Ο καλός οικονομολόγος και ο προϋπολογισμός του 2005

Αιμίλιος Ζαχαρέας, Ελευθεροτυπία, 06/12/2005

«Το μεγάλο λάθος των μαρξιστών και όλου του 19ου αιώνα ήταν ότι πίστευαν πως βαδίζοντας μόνοι τους κατευθείαν εμπρός θα έφθαναν στον ουρανό»

Σιμόν Βέιλ

Ας προσπαθήσουμε ν’ αναδείξουμε μερικά στοιχεία δηλωτικά της εσώτατης σημασίας των οικονομικών φαινομένων και σε απόσταση από το σύνηθες περιεχόμενο της κριτικής του φετινού προϋπολογισμού.

Το σκηνικό είναι γνωστό. Η εκάστοτε αντιπολίτευση, φανατικός οπαδός της θεωρίας τούθ «σήκω εσύ να κάτσω εγώ», κατακεραυνώνει τις κυβερνητικές προτάσεις, παραθέτοντας σειρά επιθετικών προσδιορισμών, όπως αντιαναπτυξιακός, ταξικός, ελλειμματικός, φορομπηχτικός και πάει συνέχεια. Η συνολική, όμως, απόρριψη κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας υποβιβάζει, κατ’ εμέ, το διανοητικό «πρόσωπο» της κάθε αντιπολίτευσης και προπαντός τα άτομα που την εκφράζουν.

Η κυβέρνηση, αντιθέτως, ισχυρίζεται πως των πραγμάτων ούτως εχόντων (προηγηθέντα ελλείμματα, δημόσιο χρέος, διαφθορά, διαπλοκή, παραποίηση στοιχείων κ.λπ.) κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, θεωρώντας πως τα ληφθέντα μέτρα είναι αναγκαία. Μάλλον σφάλλει. Είναι άραγε έτοιμη να δεχτεί παρεμβάσεις και αλλαγές;

Τι πρέπει όμως να γνωρίζουν οι πολίτες, όταν θα βομβαρδίζονται από τους «ειδικούς» στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες για την πορεία της οικονομίας μέσα από την ανάλυση του προϋπολογισμού; Καλόν είναι να πιστέψουν πως οι οικονομολόγοι αντιμετωπίζουν μια πολύπλοκη κοινωνική πραγματικότητα σε συνεχή κίνηση. Η οικονομική πολιτική που υιοθετεί ο κ. Αλογοσκούφης βασίζεται σε υποθέσεις που αποτελούν δραματικές απλοποιήσεις της πραγματικότητας. Ο καλός οικονομολόγος δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στη λογική συνοχή των θεωριών του, που συνήθως επιβεβαιώνονται με τη χρήση των μαθηματικών. Επιπροσθέτως, πρέπει να έχει μια πραγματική ευαισθησία για την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Πρόκειται για ένα αισθητήριο χαρακτηριστικό των μεγάλων επιχειρηματιών και των καλύτερων πολιτικών.

Ο σκοπός είναι ν’ αποφεύγονται τα λάθη. Διότι τα λάθη των οικονομολόγων μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες, επειδή οι οικονομικές θεωρίες χρησιμοποιούνται ως οδηγός για τις πολιτικές επεμβάσεις στο οικονομικό πεδίο. Ο σημερινός υπουργός της Οικονομίας, όπως και κάθε οικονομολόγος, θεμελιώνει τις παρατηρήσεις και τις αναλύσεις του σε μια θεώρηση της κοινωνίας της οποίας είναι μέλος.

Συνήθως, λοιπόν, ο οικονομολόγος είναι ένας ηθικολόγος, ένας πολιτικός, ένας ιδεολόγος, ανεξαρτήτως σε ποια σχολή ανήκει και παρ’ όλον ότι καταβάλλει προσπάθεια να εμφανίζεται ως καθαρός επιστήμονας, διότι «καθαρός» δεν είναι κανένας οικονομολόγος. Φαίνεται, επομένως, πως δεν υπάρχουν επιστημονικές θεωρίες της Δεξιάς και της Αριστεράς. Υπάρχουν θεωρίες εσφαλμένες ή εν αναμονή να επιβεβαιωθούν από τη ζωή και την Ιστορία.

Οπροϋπολογισμός του 2005 και η σύνολη οικονομική πολιτική της Ν.Δ. στηρίζεται στα «οικονομικά της προσφοράς» (supply-side economics), ήτοι στην παραγωγή. Ας παραχθούν τα αγαθά, υποστηρίζει, και η αγοραστική δύναμη για την αγορά τους θα δημιουργηθεί στην ίδια την παραγωγική διαδικασία. Αποβλέπει να περιορίσει το δημόσιο τομέα, που είναι «σπάταλος», «διεφθαρμένος» κ.λπ., διότι «προϋποθέτει» πως η ιδιωτική ζήτηση θα επεκταθεί, με αποτέλεσμα την άνοδο της απασχόλησης (σήμερα 10% και κάτι η ανεργία) και του ρυθμού αναπτύξεως (σήμερα 3,6%). Τι λέει, όμως, ο ρυθμός αυτός από πλευράς περιεχομένου; Επιπροσθέτως, μειώνει τη φορολογία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ποσοστό 25% σταδιακά μέχρι το 2008. Ο κ. Αλογοσκούφης εικάζει πως η μείωση των φόρων θα αποταμιευθεί κατά ένα μεγάλο μέρος και θα διοχετευθεί στις επενδύσεις.

Κατανάλωση πριν από την αύξηση παραγωγής

Εμείς είμαστε σκεπτικιστές. Η Ιστορία δείχνει πως η ροπή προς κατανάλωση που καλύπτει το μέγα τμήμα των αποταμιεύσεων θα στραφεί προς την αγορά καταναλωτικών αγαθών γι’ αρκετό διάστημα πριν οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής μέσω των επενδύσεων. Η πολιτική αυτή θα ενισχύσει την άνοδο του πληθωρισμού και την αδυναμία να μειωθούν επαρκώς τα ελλείμματα. Αλλωστε, στην Ελλάδα ζούμε.

Κι ερχόμαστε στο σπουδαιότερο μέρος της κυβερνητικής πολιτικής, που είναι η ανταπόκριση των μέτρων στις επενδύσεις, διότι αφού τα έσοδα από τη φορολογία κατευθύνονται κατά ποσοστό περίπου 95% σε μισθούς, συντάξεις και παροχές στα ασφαλιστικά ταμεία, ελάχιστα πράγματα θα γίνουν από το κράτος. Ισως υπάρξει κάποια ανταπόκριση από την επιχειρηματική τάξη -μέχρι σήμερα αδιαφορεί- επειδή βλέπει πως αυξάνονται οι προσδοκίες για άνοδο της παραγωγής και της παραγωγικότητας.

Υπάρχει έδαφος να είμαστε αισιόδοξοι γι’ αυτές τις προσδοκίες; Η ενδεχόμενη μείωση του ποσοστού της ανεργίας μέσω επενδύσεων εξαιτίας του περιορισμού της φορολογίας, συνήθως στρέφεται σε μικρές επιχειρήσεις, όπως καταστήματα fast food, μαγαζιά, παροχές υγείας και προσωπικές υπηρεσίες που δεν έχουν τέλος. Ισως η δραστηριότητα αυτή να συμβάλει στην αύξηση του ΑΕΠ, δεν έχει όμως σημασία για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Οι μικρές αυτές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ωθήσουν το ΑΕΠ στα δυνητικά του επίπεδα. Η Ελλάδα χρειάστηκαν έναν πυρήνα βιομηχανιών ικανών να σταθούν στην παγκόσμια αγορά, πράγμα που δεν γίνεται με τα προταθέντα μέτρα. Οι επενδύσεις, όμως, στους τομείς αυτούς δεν αυξάνουν την απασχόληση (βλέπε του ιδίου στην «Ε» την 1/8/05). Απαιτούνται δραστικότερες προσβάσεις των εξωστρεφών επιχειρήσεων προς το πιστωτικό σύστημα, ακόμα και μέσω των κρατικών εγγυήσεων, υψηλή φορολογία των νοικοκυριών για άσκοπες καταναλωτικές αγορές μέσω των πιστωτικών καρτών και ακόμη υψηλότερη φορολογία των πολυτελών καταναλωτικών αγαθών. Ομως, οι πολιτικές αυτές δεν επιδοκιμάζονται συνήθως από τους οικονομολόγους-πολιτικούς των «οικονομικών της προσφοράς».

Τα παραπάνω μπορούν να γίνουν μόνον από το κράτος που παρεμβαίνει στην κατασκευή υποδομών στην επιστημονική έρευνα, στην κατάργηση της γραφειοκρατίας κ.λπ. ούτως ώστε να καταδειχθεί πως οι κρατικές δαπάνες αυξάνουν το ΑΕΠ επειδή είναι μέρος του ΑΕΠ. Αλλά η προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης σημαίνει μαζική εφαρμογή τεχνολογικών καινοτομιών και εφαρμογών, γεγονός που συνεπάγεται δραστήρια μείωση των απασχολουμένων στο Δημόσιο. Αυτή, όμως, η μείωση θα συνοδευτεί με εκπληκτική άνοδο της παραγωγικότητας. Αρα, των πραγμάτων ούτως εχόντων, ο εκσυγχρονισμός του κράτους αναβάλλεται επ’ ...άπειρον διότι ποιος τολμά ν’ αγγίξει τα «ανέγγιχτα»;

Οι αντιπαραθέσεις στα μέτρα της οικονομικής πολιτικής δεν πρόκειται να σταματήσουν και η ετυμηγορία για την ορθότητά τους δεν θα γίνει από κανένα δικαστήριο οικονομολόγων. Θα καθοριστεί στην αίθουσα της Ιστορίας. Αν θέλει όμως κάποιος να είναι αμερόληπτος πολίτης, κατά το δυνατόν, δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει την έντιμη προσπάθεια της σημερινής κυβέρνησης να «νοικοκυρέψει» τα οικονομικά μεγέθη, όπως π.χ. ότι ο προϋπολογισμός τους 2004 (του ΠΑΣΟΚ δηλαδή) εμφάνιζε έλλειμμα 1,2% του ΑΕΠ για να φτάσει το 6,6% στο τέλος του χρόνου, το οποίο μειώθηκε στο 4,3% το 2005. Δεν είχαμε επίσης έκρηξη του ποσοστού της ανεργίας, ενώ ο ρυθμός της ανάπτυξης (η σύνθεση, όμως, της οποίας δεν είναι η επιθυμητή) έτρεχε στο 3,6% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, η Ν.Δ. προσπαθεί να διαχειριστεί τον ελληνικό καπιταλισμό με κάποιους κανόνες. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Τι μας διδάσκει, λοιπόν, η Ιστορία; Διδάσκει πως οι απόψεις του Adam Smith (μην ξεχνάμε πως υπήρξε ο πρώτος που θεμελίωσε την έννοια του κατά κεφαλήν εισοδήματος), του Karl Marx, του John Maynard Keynes επηρεάζουν έντονα τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε και ερμηνεύουμε τα οικονομικά φαινόμενα.

Κοντολογίς, η πολιτική εικόνα του καπιταλιστικού συστήματος που έχει ο καθένας μας αποφασίζει για τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής των οποίων επιδιώκουμε την εφαρμογή. Ισως είναι αναγκαίο με αυτό το παραπάνω πνεύμα να σταθούμε στις «κόντρες» για το νόημα και τις επιδιώξεις της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, ενώ εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο το αίτημα «να συνεννοηθούμε» οι Ελληνες για θέματα που μας αφορούν όλους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι