Ο Κ. Σημίτης και η κεντροαριστερά

Από την εκφώνηση στην εγκατάλειψη

Δημήτρης Χατζησωκράτης, Τεύχος 2, Δεκ. 2005, Μεταρρύθμιση, 15/12/2005

Στο πλαίσιο της οικονομίας του άρθρου αυτού επιλέγω να ασχοληθώ αποκλειστικά με την άποψη του Κ. Σημίτη (Κ.Σ.) για την Κεντροαριστερά όπως αυτή αποτυπώνεται στις αναφορές του στο βιβλίο του.

Ισχυρίζομαι από την αρχή ότι ο Κ.Σ. είχε ένα συγκεκριμένο τρόπο που αντιλαμβάνονταν την υπόθεση της κεντροαριστεράς.(Σημειωτέον ότι στις 642 σελίδες του βιβλίου του η ενασχόλησή του με το θέμα εξαντλείται σε 4(!) σελίδες).

Ξετυλίγοντας την σκέψη του ο Κ. Σ. στο κεφ. «Η Εκκίνηση» και στο υποκεφ. «Το μέτωπο των κοινωνικών δυνάμεων» -όπου ήδη ελλείπει το «και πολιτικών δυνάμεων»- υπογραμμίζει : «Στόχος μου ήταν το ΠΑΣΟΚ να συνεργαστεί με ένα ευρύτερο φάσμα προσώπων και ομάδων από εκείνο που ήδη εξέφραζε». Και σπεύδει εξαρχής να υποστηρίξει ότι έπρεπε « να εγκαταλειφθεί η παλαιά αντίληψη ότι κάθε πολιτική συνεργασία σημαίνει επαφές ηγεσιών, επίσημες επιτροπές,...» Για να ολοκληρώσει ότι «η συνεργασία θα προκύψει αν διαμορφωθούν καλύτερα οι πολιτικές στοχεύσεις των όμορων χώρων μέσα από μια συνεχή διαδικασία διαλόγου.» Αυτό όμως το τελευταίο ενώ ως αφετηριακή σκέψη είναι ορθό γίνεται πολιτικό λάθος στη συνέχεια επειδή ακριβώς μένει ανολοκλήρωτο! Είναι ορθό να υπάρχουν fora αναζητήσεων και συνεχούς διαλόγου όπου θα αναλύονται μεγάλα και μικρά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, θα αναζητούνται εναλλακτικές προτάσεις και θα ανιχνεύονται συγκλίσεις. ΄Όταν όμως πρόκειται για πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες δεν διαλέγονται in vitro αλλά μπροστά στην κοινωνία και μάλιστα όταν η μία ασκεί την πολιτική εξουσία και η άλλη είναι μικρή πολιτική δύναμη στα όρια της εκλογικής επιβίωσης, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τότε ο εν γένει διάλογος χωρίς ατζέντα, η οποία θα περιλαμβάνει θεματολογία και χρόνο καταληκτικό και θα συνοδεύεται από την αντίληψη ότι όλα όσα έχουν και όπως έχουν συμφωνηθεί θα συνεξετασθούν και θα συνομολογηθούν ή όχι στο τέλος ως σύνολο(αυτό που στη διπλωματική γλώσσα καλείται ad referendum), δεν μπορεί να είναι λυσιτελής.

Ο Κ. Σ. όντως επιχείρησε να προωθήσει, ως πρωθυπουργός, την διαμόρφωση ενός πλειοψηφικού κοινωνικού-πολιτικού ρεύματος για τον εκσυγχρονισμό κάνοντας ένα πρώτο βήμα. Στο Συνέδριο του ΣΥΝ (στις 14.3.1996) παρουσίασε την άποψή του για την κεντροαριστερά. Υπογραμμίζει: «Ήταν μια στρατηγική προσέγγισης που ξεπερνούσε το επίπεδο των χειρισμών, τις επίσημες συναντήσεις αντιπροσωπειών, τις επαφές ηγεσιών τη συζήτηση του εκλογικού νόμου». Και καταλήγει: «Η συνολική προσπάθεια δεν ευοδώθηκε. Η παραδοσιακή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ δεν ήθελε να ανεχθεί μια τέτοια ανανέωση... Η απάντηση της ηγεσίας του ΣΥΝ ήταν πλήρως απορριπτική».

Η εμφάνιση των γεγονότων δεν είναι ακριβής. Και ο κόσμος του συνεδρίου υποδέχθηκε θερμά τον Κ.Σ. και ο Ν. Κων/πουλος τότε έδωσε μάχη ώστε στο ντοκουμέντο του Συνεδρίου να μην περιληφθούν θέσεις που θα απέκλειαν την υπόθεση της σύγκλισης των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στην κατεύθυνση του προοδευτικού εκσυγχρονισμού. Οι αντιπαραθέσεις όμως στο εσωτερικό και των δύο κομμάτων ήταν ισχυρές. Για διαφορετικούς λόγους. Ο Κ. Σ. δεν επανήλθε με συγκεκριμένες προτάσεις που θα εξειδίκευαν την πρότασή του. Κυριαρχούσε η αρχική επιφύλαξή του, που κατά τη διάρκεια της οκταετίας αποδείχτηκε ότι έγινε εμμονή του, να αποφεύγει οποιοδήποτε σχέδιο ή πρόταση περιελάμβανε το ζήτημα αλλαγής του εκλογικού νόμου. Η απολυτοποίηση και των αντιπροτάσεων για την προτεραιότητα της απλής αναλογικής που ακούγονταν εντονότατα από ηγετικά στελέχη του ΣΥΝ απομάκρυναν την προσφυγή σε συγκεκριμένη πρόταση διαλόγου που θα περιλάμβανε χωρίς προαπαιτούμενα και προτεραιότητες ανοικτή συζήτηση εφ΄όλης της ύλης. Και για προγραμματικές θέσεις, και για ακολουθούμενες κυβερνητικές πολιτικές και για αλλαγή του εκλογικού νόμου.

Και η συγκεκριμένη πρόταση διαλόγου δεν έγινε ποτέ. Εννοώ από την μεγάλη δύναμη, το ΠΑΣΟΚ, επισήμως, και όχι από μεμονωμένα στελέχη.

Αντιθέτως έξι μήνες μετά το Συνέδριο του ΣΥΝ στις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο Κ.Σ., καλούσε το εκλογικό σώμα να μην ψηφίσει τα «μικρά κόμματα» επειδή «λόγω εκλογικού νόμου δεν μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στη Βουλή». Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε πόσο αυτό τραυμάτισε κι εξόργισε τον κόσμο του ΣΥΝ όταν 3 χρόνια χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση επεδίωκε με όλες του τις δυνάμεις την επάνοδο στη Βουλή! Κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει την αγωνία του Κ.Σ. να αγρεύσει κάθε ψήφο για την πρώτη του εκλογική νίκη ως επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ!

Από εκεί και πέρα οι ακολουθούμενες κυβερνητικές πολιτικές επιλογές, κυρίως στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, η εμμονή σε αόριστες εκκλήσεις για την ανάγκη της κεντροαριστεράς και η γενική πρόσκληση για συστράτευση με το ΠΑΣΟΚ λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τη προώθηση μιας ουσιαστικής συνάντησης και σύγκλισης. Η επίκληση της συνεργασίας στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1998 και 2002 ως μια έμπρακτη απόδειξη της διάθεσης για συνεργασία με αμοιβαίο όφελος δεν αποδεικνύει μια ποιοτικά διαφορετική στάση του Κ.Σ. στην κατεύθυνση της προώθησης της πολιτικής σύγκλίσης. Οι χώροι παραδοσιακά, έχοντας αρκετές κοινές θέσεις στον τομέα της αυτοδιοίκησης είχαν μια συμπόρευση σε όλες τις εκλογές μετά την μεταπολίτευση!

Εμμένω στη στάση του Κ.Σ. και δεν αναφέρομαι εδώ περισσότερο στη πολιτική προσέγγιση του θέματος της σύγκλισης των δυνάμεων της κεντροαριστεράς και αριστεράς από την πρώην ηγετική ομάδα κια πολύ περισσότερο από τη σημερινή του ΣΥΝ. Στάση που εξελίχθηκε σε ουσιαστική άρνηση και «στο σύνδρομο του σκατζόχοιρου».

Το πρόβλημα που εξετάζουμε εδώ είναι πώς ο ηγέτης ενός μεγάλου σοσιαλιστικού ευρωπαϊκού κόμματος αντιμετωπίζει με σταθερότητα και συνέπεια το ζήτημα της σύγκλισης με την αριστερά. Απλά εκφωνώντας μια θέση του; Απλά στην πρώτη δυσκολία, στις πρώτες αντιθέσεις αναδιπλώνεται; Γιατί περί αναδίπλωσης ή ακριβέστερα εγκατάλειψης αυτής της υπόθεσης πρόκειται. Η συρρίκνωση αυτής της προσπάθειας και η ικανοποίηση ότι «υπήρξε στο ΠΑΣΟΚ εισροή νέων μελών από διάφορες τάσεις της Αριστεράς» μάλλον ως καρικατούρα ενός μεγάλου σχεδίου παραμένει... Σίγουρα πάντως η εγκατάλειψη μιας τέτοιας προσπάθειας επειδή φταίνε οι άλλοι, για ένα πολιτικό άνδρα που επέδειξε σε σημαντικούς τομείς ιδιαίτερη επιμονή, εκ του αποτελέσματος αποδεικνύει ότι δεν ήταν στις κεντρικές του προτεραιότητες, όχι ως αυτοσκοπός αλλά ως σημαντικό μέσο για την προώθηση του πολιτικού σχεδίου της «δημιουργικής Ελλάδας».

Το δυσάρεστο αυτό συμπέρασμά μου προκύπτει από την παντελή απουσία της όποιας αναφοράς στο τελευταίο κεφάλαιο όπου αναφέρεται στο μέλλον, στις «Προκλήσεις της επόμενης μέρας». Το ζήτημα της σύγκλισης σοσιαλδημοκρατίας και αριστεράς, ενώ είναι στην ημερήσια διάταξη των ανιχνεύσεων αλλά και των συγκεκριμένων πολιτικών σχεδίων της ευρύτερης ευρωπαϊκής αριστεράς(Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Σκανδιναυϊα κλπ.) λείπει ΠΑΝΤΕΛΩΣ. Αποτελεί παράλειψη; Από ένα πολιτικό με συγκρότηση όπως ο Κ.Σ., δεν το πιστεύω. Δεν πιστεύει πλέον σε αυτό; Το θεωρεί για την προσεχή δεκαετία «εκτός πεδιάς»; Ελπίζω κάποια στιγμή να υπάρξει από τον ίδιο μια απάντηση...

Το πολιτικό συμπέρασμα πάντως για όσους πιστεύουμε ότι το αίτημα της σύγκλισης των δυνάμεων της αριστεράς και της κεντροαριστεράς σε ισότιμη βάση αποτελεί αναγκαιότητα και αναβλύζει από τη θέληση χιλιάδων οργανωμένων αλλά και ανέντακτων του ευρύτερου χώρου, είναι ότι η συζήτηση για το ζήτημα αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αν έχει στο σχεδιασμό του να επαναφέρει το θέμα οφείλει με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία να το πράξει. Η αποφυγή εντυπωσιασμών και «τρύκ», η επιδίωξη της ουσίας, του προγραμματικού λόγου, των προτάσεων δράσης, η ατζέντα όλων των θεμάτων- και του εκλογικού νόμου- χωρίς προαπαιτούμενα, πρέπει να αποτελεί το σύνολο μιας πρότασης διαλόγου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι