H πίτα λειψή, οι σκύλοι πεινάνε...

Οι εκβιασμοί του Mπλερ και το δομικό πρόβλημα της Eυρώπης

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 08/12/2005

Εξαιρετικά αβέβαιη διαγράφεται η επίτευξη συμφωνίας στην πρόταση που κατέθεσε τη Δευτέρα η βρετανική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πλαίσιο των κοινοτικών προϋπολογισμών την επταετία 2007-2013. Το στοίχημα του Τόνι Μπλερ είναι ότι οι κυρίως θιγόμενοι, οι χώρες της διεύρυνσης, θα συγκατατεθούν σε μείωση των πόρων που τους είχε υποσχεθεί η Ευρώπη για την αναδιάρθρωση και την ανάπτυξη των οικονομιών τους, προκειμένου να μην υποστούν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Διότι η απουσία νέου συμφωνημένου πλαισίου θα συνεπαγόταν φθίνουσες χρηματοδοτήσεις με αφετηρία τις χαμηλές προβλέψεις για τα νέα κράτη-μέλη τής περιόδου που λήγει το 2006.

Πρόκειται για απόπειρα εκβιασμού των φτωχότερων χωρών που προσχώρησαν το 2004 στην Ένωση, οι οποίες στο σύνολό τους σχεδόν είχαν κατά κεφαλήν εισόδημα χαμηλότερο από τις τελευταίες της παλιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ενώ είχαν ήδη υποχρεωθεί να δεχθούν σημαντικά μικρότερη αναπτυξιακή βοήθεια από όση λάμβαναν οι χώρες της μεσογειακής διεύρυνσης τα τελευταία είκοσι χρόνια. H Πολωνία, για παράδειγμα, με πληθυσμό 38 εκατομμύρια και ποσοστό ανεργίας της τάξεως του 18% δεν φθάνει καν στο μισό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: ήταν φέτος στο 47,2%. Περίπου στο μισό βρίσκονται η Σλοβακία και οι βαλτικές χώρες, η Ουγγαρία στο 62%, η Τσεχία και η Μάλτα γύρω στο 70%, με μόνες τη Σλοβενία να προσεγγίζει και την Κύπρο να ξεπερνά κατά κλάσμα της μονάδας το 82,3% της Ελλάδας. Και ας μην ξεχνάμε ότι η Ένωση ετοιμάζεται να υποδεχθεί το 2007 στους κόλπους της τριάντα εκατομμύρια Βούλγαρους και Ρουμάνους, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο 32%-34% του μέσου ευρωπαϊκού. Για την κακή πρόταση που ετέθη στο τραπέζι υπόλογος είναι βέβαια ο Βρετανός πρωθυπουργός, ο οποίος τον Ιούνιο τορπίλισε τον πιο ισορροπημένο συμβιβασμό που είχε εισηγηθεί η προεδρία του Λουξεμβούργου. Με την αδιάλλακτη άρνησή του να συζητήσει τη μείωση των επιστροφών που είχε αποσπάσει είκοσι χρόνια νωρίτερα η προκάτοχός του Μάργκαρετ Θάτσερ - όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας του είναι ίσο με της Σουηδίας, εννέα μονάδες μεγαλύτερο από της Γερμανίας και οκτώμισι από της Γαλλίας - είχε προσπαθήσει τότε να εκβιάσει νέες περικοπές των αγροτικών επιδοτήσεων του κοινοτικού προϋπολογισμού. Υπέρ της μείωσης των επιδοτήσεων, πέρα από την πρόσφατη αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα: από το εμπόδιο που συνιστά η διατήρησή τους για την ανάπτυξη των φτωχών χωρών του πλανήτη και τον κίνδυνο να καταρρεύσουν τις επόμενες ημέρες οι διαπραγματεύσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Χονγκ Κονγκ, με ευρωπαϊκή ευθύνη αυτή τη φορά, μέχρι την ανάγκη να απελευθερωθούν κοινοτικοί πόροι για την έρευνα και την ανάπτυξη, για τις αναγκαίες βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις και την κοινωνική κάλυψη των επιπτώσεών τους στην απασχόληση. Καθώς προσέκρουσε στο ανυποχώρητο γαλλικό βέτο, ο Τόνι Μπλερ δέχεται τώρα να μειωθούν οι επιστροφές της Βρετανίας για να δοκιμάσει έναν νέο, σαφώς πιο άδικο, εκβιασμό.

Πέρα όμως από τα αγγλικά διαπραγματευτικά τεχνάσματα ή τις πιο ισορροπημένες αλλά ελάχιστα πιο γενναιόδωρες λουξεμβουργιανές προτάσεις, το πρόβλημα της Ευρώπης είναι δομικό. H Γερμανία, η χώρα με τη μεγαλύτερη καθαρή συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό, έχει λυγίσει μετά την επιλογή της να χρηματοδοτήσει από εθνικούς πόρους κυρίως την επανένωσή της, εξαναγκάζεται σε οδυνηρές περικοπές και αυξήσεις φόρων για να ανταποκριθεί στο Σύμφωνο Σταθερότητας και αποκλείει να αυξήσει τις εισφορές της. Μαζί της συντάσσονται οι άλλες «πλούσιες» χώρες της Ένωσης, Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, καθεμία με το δικό της σκεπτικό. Και οι ενδοευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, όταν κάθε κυβέρνηση κοιτάει κυρίως τι θα πάρει και τι θα δώσει για να το πουλήσει καλύτερα στους ψηφοφόρους της, οδηγούν είτε σε έναν ανεπαρκή ελάχιστο κοινό παρονομαστή, είτε σε ναυάγιο.

Από το αναπτυξιακό έλλειμμα και τις μεγάλες εσωτερικές ανισότητες της Ευρώπης νοούνται σχηματικά δύο δρόμοι διεξόδου: Ο πρώτος, τον οποίο ακολουθεί η λογική Μπλερ, συνίσταται στη μεγαλύτερη απελευθέρωση των αγορών που θα επιβάλει τις αναγκαίες ανακατατάξεις. Μόνο που το κοινωνικό τους κόστος φαίνεται τόσο βαρύ, προκαλεί τόσους φόβους (βλέπε την οδηγία Μπόλκενσταϊν), που κινδυνεύει να διαλύσει πολιτικά την Ευρώπη, όπως προειδοποίησε το γαλλικό δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα. Καμία κυβέρνηση όμως δεν υποστηρίζει σήμερα τον δεύτερο, που είχε οραματισθεί ο Ζακ Ντελόρ και συμμερίζονταν αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες στις αρχές της δεκαετίας του 1990: τη γενναία αύξηση των δημόσιων κοινοτικών πόρων για επενδύσεις ευρωπαϊκής κλίμακας που θα κινητοποιούσαν την ανάπτυξη, τη διεύρυνση της απασχόλησης και την αλληλεγγύη, διευκολύνοντας την αποδοχή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, προσαρμογών, ανακατανομών. Χωρίς μια τέτοια στρατηγική, τα περί προάσπισης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου μένουν κούφια λόγια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι