Ευημερία και ανέχεια

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 30/11/2005

Την περασμένη εβδομάδα μάθαμε κάτι που ήδη ξέραμε: ότι το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα ανεβαίνει συνεχώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία μιας έρευνας, όλοι οι δείκτες που αποτυπώνουν την υλική ευημερία ακολουθούν πορεία ανοδική, με αποτέλεσμα τα ποσοστά των Ελλήνων που διαθέτουν από έγχρωμη τηλεόραση και κινητό τηλέφωνο μέχρι δεύτερη κατοικία να είναι σήμερα σαφώς υψηλότερα από ό,τι ήταν πριν από μερικά χρόνια, πόσο μάλλον πριν από μερικές δεκαετίες. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, εξίσου πραγματικό, το οποίο μαθαίνουμε κάθε μέρα: η φτώχεια όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά ολοένα και περισσότεροι αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο και ποια σχέση μπορεί να έχουν με την ελεύθερη αγορά;

Ας αρχίσουμε με το επιχείρημα εκείνων που πιστεύουν στην αγορά, επιχείρημα πολύ πιο σοβαρό από όσο παραδέχονται οι αντίπαλοί της: το ισχύον σύστημα, με τις αδικίες, την ανισότητα και την εκμετάλλευση, εξασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη (στις χώρες του λεγόμενου «πρώτου κόσμου» τουλάχιστον). Αυτή ακριβώς την ανάπτυξη δεν μπόρεσε να επιτύχει ο υπαρκτός σοσιαλισμός και γενικά οι κοινωνίες όπου δεν λειτούργησε η αγορά. Συνεπώς, συνεχίζουν, συνιστά πρόοδο το γεγονός ότι φτωχοί μεν εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά σήμερα είναι πολύ πιο πλούσιοι σε σύγκριση με τους φτωχούς του παρελθόντος. (Το λεγόμενο «όριο της φτώχειας» δεν είναι απόλυτο νούμερο· είναι ποσοστό.) Με άλλα λόγια, οι ανισότητες παραμένουν -το βιοτικό επίπεδο όμως ανεβαίνει συνεχώς.

Τότε πώς εξηγείται η διάχυτη δυσαρέσκεια; Νομίζω ότι οι υπέρμαχοι της αγοράς δυσκολεύονται να την καταλάβουν και ίσως την προσλαμβάνουν ως αχαριστία, επειδή διαπράττουν το εξής στοιχειώδες λάθος: πηγαίνουν πίσω στο χρόνο, σαν να έχουν μπροστά τους έναν φτωχό της δεκαετίας του ’50, ο οποίος, σύμφωνα με τη λογική τους, θα όφειλε να είναι ευγνώμων επειδή η αγορά τού εξασφάλισε όχι μόνο ένα πιάτο φαΐ -κάτι διόλου αυτονόητο εκείνη την εποχή- αλλά τηλεόραση, πλυντήριο και αυτοκίνητο. Ομως η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή. Οσο παράξενο κι αν φαίνεται, η αίσθηση της αδικίας και της στέρησης εκείνων που τότε δεν είχαν ούτε ηλεκτρικό ούτε τηλέφωνο και το νερό τους το έπαιρναν από τη βρύση του χωριού, ήταν μικρότερη από εκείνη που κυριεύει σήμερα όσους διαθέτουν μεν όλες αυτές τις ευκολίες, αλλά δεν μπορούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Γιατί η φτώχεια αντέχεται περισσότερο όταν είναι αναμενόμενη και περιχαρακωμένη.

Οταν όμως σε βομβαρδίζουν διαφημίσεις για καταναλωτικά αγαθά τα οποία δεν μπορείς να αγοράσεις, αλλιώς αντιδράς. Επιπλέον, το να τρως κρέας μόνο μερικές φορές το χρόνο, όπως παλιά, ήταν σίγουρα δυσάρεστο. Στις μέρες μας όμως είναι ακόμα πιο δυσάρεστο όταν τρως κρέας πιο συχνά, όχι όμως όποτε θα ήθελες, ενώ δίπλα στο σπίτι σου λειτουργεί ινστιτούτο αδυνατίσματος.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι το παρελθόν μπορούμε να το γνωρίσουμε -ως παρελθόν όμως. Και γι’ αυτό δεν έχει νόημα να κάνουμε τέτοιες συγκρίσεις, δηλαδή να σκεφτόμαστε το σήμερα με τις κατηγορίες του χτες. Η φτώχεια, η αδικία, η ανισότητα για όποιον τη βιώνει έχει μια απόλυτη διάσταση επειδή είναι παρούσα και δεν απαλύνεται από τη σκέψη ότι πριν από πενήντα χρόνια, ή πριν από πεντακόσια, τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Ωστόσο, για τους πολέμιους της ελεύθερη αγοράς προκύπτει ένα άλλο ερώτημα, το οποίο αποφεύγουν επιμελώς να θέσουν: αν καταργήσουμε την ανισότητα και την εκμετάλλευση που συνεπάγεται η αγορά, θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε την οικονομική ανάπτυξη; Τις προάλλες άκουσα τον Γ. Δραγασάκη του Συνασπισμού να λέει ότι είναι υπέρ της ανάπτυξης, αλλά πρέπει τα οφέλη της να διανέμονται δικαιότερα.

Βάζοντας κατά μέρος αυτό το «δικαιότερα», το οποίο παραπέμπει σε ήπια σοσιαλδημοκρατία και όχι στη ριζοσπαστική εκδοχή της Αριστεράς, η δήλωσή του παρακάμπτει το μείζον πρόβλημα: μήπως η ανάπτυξη προϋποθέτει την αδικία και την εκμετάλλευση; Μήπως δηλαδή η ευημερία και η ανέχεια πάνε μαζί;

Κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει ότι το τι συνέβη μέχρι τώρα δεν προδικάζει τι θα συμβεί στο μέλλον. Συνεπώς η αγορά, ως κοινωνικό φαινόμενο και όχι ως νόμος της φύσης, μπορεί να αλλάξει. Σε αυτό το αφηρημένο επίπεδο θα είχε απόλυτο δίκιο. Παραμένει όμως το αίτημα να βρεθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος που θα εξασφαλίζει όχι μόνο την ανάπτυξη αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη, την κατάργηση της εκμετάλλευσης και την ισότητα. Μέχρι τότε, και οι μεν και οι δε θα έχουν το δίκιο τους.

Οι υπέρμαχοι της αγοράς εφόσον ανεβαίνει συνεχώς το βιοτικό μας επίπεδο, και οι πολέμιοί της γιατί το υποχρεωτικό τίμημα, που είναι η φτώχεια, θα συνεχίζουν κάποιοι να το πληρώνουν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι