Καταχρηστικές λειτουργίες της σκανδαλολογίας

Η υπονόμευση του κράτους δικαίου

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 02/11/2005

«Οι πολιτικοί ήταν τόσο φαύλοι, ώστε ο κόσμος αναρωτιόταν: δεν υπάρχει ένας λοχίας, να σηκώσει το όπλο του να τους διώξει από την εξουσία;». Αυτός ήταν ο ιδρυτικός μύθος της επτάχρονης δικτατορίας.

Καταχρηστικές λειτουργίες της σκανδαλολογίας, που απαξιώνουν την πολιτική ζωή γενικά, αναπτύχθηκαν και πάλι ύστερα από τη μεταπολίτευση, σε βαθμό μάλιστα ώστε η λέξη «σκάνδαλο» να μην είναι πια κυριολεκτική: το σκάνδαλο παραπέμπει σε κάτι που συμβαίνει κατ’ εξαίρεση, που εκπλήσσει. Εν μέσω πάντως ενός πληθωρισμού ειδήσεων και αναλύσεων που αντιστοιχεί στο πολυσύνθετο τοπίο, θα ασχοληθούμε εδώ με μια ειδική παράμετρο.

Η θέση είναι απλή: η διαφθορά στο πλαίσιο της κυβέρνησης, των κρατικών υπηρεσιών και των μεγάλων κομμάτων, φυσικά ενδιαφέρει την κοινή γνώμη, τον Τύπο, την πολιτική επιχειρηματολογία και τελικά την ποινική Δικαιοσύνη. Οταν όμως η αντιμετώπισή της φτάνει να προτείνεται ως κορυφαίο ή αποκλειστικό κριτήριο ψήφου, τότε λειτουργεί σαν εργαλείο εκλογικής παραπλάνησης. Ακόμη χειρότερα, όταν οι ανάγκες αυτής της αντιμετώπισης ανάγονται σε επιχείρημα κατά του Συντάγματος και των δικαιοκρατικών θεσμών, τότε προπαγανδίζεται ο ολοκληρωτισμός.

Πρώτος και βασικός λόγος δυσπιστίας απέναντι σε όσους ζητούν ψήφους, κατ’ εξοχήν για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ότι η τελευταία αποτελεί μια σταθερά του καπιταλισμού. Κανένα κόμμα εξουσίας, καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να μείνει αλώβητη. Ο ίδιος ο έλεγχος της διαφθοράς γίνεται μέρος της και αυξάνει το ύψος της μίζας («είναι μεγάλο το ρίσκο»).

Τίποτε το πρωτότυπο στα παραπάνω: το κεφάλαιο, προκειμένου να διεισδύσει στην αγορά ή να προσελκύσει με τις προμήθειες και τις εργολαβίες του τις δημόσιες επενδύσεις1, λαδώνει: διαφθείρει τους εκπροσώπους του Δημοσίου και παρακάμπτει τους θεσμικούς μηχανισμούς στο όνομα της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας. Ο διευθύνων σύμβουλος το πρωί δωροδοκεί και το βράδυ στο δείπνο κατακρίνει τους διεφθαρμένους πολιτικούς. Το ζήτημα είναι δομικό: η δυναμική της μεγιστοποίησης του κέρδους δυσχεραίνεται από τους όρους και τις διαδικασίες της νομιμότητας.

Δεύτερος λόγος δυσπιστίας απέναντι στις υποσχέσεις κατάργησης της διαφθοράς είναι η κοινωνική της εξάπλωση. Το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις, η οικογενειοκρατία αντί της αξιοκρατίας, κυριαρχούν ήδη από τον 19ο αιώνα. Το έθνος μας γνώριζε την ιδιωτικοποίηση του κράτους (χάρη στις επιρροές των «μεγάλων τζακιών») πολύ πριν την προτείνει η παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Ο μιζαδόρος επιχειρηματίας και η κυρία που δίνει την επιταγή κρυμμένη στο κουτί με τα γλυκά είναι φιγούρες της διπλανής πόρτας, μάλλον συμπαθείς στα τηλεδικεία. Κακός της υπόθεσης είναι μόνον ο πολιτικός. Εδώ επίσης παρατηρούμε ένα σταθερό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού2: η συζήτηση για τη διαφθορά στιγματίζει τους δωρολήπτες, αλλά όχι τους δωροδοκούντες. Οι τελευταίοι εμφανίζονται να δρουν μηχανικά, κάνοντας αυτό που υπαγορεύει το σύστημα. Μένουν επομένως στο απυρόβλητο. Αν συμβεί να αποκαλυφθούν, αντιμετωπίζονται σαν άτυχοι και δικάζονται χωρίς πιέσεις της κοινής γνώμης και διαπομπεύσεις.

Με τις παραπάνω σκέψεις οδηγούμαστε στην επόμενη παράμετρο: η έμφαση στη διαφθορολογία και η συνειρμική σύνδεση της διαπλοκής με κάθε πολιτική εξουσία οδηγούν στην απαξίωση της πολιτικής. Ο τηλεοπτικός «εισαγγελέας» διεκδικεί δάφνες αμεροληψίας, επειδή στηλιτεύει αδιακρίτως τους επιφανείς αμφοτέρων των μεγάλων κομμάτων. Στην πραγματικότητα η πολιτική στο σύνολό της είναι μέρος του συστήματος. Αυτή ενοχοποιείται, άλλοι ωφελούνται, εδώ έγκειται η μεροληψία.

Η νεοελληνική κοινωνία έχει ξαναδεί το έργο: η απριλιανή εθνοσωτήρια κυβέρνηση εν έτει 1967 ήταν η πρώτη μεταπολεμική που κατέκτησε την εξουσία απαξιώνοντας τους πολιτικούς γενικά, με το ιδεολόγημα του «λοχία» που πήρε το όπλο για να «πατάξει τη φαυλοκρατία».

Η επόμενη περίπτωση διαφθοράς που έκρινε καθοριστικά τη διακυβέρνηση της χώρας, ήταν το σκάνδαλο Κοσκωτά στο «βρώμικο ’89». Ευτυχώς η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου που ανακατέλαβε την εξουσία μετά από τετραετή παρένθεση απέφυγε τελικά τους ρεβανσισμούς. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Κουβελάκης, αν και αρκετές σειρήνες προσπαθούσαν να πείσουν για το αντίθετο, υποστήριξε επιτυχώς στη Βουλή τη θέση ότι δεν έπρεπε να παραπεμφθεί σε δίκη ο τότε αρχηγός της αντιπολίτευσης Κ. Μητσοτάκης. Τα στοιχεία δεν δικαιολογούσαν παραπομπή και, επιπλέον, μια κίνηση δικαστικής εξουδετέρωσης της μείζονος αντιπολίτευσης θα παγίωνε την ήττα της πολιτικής. Το μεγάλο κόλπο σε βάρος του πολιτεύματος: να μην κρίνεται ουσιαστικά η ταυτότητα της κυβέρνησης στις εκλογές, αλλά να έχει προκριθεί στα δικαστήρια και στην τηλεόραση.

Πέρασαν έκτοτε λίγα χρόνια, κατά τα οποία ο ήχος των σκανδάλων ήταν ισχυρός και σταθερός, αλλά όχι καθοριστικός. Φτάσαμε έτσι στην προεκλογική περίοδο του 2004, με τη Ν.Δ. να ανάγει και πάλι τη διαπλοκή και την ανάγκη «επανίδρυσης του κράτους» σε κορυφαία εκλογικά επιχειρήματα. Η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία κατά το 2004, κατά τη γνώμη πλείστων, θα είχε συντελεστεί ακόμη και χωρίς τα επιχειρήματα αυτά. Γνωστή πάντως είναι η εξέλιξη: η νεοδημοκρατική κυβέρνηση αυτή τη στιγμή πλήττεται από καταγγελίες διαφθοράς και παραιτήσεις, ενώ είναι δέσμια της δικής της προεκλογικής ηθικολογίας. Το βέβαιο είναι ένα: ελάχιστοι απέμειναν να πιστεύουν ότι μια κυβερνητική εναλλαγή μπορεί να εξουδετερώσει τη διαφθορά.

Χωρίς άλλο, η διαφθορά συνεχίζει να αποτελεί ενδιαφέρουσα είδηση και η δίωξή της παραμένει θεσμική και κοινωνική επιταγή. Αρκεί να επιχειρείται από αρμόδια όργανα και με προβλεπόμενες διαδικασίες κι όχι από «αυτόκλητους εισαγγελείς»3. Ακόμη κι ο αναγκαίος ποινικός έλεγχος, ωστόσο, είναι συνθήκη ανεπαρκής. Η ριζική παρέμβαση προϋποθέτει συστηματικές αλλαγές. Μέχρι τότε, ο πολίτης που θα επιλέγει εν τέλει την ψήφο του με βάση τα φαινόμενα διαφθοράς, θα παγιδεύεται. Θα πέφτει διαρκώς από τα σύννεφα και η περιγραφή του θα γίνεται θέμα των οξυδερκών γελοιογράφων.

Το επίπεδο του κράτους πρόνοιας και του κράτους δικαίου, καθώς και ο χειρισμός των μεγάλων εθνικών θεμάτων, παραμένουν τα μόνα αξιόπιστα κριτήρια ψήφου. Σε διατύπωση κυνική και σχηματική: ακόμη κι αν ένας πρωθυπουργός θα είχε εμπλακεί σε ένα φαινόμενο διαφθοράς, ακόμη κι αν θα λέκιαζε τη φούστα μιας γραμματέως με τις εξώγαμες επιδόσεις του όπως ο Μπιλ Κλίντον, θα συγκρατούσε την εμπιστοσύνη του κόσμου εφόσον θα χειριζόταν σωστά τα μεγάλα και καυτά θέματα: αν θα διασφάλιζε την εξωτερική πολιτική, αν θα εξισορροπούσε στοιχειωδώς την καταπολέμηση της ανεργίας με τον σεβασμό στον κόπο του εργάτη, αν θα συντόνιζε μια αναβάθμιση των δημόσιων νοσοκομείων και των σχολείων.

Γι’ αυτό λοιπόν, είναι άλλο η καταπολέμηση της διαφθοράς με όρους διαφάνειας και νομιμότητας κι άλλο η κατάχρηση της σκανδαλολογίας ως κύριου επιχειρήματος που αποπροσανατολίζει την ψήφο στις εκλογές. Γι’ αυτό επίσης η γενική απαξίωση της πολιτικής, καθώς και η υπονόμευση του Συντάγματος και του κράτους δικαίου στο όνομα της ανάγκης να καταπολεμηθεί η φαυλοκρατία, θα θυμίζουν πάντοτε τη δικτατορία.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Σημειώσεις

1. Π. Λασκούμ, Διαφθορά (μτφρ.: Α. Φιλιππάκου, 2003), 163 2. Ν. Κοτζιάς, Πρόλογος στο παραπάνω, .

3. Βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, «Αυτόκλητοι εισαγγελείς» και ηθικολογία, «Ελευθεροτυπία», 15/12/1999.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι