Ποια μεταρρύθμιση για τους ΟΤΑ...

Γιώργος Σωτηρέλης, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 27/11/2005

Η αχίλλειος πτέρνα της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν αναμφίβολα η αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του ελληνικού κράτους. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις θα αποτελούσαν προνομιακό πεδίο άσκησης πολιτικής από τη νέα κυβέρνηση.

Ωστόσο, κοντεύουν δύο χρόνια κυβερνητικής εξουσίας και παρά τις προεκλογικές μεγαλοστομίες περί «επανίδρυσης του κράτους» αλλά και τους μετεκλογικούς λεονταρισμούς περί «νταβατζήδων», η πολιτική της Ν.Δ. για το κράτος έχει καταστεί προ πολλού η χλεύη των ηττημένων. Ο λόγος είναι απλός: Το μόνο μέλημα της κυβέρνησης είναι η λαφυραγώγηση και ο ασφυκτικός κομματικός έλεγχος του κρατικού μηχανισμού.

Ας δούμε τα πράγματα συγκεκριμένα:

Α Με βάση τον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί στη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά και τις προτάσεις που μορφοποιήθηκαν σταδιακά, στη συνέχεια, τόσο από κόμματα όσο και από αυτοδιοικητικούς και επιστημονικούς φορείς, έχει διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη ατζέντα μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι οποίες συγκεντρώνουν πλέον, ιδίως μετά την άμβλυνση των επιμέρους διαφοροποιήσεων μεταξύ ΚΕΔΚΕ και ΕΝΑΕ, ευρύτατη συναίνεση -που υπερβαίνει τα στενά κομματικά όρια- είναι:

1. Αναδιάταξη της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, μέσω της αναβάθμισης των δήμων, τόσο από την άποψη των τοπικών ορίων, που θα μπορούσαν να επεκταθούν στο επίπεδο της παλαιάς επαρχίας, όσο και από την άποψη της -επιτακτικής πλέον- ανασυγκρότησης των διοικητικών τους μηχανισμών.

2. Επέκταση των ορίων της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης στο επίπεδο της περιφέρειας, με μια οργανωτική δομή που θα αποτελεί διαλεκτική υπέρβαση της προηγούμενης, καθώς θα περιλαμβάνει:

-α) Περιφερειακό συμβούλιο, που θα εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία (με ενδεχόμενη ποσόστωση για την εκπροσώπηση των μικρότερων νομών, ως νομαρχιακών πλέον διαμερισμάτων του περιφερειακού ΟΤΑ).

-β) Αιρετό περιφερειάρχη, που θα εκλέγεται είτε άμεσα, όπως ο σημερινός νομάρχης, είτε έμμεσα, από το περιφερειακό συμβούλιο, εκλεγόμενο, στην περίπτωση αυτή, με αναλογικό σύστημα.

-γ) Αιρετούς νομάρχες, που θα εκλέγονται χωριστά σε κάθε διαμέρισμα -κατερχόμενοι πάντως ως υποψήφιοι του περιφερειακού συνδυασμού- και θα προΐστανται των αντίστοιχων αυτοδιοικητικών υπηρεσιών, εκτελώντας τις αποφάσεις του περιφερειακού συμβουλίου.

3. Καθιέρωση μητροπολιτικής αυτοδιοίκησης, για τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και παρεμφερούς νησιωτικής, με ακόμη ισχυρότερους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ. Οι συγκεκριμένες αυτοδιοικητικές αρχές θα αποτελούν μια ειδικότερη μορφή της περιφερειακής αυτοδιοίκησης στις εν λόγω περιοχές, κατά την επικρατούσα εκδοχή, ενώ, εναλλακτικά, οι μητροπολιτικές αρμοδιότητες θα μπορούσαν να αναληφθούν από τους αναβαθμισμένους, σύμφωνα με το σύνταγμα, συνδέσμους των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ.

4. Ευρεία φορολογική αποκέντρωση, ώστε ένα μέρος των φόρων να εισπράττεται και να αξιοποιείται από τους ΟΤΑ -ως «τοπικά έσοδα» κατά το αναθεωρημένο σύνταγμα- διότι μόνο έτσι μπορούν να κάνουν έναν στοιχειώδη οικονομικό προγραμματισμό, χωρίς την «ελεημοσύνη» της κεντρικής διοίκησης.

5. Ριζική μεταρρύθμιση του τοπικού πολιτικού συστήματος, με παράλληλη διασφάλιση της καταστατικής θέσης των αιρετών, ώστε η μεν δημοκρατική νομιμοποίηση να συνδεθεί με την υπευθυνότητα και τον κοινωνικό έλεγχο, η δε εγγύτητα προς τον πολίτη να συνδυασθεί με την πολιτική αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών (βλ. αναλυτικά τις διπλανές στήλες).

6. Καθιέρωση ενός αξιόπιστου συστήματος εποπτείας της τοπικής αυτοδιοίκησης, που συνεπάγεται, ανεξάρτητα από το ειδικότερο οργανωτικό μοντέλο που θα επιλεγεί, τη λειτουργία ενός κατάλληλα στελεχωμένου και αμερόληπτου μηχανισμού, προκειμένου να τεθεί τέρμα στα φαινόμενα τοπικής διαφθοράς και διαπλοκής, που κλονίζουν σοβαρά το κύρος των αυτοδιοικητικών θεσμών.

Β Τι κάνει απέναντι σε όλα αυτά η κυβέρνηση; Αντί να απλοποιήσει και να καταστήσει λειτουργικότερο, κατά τα ανωτέρω, το διοικητικό μας σύστημα -αναπόσπαστο τμήμα του οποίου είναι και η τοπική αυτοδιοίκηση- το επιβαρύνει ακόμη περισσότερο.

*Πρώτον, διατηρώντας ξεπερασμένα σχήματα, όπως οι σημερινοί ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, που έχουν αγγίξει προ πολλού τα όριά τους,

*Δεύτερον, σωρεύοντας νέα διοικητικά επίπεδα, τα οποία όχι μόνον προκαλούν σύγχυση και ανασφάλεια στον πολίτη αλλά και καταλήγουν, εντέλει, σε βάρος της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Πράγματι, τι νόημα έχει η -αποδεδειγμένα αποτυχημένη- καθιέρωση αιρετών οργάνων στη διοικητική περιφέρεια, όταν τόσο τα εσωτερικά όσο και τα ευρωπαϊκά δεδομένα βοούν για την καθιέρωση περιφερειακής αυτοδιοίκησης;

Και ιδίως: τι εξυπηρετεί η καθιέρωση των πέντε «αναπτυξιακών υπερπεριφερειών», όταν είναι γνωστό ότι η κύρια νομιμοποιητική βάση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης είναι η δημοκρατική συμμετοχή στην εκπόνηση τοπικών αλλά και την εξειδίκευση των εθνικών αναπτυξιακών προγραμμάτων;

Αλλά και γενικότερα: Είναι δυνατόν μια χώρα με το μέγεθος και τον πληθυσμό της Ελλάδας να αντέξει τόσες -διοικητικές και αυτοδιοικητικές- περιφερειακές δομές, με όλες τις επικαλύψεις και τις δυσλειτουργίες που αναπόφευκτα συνεπάγονται; Εξάλλου, με ποιον θα συναλλάσσεται άραγε σε περιφερειακό επίπεδο η Ευρωπαϊκή Ενωση, όταν στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο προνομιακός συνομιλητής της είναι η περιφερειακή αυτοδιοίκηση, ως δημοκρατικό αντίβαρο στην αποδυνάμωση του εθνικού κράτους;

Ωστόσο, οι επικίνδυνοι πειραματισμοί της κυβέρνησης εις βάρος της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν σταματούν εδώ. Το αποκορύφωμα της μικροκομματικής λογικής της είναι το 42%, για το οποίο προβάλλει, ιδίως, το εξής επιχείρημα: αφού ολόκληρη κυβέρνηση μπορεί να εκλεγεί με αυτό το ποσοστό, γιατί όχι και ο δήμαρχος ή ο νομάρχης; Το επιχείρημα είναι ευλογοφανές πλην έωλο, καθώς δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πώς είναι δυνατόν η ρύθμιση αυτή να παραλληλίζεται με μια κατ’ οικονομίαν λύση για τη διασφάλιση κυβερνητικής σταθερότητας, στο πλαίσιο αναλογικής εκλογής και κοινοβουλευτικού συστήματος;

Με άλλα λόγια: τι σχέση έχει ένα σύστημα που με 42% δίνει, υπό προϋποθέσεις, οριακή πλειοψηφία σε μια κυβέρνηση -η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί με άρση της εμπιστοσύνης της Βουλή- με ένα σύστημα, που οδηγεί, με τη μειοψηφία του 42%, όχι μόνον στην εκλογή για μια αδιατάρακτη τετραετή θητεία του δημάρχου ή του νομάρχη αλλά και στην κατάληψη των 3/5 των εδρών του αντίστοιχου συμβουλίου;

Μπορούν, άραγε, να συγκρίνονται, ελαφρά τη καρδία, τόσο ανόμοιοι θεσμοί, απλώς για τη δημιουργία εντυπώσεων; Και ιδίως: επιτρέπεται να παραγνωρίζεται η καθοριστική σημασία της απόλυτης πλειοψηφίας -με το ισχύον τουλάχιστον σύστημα- για την ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση των αιρετών οργάνων της αυτοδιοίκησης;

Αλλά και το επιπρόσθετο επιχείρημα για την αποφυγή αθέμιτων συναλλαγών στον δεύτερο γύρο δεν είναι εξίσου προσχηματικό αλλά και υποτιμητικό για τους πολίτες; Ποιος κρίνει, σε τελευταία ανάλυση, τους υποψηφίους στον δεύτερο γύρο; Πόσες φορές οι εκτός μάχης συνδυασμοί αποφεύγουν να πάρουν θέση, μιλώντας για «ψήφο κατά συνείδηση», αλλά και πόσες φορές αγνοήθηκε η τυχόν έκκλησή τους υπέρ του ενός εκ των δύο υποψηφίων; Ακόμη, όμως, και αν παρατηρούνται κάποιες αθέμιτες συναλλαγές, ποιος εγγυάται ότι προ των εκλογών θα επικρατήσουν ξαφνικά οι αρχές και τα προγράμματα; Και το σπουδαιότερο: δεν οδηγεί το νέο σύστημα σε έναν καταφανή εκβιασμό των μικρών και ανένταχτων σχημάτων, εξαναγκάζοντάς τα να συμπορευθούν με τα ισχυρότερα; Και εν πάση περιπτώσει: Εχει το ίδιο πολιτικό βάρος μια συμμαχία που οδηγεί σε απόλυτη πλειοψηφία με μια συμμαχία που οδηγεί σε ένα αυθαίρετο μειοψηφικό ποσοστό, που βαφτίζεται, για τις κομματικές ανάγκες της Ν.Δ., πλειοψηφία;

Γ Μετά από όλα αυτά αναρωτιόμαστε: Είναι δυνατόν ο πρωθυπουργός, που τόσο επέμενε προεκλογικά για σημαντικές τομές στο κράτος, να εννοούσε αυτά τα φαιδρά και όζοντα μικροπολιτικής μέτρα; Είναι δυνατόν να αγνοεί τόσο κραυγαλέα την αναγκαιότητα ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων για τη διοικητική μεταρρύθμιση; Δεν τον ενδιαφέρει η αντίθετη γνώμη τόσο της ΚΕΔΚΕ όσο και της ΕΝΑΕ; Δεν τον ενδιαφέρουν ούτε οι έντονες διαφωνίες των δικών του αυτοδιοικητικών στελεχών, με προεξάρχουσα τη δήμαρχο Αθηναίων, που έχει από καιρό συλλάβει, ζώντας από κοντά τα προβλήματα, τα μηνύματα των καιρών;

Γιατί επιμένει να αγνοεί ακόμη και προτάσεις δικών του συμβούλων και να συντάσσεται με λύσεις καταστροφικές για το πολιτικό και διοικητικό μας σύστημα;

*Δυστυχώς δεν περιμένουμε απάντηση. Διότι, για να παραφράσουμε τον ποιητή, τόσο σοφοί που γίναμε, στα δύο τούτα χρόνια, ήδη το καταλάβαμε οι «επανιδρύσεις» τι σημαίνουν;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι