και μέσω αυτών. Τίθενται σε δοκιμασία τα μοντέλα οργάνωσης και λειτουργίας κυρίως των χωρών του ώριμου καπιταλισμού, ασφαλώς στην Ευρώπη με τη συγκεκριμένη μεταπολεμική ιστορία που σφραγίστηκε από τον «σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό». Και τίθεται επίσης σε δοκιμασία η γεωπολιτική οργάνωση του κόσμου, μετά την κατάρρευση του διπολισμού, την ανάδυση της αυτοκρατορικής ροπής της μόνης πια Υπερδύναμης, των ΗΠΑ, βασισμένης κυρίως σε ένα σκληρό εθνικισμό και στην κατά προτεραιότητα χρήση της στρατιωτικής ισχύος για τη λύση των προβλημάτων, ακόμη και των εσωτερικών της…

Απέναντι σε όλα αυτά, οι επιλογές για τη διαμόρφωση πολιτικών πρωτοβουλίας και εξισορρόπησης περιορίζονται συνεχώς, και όταν γίνεται απόπειρα να ασκηθούν από μεμονωμένα κράτη, ακόμα και μεγάλα, δεν ευδοκιμούν, για την ακρίβεια αποτυγχάνουν. Πολιτικές προσαρμογής στα νέα δεδομένα φαίνονται πιο ρεαλιστικές, αυτό τουλάχιστον είναι η ουσία των προτάσεων δεξιάς και κεντροδεξιάς. Από την πλευρά της αριστεράς και κεντροαριστεράς, όταν βρίσκονται σε θέση διακυβέρνησης, αυτός ο «ρεαλισμός» γίνεται συχνά αποδεκτός και συνοδεύεται καμιά φορά από απόπειρες να συμπληρωθεί η διορθωθεί από πολιτικές που στοχεύουν να διασώσουν στοιχεί του κοινωνικού κράτους ή σπανιότερα και της οικολογικής αντίληψης που πρόσφατα αναδείχθηκε σαν στοιχείο της συνολικής πολιτικής των κρατών, πέρα από την εγρήγορση πολιτών και κινημάτων.

Ένα τέτοιο μίγμα, από τα περισσότερο επεξεργασμένα στην Ευρώπη προσπαθούσε, με ποικίλα αποτελέσματα και συζητήσιμες προοπτικές, να προωθήσει η κοκινοπράσινη κυβερνητική συμμαχία στη Γερμανία. Μαζί με μια ευρωπαιοκεντρική πολιτική στα διεθνή ζητήματα που ασφαλώς δεν διευκόλυνε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, ενώ στα πολύ πιο συγκεκριμένα ζητήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνέχισε μεν μια παράδοση πρωτοβουλίας και θετικής συμβολής στην πορεία της, σκόνταψε όμως σε αρνητικούς παράγοντες στην ανάδειξη των οποίων είχε και αυτή την ευθύνη της. Μπορεί η απόπειρα πολιτικοποίησης της ΕΕ μέσω, μεταξύ άλλων, του σχεδίου Συντάγματος να ήταν ένα σημαντικό, αν και συζητήσιμο ως προς ορισμένες πλευρές του, βήμα. Αλλά παράλληλα ο ζήλος για τη διεύρυνση και οι αδιευκρίνιστες προοπτικές της ασφαλώς και αδυνατίζουν την έννοια της εμβάθυνσης της κοινοτικής και αλληλέγγυας πορείας, ιδίως όταν η Γερμανία πρόβαλε υπερβολικά τις εύλογες εν μέρει ανησυχίες της για τις δαπάνες και τους πόρους της ΕΕ και την κατανομή τους. Η αδυναμία της ΕΕ να πείσει ότι θέλει, ενώ αντικειμενικά μπορεί, να προωθήσει δυναμικά την αναπτυξιακή, κοινωνική και οικολογική κοινή πολιτική, που οφείλεται σε αυτήν την περιοριστική δημοσιονομική αντίληψη, είναι στη βάση του κλονισμού της ενοποιητικής πολιτικής, της αποτυχίας κινητοποίησης των πολιτών, και ασφαλώς έπαιξε μαζί με άλλους παράγοντες, τοπικούς ή διεθνείς, σημαντικό ρόλο στην αποτυχία των δημοψηφισμάτων, που εύκολα αποδόθηκε σε συγκυριακούς και μόνο λόγους.

Στην πολύ συνοπτική εξιστόρηση της αποδόμησης της ιδέας της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ που αποπειράθηκα προφανώς και δεν έπαιξε ρόλο μόνο ούτε καν κυρίως η πολιτική της Γερμανίας και οι αντιφάσεις της. Ωστόσο η έλλειψη αντίστασης και πρωτοβουλίας, η ταλάντευση ως προς το ρόλο της Μ. Βρετανίας και των συμμάχων της (ορισμένων και από τους νέους 10, για τους οποίους η Γερμανία αγωνίστηκε…), η πίεση των οικονομικών δυσκολιών της, στέρησαν από τη Γερμανία τη δυνατότητα να παίξει τον κινητήριο ρόλο που πολλοί περίμεναν από αυτήν. Δεν είναι σαφές τι θα μπορούσε να κάνει η όποια νέα γερμανική Κυβέρνηση και η συμμαχία πάνω στην οποία θα στηρίζεται. Φαίνεται πιθανό ότι δεν θα αντισταθεί αποτελεσματικά στις βρετανικές απόπειρες αλλαγών στα δημοσιονομικά της ΕΕ. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι κατά τη γνώμη μου η κατάληξη ως προς τα κονδύλια για αυτόν ή εκείνο το στόχο (αν και η γεωργία μπορεί να αναδειχθεί σε εκρηκτικό μηχανισμό…), αλλά η αντίλήψη που θα αρχίσει να παγιώνεται ως προς την έννοια αυτήν καθαυτή του κοινοτικού Προϋπολογισμού. Θα διαμορφώνεται ανάλογα με τις παραχωρήσεις των κρατών μελών ή ανάλογα με τις από κοινού διαπιστωμένες ανάγκες δράσης, θα βάζει στόχους ανάλογα με τα μέσα που θα περισσεύουν από τις εθνικές πολιτικές ή θα αναζητεί τα μέσα που θα υπηρετούν τους στόχους που από κοινού θα διαμορφώνονται στην ΕΕ; Φοβάμαι πως και θεωρητικά θα επικρατήσει η πρώτη εκδοχή, που έτσι κι αλλιώς επικρατούσε ήδη πρακτικά.

Μια τέτοια αντίληψη, που συνδέεται στενότατα με την πολιτική αντίληψη για το τι είναι και πώς θα προχωρήσει η ενοποίηση συνολικά, συνοδευόμενη από αντιλήψεις για τη μείωση του κράτους και της όποιας δημόσιας παρέμβασης στην πορεία των «πραγμάτων» και από έστω και συγκυριακές ανάγκες πολιτικών λιτότητας, οδηγεί μαθηματικά στην εξασθένηση της κοινοτικής πολιτικής για κοινωνική και περιφερειακή συνοχή, οικολογική βιωσιμότητα και ανάπτυξη, όπως έγινε απόπειρα να οριστεί στη Λισαβώνα, αλλά και της τρέχουσας πολιτικής κοινοτικής παρέμβασης (ΚΑΠ κλπ.) , κάτι που ήδη διαφαίνεται και που οι χώρες του Νότου, αλλά και κάποιες επιπόλαιες ηγεσίες της Ανατολής θα διαπιστώσουν αρκετά σύντομα.

Ανάλογες εξελίξεις, δηλαδή μειωμένης κοινοτικής παρέμβασης, μπορεί κανείς να διαβλέψει και ως προς άλλα ζητήματα που εκκρεμούν όπως το μέλλον του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας που πρόκειται να συζητηθεί προσεχώς στο Λονδίνο, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, οι σχέσεις με τον Τρίτο Κόσμο, η παγκόσμια πολιτική για το περιβάλλον…

Φυσικά τέτοιου τύπου «προβλέψεις» βασίζονται στα όσα ήδη εξελίσσονταν πριν από τις εκλογές αλλά και σε όσα ειπώθηκαν και υποστηρίχθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο, εννοώ την εντυπωσιακή απουσία της ευρώπης και των ευρωπαϊκών ζητημάτων (πλην Τουρκίας…), την αρκετά σαφή διαφοροποίηση της κ.Μέρκελ προς νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και προτάσεις (ενιαίος φόρος 25%, και όχι μόνον) κλπ. Το μίγμα οικονομικής σταθερότητας, ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, κοινωνικής πολιτικής, (ξεθυμασμένης ) οικολογικής παρέμβασης του ΣΔΚ είχε πολλά μειονεκτήματα, κυρίως εκείνο της κυβερνητικής πρακτικής και εκείνο της ασάφειας της ευρωπαϊκής προοπτικής, και αν τελικά άντεξε εκλογικά αυτό οφείλεται σίγουρα στην… σαφήνεια του λόγου της δεξιάς. Ωστόσο αυτό το μίγμα μπορεί να είναι η βάση για μια σοβαρή και ανοιχτή συζήτηση και στη Γερμανία και στη λοιπή Ευρώπη, στο χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Η επιμονή στο κοινωνικό κράτος και στην οικολογική βιωσιμότητα απαιτούν πάντως μεγαλύτερη αξιοπιστία, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, πράγμα που επιβάλλει σοβαρή αναθεώρηση των αντιλήψεων και προτάσεων για το φορολογικό σύστημα, την έννοια του κοινωνικού κέντρου, την κατεύθυνση και τον οικονομικό και πολιτικό εξοπλισμό της ΕΕ σε μια νέα πορεία προς την πολιτική ενοποίηση.

Δεν είναι σαφές αν τέτοιες κατευθύνσεις μπορούν να προκύψουν από τις αναγκαστικά συμβιβαστικές συγκλίσεις εντός μιας μεγάλης συμφωνίας, με δεδομένη την εξασθένηση της αντίληψης και των χριστιανοδημοκρατών για την κοινωνική οικονομία της αγοράς και την ευρωπαϊκή ομοσπονδιακή προοπτική, και με πιθανές, από όσα λέγονται, συγκλίσεις τους με μια εξίσου διαφοροποιημένη γαλλική δεξιά, αν αυτή διαδεχθεί το σημερινό γαλλικό μίγμα πολιτικής. Αν μάλιστα βρεθούν τρόποι να ενταχθεί με κάποιο τρόπο και η Μ.Βρετανία σε ένα νέο άξονα για τη διαχείριση της ευρωπαϊκής πορείας, τέτοιες κατευθύνσεις φαντάζουν σήμερα απολύτως εκτός πραγματικότητας. Θα μπορούσαν να υπηρετηθούν από άλλου τύπου συμμαχίες ;

Δεν θεωρώ χρήσιμο να μπω σε μια τέτοια συζήτηση αν και δεν έχω πλήρως κατανοήσει γιατί η μόνη συμμαχία που αποκλείεται σαν κάτι το αυτονόητο είναι η συμμαχία σοσιαλδημοκράτες-πράσινοι-αριστερό κόμμα. Δεν παριστάνω τον… ανήξερο, απλώς τα αυτονόητα ποτέ δεν άντεξαν για πολύ κάτω από την πίεση των πραγματικών γεγονότων, που ως γνωστόν είναι «ξεροκέφαλα».

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των εκλογών ήταν η συρρίκνωση της εκλογικής δύναμης των δύο μεγάλων κομμάτων αθροιστικά. Δεν θα υποστηρίξω τόσο εύκολα ότι από τον δικομματισμό η Γερμανία οδεύει πλησίστια προς τον πεντακομματισμό. Ωστόσο η διαμορφωθείσα κατάσταση δίνει σε διαφορετικές φωνές αξιόλογο εκλογικό και πολιτικό κύρος, ανοίγει δυνατότητες να διαμορφωθούν ουσιαστικές προτάσεις μετεξέλιξης του συνολικού πολιτικού σκηνικού, των προγραμματικών και πολιτικών προοπτικών της χώρας. Η κύρια συνιστώσα του μίγματος Σρεντερ που είναι ο εκσυγχρονισμός, η έμφαση της αριστεράς στο κοινωνικό κράτος και των πράσινων στην οικολογική βιωσιμότητα γιατί είναι αδύνατο να συγκλίνουν ; Με τις απαραίτητες, φυσικά, επανεξετάσεις και αναθεωρήσεις, όπου πράγματι επικεντρώνεται το πρόβλημα του μέλλοντος για όλη την Ευρώπη, ιδίως όσον αφορά την ανάλυση της παγκοσμιοποίησης και των προκλήσεων της και τις δυνατότητες που μπορούν να διαμορφωθούν με την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ. Οι Πράσινοι έχουν δώσει δείγματα της ικανότητας τους να προχωρούν προς τέτοιες αναθεωρήσεις. Σημαντικότερες θα πρέπει να είναι οι προσπάθειες του κόμματος της Αριστεράς. Η διαχείριση και ανάπτυξη της νέας εκλογικής δύναμης του, ώστε να κατοχυρωθεί και ως πολιτική συνολική πρόταση δεν μπορεί να αποφύγει τις δικές της αναθεωρήσεις. Η επίδραση του και στις υπόλοιπες δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς θα μπορούσε έτσι να είναι καταλυτική…

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 151 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι