Θρησκευτική ψηφοθηρία

Μαρία Κατσουνάκη, Η Καθημερινή, 13/05/2015

Δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια που να μην έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τον καρκίνο. Να μην έχει στο στενό ή στο ευρύτερο περιβάλλον της ασθενή που έπασχε ή πάσχει από την «επάρατο», όπως την αποκαλούμε ― όλο και λιγότερο είναι αλήθεια, αφού κάθε χρόνο εξολοθρεύεται από τη νόσο πληθυσμός τόσος που αναλογεί σε μια πόλη μεσαίου μεγέθους (20.000 με 25.000 κατοίκων). Η ζωή η ίδια επιβάλλει να λέγονται τα πράγματα με τ’ όνομά τους.

Αύριο πρόκειται να μεταφερθούν τα λείψανα της Αγίας Βαρβάρας στο αντικαρκινικό νοσοκομείο «Αγιος Σάββας», συνοδεία του υπουργού Υγείας.

Γύρω από τα λείψανα μαίνεται τις τελευταίες ημέρες πόλεμος ανακοινώσεων ανάμεσα στον ορθολογισμό και στον ανορθολογισμό. Ανάμεσα, δηλαδή, σε εκείνους που αντιτίθενται στην περιοδεία των λειψάνων εν χορδαίς και οργάνω και σε εκείνους που βρίσκουν ότι αυτή η (διόλου σεμνή) τελετή συνάδει με «το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων».

Η αντίδραση των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού του «Αγίου Σάββα» δεν είναι, επισήμως, γνωστή· ούτε βέβαια και των ασθενών, των οποίων τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τις διαθέσεις μόνο να υποθέσουμε μπορούμε.

Πώς είναι να συμβιώνει κανείς με τον καρκίνο; Τι συμβαίνει όταν ο θάνατος σε κοιτάζει κατάματα; Πώς αντιμετωπίζεται ένας προσωπικός εμφύλιος, αφού αυτός που σε πολεμά είναι «ο ίδιος ο εαυτός σου», το σώμα σου, ένας αδυσώπητος αλλά όχι αήττητος εσωτερικός εχθρός; Δεν θα απαντήσω μέσα από τις εμπειρίες του περιβάλλοντός μου, αλλά με μια φράση που συγκράτησα από το ντοκιμαντέρ «Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο», που γύρισε πριν από τρία χρόνια ο Σταύρος Ψυλλάκης: «Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στον θάνατο. Υπάρχει όμως “αξιοπρέπεια, πείσμα και ελπίδα στα μαρμαρένια αλώνια”». Συγκράτησα -είναι ακόμη νωπή η μνήμη- τη συνείδηση και τη διαύγεια της περιγραφής των ανθρώπων αυτών. Καθόλου θρήνος ή μελλοθανάτιες σκέψεις. Κατάφαση στη ζωή -όση θεωρούσε καθένας ότι του αναλογεί-, σοφία στη διαχείριση του χρόνου.

Δεν υπάρχει πιο θλιβερή αντιμετώπιση της Πολιτείας και των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ από τη μετατόπιση της ελπίδας στο θαύμα, έτσι όπως εκδηλώνεται με την περιφορά των λειψάνων. Αλλο η πίστη και η προσευχή, η δύναμη και το κουράγιο, θεραπευτική συχνά, που αντλεί κανείς στην επικοινωνία του με τα Θεία, και άλλο η ενίσχυση μιας απατηλής ψευδαίσθησης.

Σε μια χώρα δε, που το σύστημα υγείας της αδυνατεί να περιθάλψει τους πάσχοντες σε προχωρημένο στάδιο. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλα προηγμένα υγειονομικά συστήματα, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ειδικές υπηρεσίες για τους ασθενείς «τελικού σταδίου», όταν πλέον η κύρια νόσος δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία.

Η δημιουργία ειδικών ξενώνων, κέντρων φροντίδας - φιλοξενίας ασθενών, που είναι σχεδόν αδύνατον να παραμείνουν σπίτι τους, επανέρχεται ως διαρκώς αιτούμενο. Οσα, ελάχιστα, υπάρχουν μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό.

Αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, που κερδίζουν τον χρόνο στάλα στάλα («χρόνο πολύτιμο, μοναδικό, ακόμα και αν πρόκειται για ένα μόνο καλοκαίρι, για το τελευταίο, ενδεχομένως, πάρτι γενεθλίων», όπως εξομολογείται ασθενής), η ελληνική Πολιτεία παρηγορεί με λείψανα αγίων. Οχι με έργα απτά, που θα ανακουφίσουν και θα συμβάλουν αποφασιστικά στις κρίσιμες ώρες, αλλά με την επίκληση άλλων δυνάμεων. Το κράτος αποσύρεται διακριτικά από τη σκηνή για να δώσει τη θέση του στο ανέλεγκτο και ανορθολογικό. Και μάλιστα με επίσημη, υπουργική, βούλα, ενώ οι κάμερες θα απαθανατίζουν τη στιγμή. Γιατί, είπαμε, η πίστη δεν μετριέται με προσκυνήματα ιερών σκηνωμάτων. Εκτός αν στην τάση για μετονομασία (βλ. τρόικα - θεσμοί κ.ο.κ.) προστεθεί και «το εμπόριο ελπίδας». Από εδώ και πέρα: «θρησκευτικό συναίσθημα».

Θέμα επικαιρότητας:
Εκκλησία -Κράτος

Σύνολο: 59 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι