Η ελαφρότητα των εθνικών κοινοτοπιών

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 09/01/2016

«Οπως η Ιστορία μάς έχει αποδείξει, τα μεγάλα και σημαντικά τα πετύχαμε ενωμένοι». Αυτή την εθνική κοινοτοπία την έχουμε ακούσει δεκάδες φορές, την ακούσαμε άλλη μια φορά από τον κ. Παυλόπουλο στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμα. Συνηθίζεται ο κάθε Πρόεδρος της Δημοκρατίας να απευθύνει ενωτικές παραινέσεις και ο συγκεκριμένος προσπαθεί επιπλέον να βοηθήσει πολιτικά την κυβέρνηση Τσίπρα. Το εντυπωσιακό με τις εθνικές κοινοτοπίες είναι ότι συνδυάζουν την ιστορική ελαφρότητα με τη στερεότητα του αυτονόητου που έχουν αποκτήσει στη συλλογική συνείδηση.

Γι’ αυτό, κάπου μεταξύ πολιτικού σχολιασμού και εορτινής παιδιάς, αξίζει να σταθούμε στο ανιστόρητο της κοινοτοπίας. Γιατί, πράγματι, έχει διαψευστεί επανειλημμένα στη νεότερη ιστορία μας. Η εθνική ενότητα μπορεί να υπήρξε ευχή ή ξόρκι σε μια χώρα που συχνά βίωσε σκληρές πολώσεις, αλλά δεν αποτέλεσε προϋπόθεση «των μεγάλων και σημαντικών» του νέου Ελληνισμού. Αντιθέτως, τα εθνικά επιτεύγματα πραγματοποιήθηκαν σε συνθήκες που περιλάμβαναν εμφύλιες συγκρούσεις, χωρίς αυτές να τα ακυρώσουν. Συχνά μάλιστα οι επιτυχίες παρήγαγαν αργότερα ευρύτερες εθνικές συναινέσεις. Αρκούν δύο μακρινά αλλά μείζονα παραδείγματα. Η Επανάσταση του 1821 - και η ίδρυση σύγχρονου εθνικού κράτους - συνιστά αναμφισβήτητα το ύψιστο επίτευγμα του νέου Ελληνισμού. Πρώιμη σε σχέση με τον γεωπολιτικό μας περίγυρο και πρώτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αποτέλεσε τη θεμελιακή αλλαγή που εισήγαγε τον Ελληνισμό στη νεωτερικότητα, καθόσον «πολιτισμός» από τον 17ο - 18ο αιώνα και ύστερα σήμαινε πρωτίστως κράτος. Η επίτευξη του επαναστατικού στόχου έγινε παρά το εσωτερικό κόστος του εμφυλίου πολέμου 1824-1826. Και ενώ η Επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά, μετατράπηκε σε πολιτική επιτυχία χάρη στην επιδέξια πολιτική διαχείριση των διεθνών συσχετισμών και συμμαχιών, με κορύφωση τη ναυμαχία του Ναβαρίνου. Το νεοπαγές κράτος δημιούργησε έπειτα τις συνθήκες ευρύτατων συναινέσεων στα κεφαλαιώδη: εμπέδωση της εθνικής ταυτότητας, ηγεμονία των ιδεών της λαϊκής κυριαρχίας και του Συντάγματος.

Δεύτερη μεγάλη ιστορική στιγμή ήταν αναμφίβολα η επέκταση του κράτους στα σημερινά περίπου σύνορα κατά την πολεμική δεκαετία 1912-22. Και πάλι η «εθνική ολοκλήρωση» έγινε σε συνθήκες εμφυλίου. Ο Εθνικός Διχασμός έφθασε έως τη διάσπαση του κράτους. Χρειάστηκε η ζωτική συνάντηση του φιλελευθερισμού και της εθνικής ιδέας, χρειάστηκε η χαρισματική πολιτική ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου που είχε τη διορατικότητα και την αποφασιστικότητα να στοιχίσει τη χώρα με τη νικηφόρα συμμαχία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά τον Διχασμό, το νέο μεγαλωμένο κράτος αφομοίωσε επιτυχώς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, ολοκλήρωσε την αγροτική μεταρρύθμιση και ομογενοποίησε διοικητικά σε σύντομο χρόνο τις «νέες χώρες».

Τα «μεγάλα και τα σημαντικά» επιτεύχθηκαν λοιπόν παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις. Γιατί είχαν άλλες προϋποθέσεις και απαιτούμενα. Εγιναν σε περιόδους που ο νέος Ελληνισμός είχε τις πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές κεραίες να συλλάβει το «πνεύμα της εποχής», πρόβαλε ανάλογους εθνικούς στόχους διευρύνοντας βολονταριστικά και με θυσίες τα όρια που του έδινε το διεθνές πλαίσιο, στηρίχτηκε σε κατάλληλες και ισχυρές συμμαχίες (ιδού μια εθνική κοινοτοπία ιστορικά ακριβής), ανέδειξε πολιτικές ηγεσίες που με διορατικότητα και αποφασιστικότητα υπηρέτησαν τους στόχους, συγκρουόμενες με τις εσωτερικές αντιστάσεις και τις αδράνειες. Εντούτοις, η συχνή σύμπλεξη σημαντικών επιτυχιών και εμφύλιων συγκρούσεων έδωσε λαβή σε άλλες εθνικές κοινοτοπίες που επιβιώνουν ερήμην της ιστορικής πραγματικότητας. Οπως η ερμηνεία της νεοελληνικής ιστορίας σαν «ξενοκρατίας» ή σαν την αριστερή κατασκευή «οι Ελληνες έθνος αντιστασιακό» (με την υπογραφή μάλιστα του σπουδαίου Νίκου Σβορώνου). Σε αντίθεση με αυτά τα στερεότυπα, η σύγχρονη ιστοριογραφία δείχνει ότι η Ελλάδα κατά κανόνα υπήρξε το enfant gâté της πολιτικής των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και ευνοήθηκε τόσο για λόγους γεωπολιτικούς όσο και ιδεολογικούς, καθώς ο αρχαίος Ελληνισμός αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Στην πραγματικότητα, η εκδήλωση εσωτερικών συγκρούσεων κατά τη φάση οικοδόμησης του σύγχρονου κράτους και της εθνικής ολοκλήρωσης, των διαδικασιών εκδημοκρατισμού και εκβιομηχάνισης, της στοίχισης στη διάρκεια των δύο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα δεν αποτέλεσε ελληνική ιδιοτυπία. Κάθε άλλο. Σύμφωνα με την επικρατούσα θεωρία τα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα κρατούσαν μέχρι πρόσφατα την καταγωγή τους από τις ανωτέρω κρίσιμες για κάθε νεωτερική κοινωνία «στιγμές». Η ελληνική ιστοριογραφία δεν έχει λοιπόν να εξηγήσει κάποια ιδιαιτερότητα ως προς την ιστορική διαλεκτική επιτευγμάτων - εσωτερικών συγκρούσεων, πέρα από το να καταγράψει το εκάστοτε κόστος. Αλλωστε, εξίσου ενδιαφέρον έχει και το αντίθετο φαινόμενο, της «εθνικής τύφλωσης». Τα επεισόδια εκείνα που επιτυγχάνεται εθνική ενότητα αλλά σε λάθος βάση και με κατάληξη το φιάσκο (π.χ. πόλεμος 1897, μεταπολιτευτικό «μακεδονικό»).

Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Ελλάδα του 20ού κυρίως αιώνα ήταν ο εκδημοκρατισμός των αναπόφευκτων συγκρούσεων, η αμοιβαία αναγνώριση των συγκρουόμενων ως αντιπάλων και όχι ως εχθρών, η μετέπειτα επεξεργασία των εθνικών τραυμάτων και η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας πολιτικής της μνήμης που να οδηγεί στην καταλλαγή και την εθνική αυτογνωσία. Αυτά είναι βασικά κριτήρια της ποιότητας του πολιτισμού της δημοκρατίας. Η Μεταπολίτευση έκανε σοβαρά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Υπήρξε ασφαλώς η πιο πρόσφατη μεγάλη εθνική στιγμή, ακολούθησε πολλά από τα διδάγματα των σημαντικών επιτευγμάτων του παρελθόντος.

Με την κρίση η πορεία ανακόπηκε και η Ελλάδα βιώνει μια υποτροπή σε όλα αυτά τα μέτωπα. Το εθνικολαϊκιστικό στοιχείο, που σε κανονικότερες καταστάσεις συμπλέκεται και συντίθεται με το δημοκρατικό φιλοευρωπαϊκό, αυτονομήθηκε. Τροφοδότησε κυρίως τον αριστερο-δεξιό αντιμνημονιακό λόγο, ο οποίος έφθασε συχνά στα όρια εμφυλίου χαμηλής έντασης, επιχειρώντας να απονομιμοποιήσει τον αντίπαλο ακόμα και ως προς το εθνικό του φρόνημα. Σε αντίθεση όμως με τα προηγούμενα παραδείγματα, ο «εμφύλιος» αυτή τη φορά δεν γινόταν στην προοπτική ενός εθνικού επιτεύγματος, αλλά μιας άγαρμπης κωλοτούμπας. Χωρίς ρεαλιστικό στόχο, με προβληματικές ή άκρως αμφιλεγόμενες αναζητήσεις διεθνών συμμαχιών, με ηγεσία που μέσα σε λίγους μήνες ομολογούσε ότι είχε πέσει έξω στον υπολογισμό των ευρωπαϊκών συσχετισμών, καμία από τις προϋποθέσεις μιας εθνικής ανασυγκρότησης δεν ήταν παρούσα. Οπωσδήποτε η πολιτική ζωή της Ελλάδας χρειάζεται την καταλλαγή και την επάνοδο σε μια κανονικότητα. Αλλά μια κανονικότητα που να οδηγεί στην αλλαγή, όχι στη στασιμότητα ή στην οπισθοδρόμηση (βλέπε εκπαίδευση). Ουσιαστικό στοιχείο μιας τέτοιας κανονικότητας είναι και η καθαρή εξήγηση, για να μην πούμε η αυτοκριτική, των λόγων για τους οποίους οι αντιμνημονιακοί έγιναν μνημονιακοί μέσα σε λίγο χρόνο, μαζί με μια σαφέστερη στρατηγική για τη χώρα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης - ή, καλύτερα, της διάσωσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Προς το παρόν, αυτό που βλέπουμε είναι η συνέχεια του πολεμικού λόγου μαζί με οπορτουνιστικές εκκλήσεις συνεννόησης και «δημιουργική ασάφεια» για το μέλλον.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι