Yπάρχει προοδευτική πολιτική

H παραγωγή πολιτικού λόγου είναι ακόμη δυσχερής για το ΠAΣΟK

Αλέξης Καλοκαιρινός, Τα Νέα, 09/12/2005

Την περασμένη εβδομάδα, η πρόταση νόμου για τη ρύθμιση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας κατατέθηκε πλήρης, με την αιτιολογική της έκθεση, στη Βουλή. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά τεκμηριωμένο και νηφάλιο νομικό κείμενο. Σε κάθε καλοπροαίρετο (και έλλογο) αναγνώστη του γίνεται προφανές ότι έχει συνταχθεί με σταθερή προσήλωση στις αρχές και τις αξίες που έδωσαν το σχήμα τους στις σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, χωρίς διάθεση σύγκρουσης ή πολεμικής. Επιπλέον, ορίζει ένα πεδίο ουσιαστικού διαλόγου με κάθε μη φανατικό θρησκευόμενο πολίτη, αλλά και με εκείνες τις εκκλησιαστικές αρχές που πράγματι διέπονται από το συχνά προβαλλόμενο πνεύμα «καταλλαγής».

H πρόταση νόμου είναι απόλυτα λειτουργική. Αποβλέπει στην εγκαθίδρυση «ενός ήπιου καθεστώτος διακριτών ρόλων Πολιτείας και Εκκλησίας» και δεν απαιτεί αναθεώρηση του Συντάγματος, αν και αναγνωρίζεται ότι η συνολικότερη ρύθμιση θα χρειαστεί να απασχολήσει μιαν αναθεωρητική Βουλή.

Βέβαια, από τη στιγμή που το ζήτημα τίθεται στην εθνική αντιπροσωπεία, είναι αναπόφευκτο να αναδύεται ξανά, με πολιτικούς όρους, η ιδεολογική του διάσταση και να έρχονται ξανά στο προσκήνιο οι αντιστάσεις και οι αγκυλώσεις της μερίδας του πολιτικού κόσμου που εμμένει στη διατήρηση του συγκεχυμένου και ανορθολογικού πολιτικοθρησκευτικού μορφώματος που επιβιώνει στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Το ζήτημα αναπόφευκτα φέρνει στην επιφάνεια τη διάκριση ανάμεσα σε προοδευτικούς και συντηρητικούς πολίτες και πολιτικούς. Και στην εξέλιξή του μοιραία θα υπενθυμίσει σε όσους θα ήθελαν να το συγκαλύψουν, ότι η χώρα κυβερνάται από μια συντηρητική κυβέρνηση. Οπότε, τίθεται το ερώτημα αν η χώρα διαθέτει, τουλάχιστον, μια προοδευτική αντιπολίτευση.

Αν και το νομοπαρασκευαστικό έργο είναι στην πράξη υπόθεση της πλειοψηφίας, η κατάθεση νομοσχεδίων από την αντιπολίτευση εκπέμπει ένα διακριτό πολιτικό στίγμα. Το στίγμα αυτό αποκτά πρόσθετη συμβολική αξία σε μια περίοδο όπου ο πολιτικός λόγος, ή μάλλον ό,τι τον υποκαθιστά, παράγεται και καταναλώνεται στις μικρές οθόνες.

H πρόταση νόμου για τον εξορθολογισμό και την κανονικοποίηση των σχέσεων Πολιτείας - Εκκλησίας στο πνεύμα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών τιμά εκείνους που τη συνέταξαν και εκείνους που την υπέβαλαν. Πρόκειται για διανοουμένους και βουλευτές από τον χώρο των φιλελευθέρων και της Αριστεράς. Αναδεικνύεται έτσι ένας δυνάμει κοινός τόπος των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου.

Ωστόσο, η νομοθετική πρωτοβουλία ξεκινά εν απουσία του ισχυρότερου πολιτικού φορέα που διεκδικεί την εκπροσώπηση του προοδευτικού χώρου. Το ΠΑΣΟΚ παρακολουθεί την υπόθεση. Από τις προσεκτικές δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου του συνάγεται ότι θα τηρήσει ως επί το πλείστον θετική στάση απέναντι στην πρόταση, που χαρακτηρίζεται «υπεύθυνη». Αλλά θα περίμενε κανείς μια πιο έγκαιρη, σαφή και δεσμευτική τοποθέτηση από τους διεκδικητές της εξουσίας σε ένα ζήτημα μεγάλης θεσμικής, ιδεολογικής και πρακτικής σημασίας.

H παραγωγή πολιτικού λόγου εξακολουθεί να αποδεικνύεται δυσχερής για το ΠΑΣΟΚ. Προς το παρόν, οι αρνητικές επιδόσεις της κυβέρνησης σώζουν τα προσχήματα. Ιδιαίτερα το τελευταίο δεκαήμερο, φάνηκε αρκετό για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να παρακολουθεί τη διαρκή διακοπή κυβερνητικού ρεύματος. Αλλά ακόμα και τότε, φρόντισαν στο ΠΑΣΟΚ να δηλώσουν την παρουσία τους σε λάθος κατεύθυνση: ένα περίσσευμα Παπανδρέου δεν αναπληρώνει ένα έλλειμμα πολιτικής.

Απέναντι σ’ αυτή την υπερβολική διακριτικότητα, η αντίδραση της Εκκλησίας υπήρξε η αναμενόμενη, δηλαδή αυτή στην οποία μας έχει πλέον συνηθίσει η ηγεσία της: υψηλοί τόνοι, συνωμοσιολογικοί υπαινιγμοί και αρκετή πολιτική κουτοπονηριά. Ο Αρχιεπίσκοπος προτείνει τα ζητήματα που θίγει η πρόταση νόμου να τεθούν «στην κρίση του ελληνικού λαού» με δημοψήφισμα. Έχει ίσως την εντύπωση ότι με την κίνηση αυτή παγιδεύει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος έχει προκρίνει την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία για ζητήματα μείζονος σημασίας. Ωστόσο, ο Γ. Παπανδρέου έχει καταστήσει σαφές ότι θέματα που άπτονται της ισοπολιτείας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν υπόκεινται στη δημοψηφισματική λογική.

Καμιά πλειοψηφία δεν μπορεί να επιβάλει ή να επικυρώσει τον περιορισμό των ελευθεριών καμιάς μειοψηφίας. Και είναι προφανές ότι ρυθμίσεις που συνεπάγονται την υποχρέωση του θρησκευτικού όρκου, της εκπαίδευσης που συνυφαίνεται με την ομολογία θρησκευτικής πίστης, της υπαγωγής σε μια εκκλησιαστική αρχή κορυφαίων στιγμών της ανθρώπινης ζωής (όπως είναι η οριακή στιγμή του θανάτου) περιορίζουν στον πυρήνα της την προσωπικότητα και πλήττουν την αξιοπρέπεια όσων διατηρούν μια διαφορετική πίστη ή έχουν επιλέξει να ζήσουν χωρίς Θεό. Και αυτοί δικαιούνται και οφείλουν να δεσμεύονται δημόσια εξίσου με τους υπόλοιπους, όπου αυτό απαιτείται, με τρόπο που ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, να απολαμβάνουν την εκπαίδευση χωρίς καταναγκασμούς πίστεως, να αποφασίζουν για τη μεταθανάτια μέριμνα του σώματός τους.

Αυτά ανήκουν στις στοιχειώδεις πρόνοιες ενός πολιτικά φιλελεύθερου κράτους, που διαχωρίζει τον ιδιωτικό χώρο των προσωπικών πεποιθήσεων από τον κοινό δημόσιο χώρο μέσα στον οποίο η ιδιότητα του πολίτη εγκαθιδρύεται στους κοινούς παρονομαστές της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτά αποτελούν προτάγματα της πολύτιμης κληρονομιάς του Διαφωτισμού. Στη σύγχρονη Ελλάδα εξακολουθούν να συνιστούν αιτήματα μιας γνήσιας προοδευτικής πολιτικής. Αλλά ποιοι είναι οι πολιτικοί φορείς που την ενστερνίζονται και την εκφράζουν;

Ο Αλέξης Καλοκαιρινός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Θέμα επικαιρότητας:
Εκκλησία -Κράτος

Σύνολο: 59 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι