Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν!

Δημήτρης Οικονομίδης, 23/02/2016

Πριν κάποιες μέρες είχα μια συζήτηση στο γραφείο με πελάτες που ανήκαν πολιτικά στον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο. Όταν τελείωσαν την σκληρή κριτική (ήπια έκφραση) και σε πολλά σημεία δικαιολογημένη, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τους ρώτησα τι περιμένουν από τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη όταν αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μου απαρίθμησαν μερικά από αυτά κι εγώ βρέθηκα απέναντι στο μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της χώρας. Ήσαν όλα αυτά ή σχεδόν όλα αυτά που ο ΣΥΡΙΖΑ έταζε προεκλογικά και με μια υποκρυπτόμενη αντιευρωπαϊκή οσμή. Μία οσμή της φράσης του αλήστου μνήμης Προέδρου, περί «ανάδελφου έθνους».

Τελικά φαίνεται ότι παραμένουμε μια κοινωνία, που στο μεγαλύτερο μέρος της εκπαιδευμένη να αυτοαθωώνεται και να αποενοχοποιείται, που όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, με διαρρηγμένο τον ιστό της, δεν έμαθε, δεν αποκόμισε και μάλλον δεν κατάλαβε σχεδόν τίποτα. Συνεπαρμένη από την κατάσταση της πλαστής ευφορίας που είχε βιώσει, χωρίς να τη δικαιούται, δεν μπόρεσε να αντιδράσει και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που έρχονταν με τη μορφή καταιγίδας. Πίστεψε ότι θα περνούσε δίπλα της, ότι δεν την αφορούσε. Μια κοινωνία που σε κάθε ευκαιρία προσπαθεί να επιβεβαιώνει τη φράση του Εμμ. Ροΐδη «ο Έλλην συνήθως προτιμά την ομαλωτέραν οδόν, έστω και άγουσαν εις βάραθρον».

Τα κόμματα που κυβέρνησαν μεταπολιτευτικά τη χώρα, συνεπαρμένα κι αυτά από την επίπλαστη ευμάρεια και την ανταποδοτικότητα του πελατειακού συστήματος, απέτυχαν να προχωρήσουν με τους αναγκαίους ρυθμούς στον εξορθολογισμό του κράτους και να διαχειριστούν την κρίση. Εξακολούθησαν εν πολλοίς να καταφεύγουν στους εύκολους μονόδρομους με τις οριζόντιες λύσεις, στους λαϊκισμούς που χάιδευαν αφτιά, στα μαγικά που ξαφνικά θα μας έλυναν τα προβλήματα. Επέλεξαν κατά καιρούς την πλειοδοσία υποσχέσεων και λαϊκισμού, αντί να καταπιαστούν με την επίλυση των δομικών προβλημάτων της κοινωνίας, τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο και βέβαια την απαραίτητη μείωση του κράτους.

Η «ριζοσπαστική αριστερά» που επελέγη από την κοινωνία σαν απάντηση στην κρίση, ένα χρόνο και κάτι από την ανάληψη της διακυβέρνησης από αυτήν και το ολοκληρωμένο δείγμα γραφής της, είναι πια φανερό ότι δεν μπορεί να είναι η λύση. Εμμονική, ιδεοληπτική και με καθεστωτικά χαρακτηριστικά «αριστερά», μια «αριστερά» που κινείται στα όρια της ευρωπαϊκής κανονικότητας και προσομοιάζει (όπως λέει και ο φίλος Παύλος) προς έναν παρακμιακό μεταμαρξισμό με πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της ύστερης περιόδου του υπαρκτού σοσιαλισμού, οδηγεί τη χώρα στον απομονωτισμό.

Λύση όμως δεν μπορεί να είναι και η made in Greece «νεοφιλελεύθερη άποψη» που στα δύσκολα, έχει μάθει να καταφεύγει κι αυτή σε έναν ιδιότυπο κρατισμό. Προσπαθεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα χαρακτηριστικά της κρίσης, που διόγκωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, για να στήσει το νέο δίπολο «εμείς ή αυτοί» και χωρίς ουσιαστικές λύσεις να γίνει και πάλι κυρίαρχη στο παιχνίδι εξουσίας. Η προσέγγιση τόσο του «δεξιού» με την επιστροφή στις «βεβαιότητες του παρελθόντος» όσο και ο υποκρυπτόμενος «ναρκισσισμός του αριστερισμού» και η εθελοτυφλία μπροστά στα πραγματικά διλήμματα προσδοκώντας «ανάσταση νεκρών», είναι δύο ποιοτικά διαφορετικές αλλά λίγο ως πολύ απευκταίες επιλογές.

Νομοτελειακά σχεδόν, η απάντηση οφείλει, μπορεί και πρέπει να είναι μια σοσιαλδημοκρατική άποψη σύγχρονη, των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που θα αφήσει πίσω της το λαϊκισμό, τον κρατισμό και τη διαφθορά που την υπονόμευσαν και που όχι άδικα πολλές φορές την συκοφάντησαν. Μια σοσιαλδημοκρατία, που θα οδηγήσει τη χώρα στα πρότυπα λειτουργίας μιας τυπικής αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου, αδιαμφισβήτητα ζητούμενο και αναγκαίο για τα επόμενα χρόνια. Μια σοσιαλδημοκρατία που οφείλει τη σύνταξη ενός εναλλακτικού σχεδίου, που θα διασφαλίζει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, την κοινωνική συνοχή, την εξυγίανση της πολιτικής ζωής και την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Να προσδιορίζει τη στάση της με αρχές και θέσεις, χωρίς αοριστίες, το πολιτικό όραμα και τα μέσα για την υλοποίησή του, αλλά και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και την ανθρωπογεωγραφία της.

Η εκλογική σύμπραξη της Δημοκρατικής Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ και τις Κινήσεις Πολιτών, ήταν ένα βήμα για τη συγκρότηση του ευρύτερου σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Η μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον κοινοβουλευτική δυστοκία της ΝΔ, μαζί με την ενδοτικότητά της στον λαϊκισμό, όπως και η πτώση του Ποταμιού έδιναν στη Δημοκρατική Συμπαράταξη τη δυνατότητα να διεκδικήσει το ρόλο του ουσιαστικού αντιπολιτευόμενου. Η ρητορική όμως πάνω στην οποία δόμησε τον πολιτικό της ρόλο, ήταν μάλλον κοντόφθαλμη. Επικεντρώθηκε περισσότερο στα όσα έλεγε και αναιρούσε κατά καιρούς ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς την αναζήτηση και προβολή των δικών της θέσεων και προτάσεων. Σίγουρα ο κυβερνητικός μιθριδατισμός και οι τακτικισμοί οφείλουν να απαντηθούν. Η δικαίωση όμως δεν έρχεται με αυτού του τύπου τον πολιτικό λόγο. Χρειάζεται μια πολιτική συγκεκριμένη και μια ρητορική που να πείθει και να θέλει να γίνει κυρίαρχη. Εκεί θα κριθεί αν ο χώρος που θέλει να συγκροτηθεί, θα μπορέσει να πρωταγωνιστήσει ή θα γίνεται τροφικό συμπλήρωμα προς τη μία ή την άλλη πλευρά μέχρι την πλήρη εξαφάνισή του. «Η ζωή αλλάζει χωρίς να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία» όπως έλεγε και ο Σαββόπουλος.

Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η προσπάθεια αποστασιοποίησης του χώρου από την ομογενοποίηση που έχει υποστεί και ο αντιπολιτευτικός λόγος απέναντι στον ήδη ομογενοποιημένο «αντιμνημονιακό», όπως και από τον δικό του μιθριδατισμό στην αντιδραστική λογική. Να αντιμετωπίσει την αμηχανία που καταλαμβάνει πολλές φορές τμήματά του για τις αποτυχημένες ιδεολογίες και πρακτικές του παρελθόντος και οδηγεί στο φαινόμενο κάποιος που δηλώνει σοσιαλδημοκράτης, να συμπαθεί τον Άδωνι Γεωργιάδη ή να δελεάζεται στην προοπτική του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ένα δεύτερο βήμα θα ήταν η επιβολή της ανανέωσης, μιας ανανέωσης που οφείλει να ξεκινά από τις αντιλήψεις και να καταλήγει στα πρόσωπα. Να αντιδράσει στο ιονισμένο πολιτικό περιβάλλον, να απομακρύνει τους νάρκισσους και να ασχοληθεί με τις πραγματικές πολιτικές. Να ανακαλύψει τη γλώσσα της αλήθειας και να πάψει να κρύβεται. Δεν μπορεί εδώ που έχει φτάσει το ασφαλιστικό, να αρνείσαι ότι κάποιες μειώσεις συντάξεων είναι απαραίτητες και κάποιες αυξήσεις εισφορών αναγκαίες, για να μην υποθηκευτεί όλο το σύστημα και το μέλλον των νεώτερων ηλικιών. Δεν μπορεί να κρύβεσαι πίσω από επί μέρους θέματα στο αγροτικό και να μην βάζεις το δάχτυλο επί του τύπου των ήλων των επιδοτήσεων και των αποζημιώσεων. Δεν μπορεί να κλείνεις τα μάτια στην χαμένη επιχειρηματικότητα και την ανάγκη αλλαγής του μοντέλου της χώρας, όσο και αν στενοχωρήσει παλιούς συνδαιτυμόνες του πελατειακού συστήματος. Η νοσταλγία του παρελθόντος, χωρίς κριτική και αυτοκριτική και με επανάπαυση στην προσμονή επαναπατρισμού ψηφοφόρων, οδηγεί στον καθρέφτη που έχει είδωλο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ένα όχι κατ΄ανάγκην τρίτο επόμενο βήμα, να καταπιαστεί σοβαρά με τα απλά και αυτονόητα. Δεν μπορεί για την έναρξη μιας δραστηριότητας να απαιτούνται οι διπλάσιες υπογραφές, όχι από κάποιο ευρωπαϊκό κράτος, αλλά από την Τουρκία. Δεν μπορεί να έχει η χώρα παγκόσμια την πιο σκληρή πολεοδομική νομοθεσία και ταυτόχρονα τα περισσότερα αυθαίρετα. Δεν μπορεί να μην αναρωτηθούμε σε τι χρειάζονται τόσοι αντιδήμαρχοι, αντιπεριφερειάρχες κλπ σε μια υποκριτική επίφαση δημοκρατίας, όταν τη δουλειά τους μπορεί να την κάνει το ήδη υπάρχον υπηρεσιακό προσωπικό. Δεν μπορεί επί ένα χρόνο να αδυνατεί το κράτος στην εξεύρεση λύσης για τα κλειστά υποθηκοφυλακεία και να καταδικάζει ολόκληρες περιοχές στη δυσπραγία.

Τέλος η σύγκλιση των δυνάμεων του χώρου δεν μπορεί να γίνει με θεοκρατικούς όρους και ηγεμονισμούς. Τα στασίδια, οι κακίες, τα αλάθητα και οι ρεβανσισμοί δεν έχουν θέση πια. ‘Η θα γίνει αντιληπτό και θα προχωρήσει το εγχείρημα ή ο καθένας θα αυτοικανοποιείται με το υποσύνολό του και ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταλαμβάνει και θα διαστρεβλώνει το χώρο. Θέλει αρετή και τόλμη η ιστορία, θέλει έμπνευση, απαιτεί να πείσεις ότι το θέλεις πραγματικά και να παίξεις με όρους κοινωνίας και όχι διάσωσης κομματικών επετηρίδων. Θέλει διαφάνεια και ιδεολογική ταυτότητα κι εκεί θα φανούν οι διαφορές, οι συγκλίσεις και οι πιθανές συναινέσεις με την όποια κεντροδεξιά, αλλά και οι αντιθέσεις με την κακέκτυπη «αριστερά» του εθνικολαϊκισμού και του απομονωτισμού.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν, μακριά από κουτοπονηριές και αλαζονικούς ηγεμονισμούς, η Ιστορία όπως λένε, δεν θα σε ρωτήσει πότε είσαι έτοιμος για το επόμενο βήμα!

Θέμα επικαιρότητας:
Ελληνικά Κόμματα

Σύνολο: 147 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι