Δανειζόμαστε, ψωνίζουμε, ανησυχούμε…

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 31/12/2005

Δεν βλέπουμε ούτε ελπιδοφόρες επενδύσεις ούτε προοπτικές πολλών νέων και καλών θέσεων εργασίας. Στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπου η Ελλάδα θα είχε συγκριτικό πλεονέκτημα, ακόμα μόνο λόγια ακούμε.

Αιφνίδιοι φόβοι στην Ουόλ Στριτ για ενδεχόμενη επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας και οι προειδοποιήσεις της Τράπεζας της Γαλλίας για τον κίνδυνο υπερδανεισμού των γαλλικών νοικοκυριών ήσαν δύο από τις κορυφαίες οικονομικές ειδήσεις των τελευταίων ημερών του χρόνου, που έρχονται να υπογραμμίσουν την αβεβαιότητα που διέπει την παγκόσμια οικονομία. Από την άλλη πλευρά, μια καλή είδηση ήταν οι εξαιρετικά θετικές προοπτικές του κλάδου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη Γερμανία, που αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της απασχόλησης. Όλα αυτά μας αφορούν, και πολύ μάλιστα.

Παρά τη σοβαρή ανισορροπία που συνιστά το διαρκώς διευρυνόμενο εξωτερικό της έλλειμμα (από 6,5% του ΑΕΠ φέτος θα φθάσει το 7% το 2007, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ), η αμερικανική οικονομία, με μεγέθυνση 3,6% φέτος, εξακολουθεί να αποτελεί την "ατμομηχανή" για την παγκόσμια οικονομία. Δανείζεται και αγοράζει τονώνοντας την παραγωγική δραστηριότητα στον υπόλοιπο κόσμο. Αν λοιπόν παρατεινόταν η ασυνήθιστη υποχώρηση των αποδόσεων των δεκαετών κρατικών ομολόγων κάτω από τα διετή έντοκα γραμμάτια, που σημειώθηκε την περασμένη Τρίτη, ίσως μια επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας να ήταν επί θύραις. Διότι μια τέτοια αντιστροφή των αποδόσεων, που ερμηνεύεται ως αρνητική προσδοκία των επενδυτών σε ομόλογα, προηγήθηκε και των έξι τελευταίων υφέσεων της αμερικανικής οικονομίας. Η πτώση των μετοχών, που ακολούθησε σαν αντίδραση της Ουόλ Στριτ στην αντιστροφή της Τρίτης, την Τετάρτη δεν συνεχίσθηκε. Ήρθε να υπενθυμίσει όμως πόσο ευάλωτη είναι, ανά πάσα στιγμή, η υπερχρεωμένη αμερικανική οικονομία σε έναν κίνδυνο φυγής κεφαλαίων, που, όταν συμβεί, θα έχει δραστικές επιπτώσεις και στον υπόλοιπο κόσμο.

Αν, πάντως, με την προϋπόθεση ότι θα αποφευχθούν για έναν ακόμα χρόνο τέτοια απρόοπτα, για τις ΗΠΑ προβλέπεται και το 2006 στιβαρή οικονομική μεγέθυνση 3,5%, η αντίστοιχη πρόβλεψη για την Ευρωζώνη είναι μόνο 2%. Και αυτό άλλωστε είναι ένας μέσος όρος, με τις μεγάλες οικονομίες της Γερμανίας και της Ιταλίας να είναι πολύ χαμηλότερα. Μια υψηλότερη μεγέθυνση αναστέλλεται από τη συγκρατημένη κατανάλωση, η οποία συνδέεται με τη μεγάλη ανεργία, την αβεβαιότητα για την απασχόληση, αλλά και για το μέλλον των συντάξεων. Στη Γαλλία, για την οποία η πρόβλεψη για την αύξηση του ΑΕΠ συμπίπτει με τον μέσο όρο (2%), η κυβέρνηση σχεδιάζει να αντιγράψει το αμερικανικό σύστημα αύξησης του καταναλωτικού δανεισμού στη βάση της ανερχόμενης αξίας των ακινήτων που κατέχουν τα νοικοκυριά. Για την πολιτική αυτή, όμως, που από καιρό επισημαίνεται ως επικίνδυνη από σοβαρούς Αμερικανούς οικονομολόγους, προβάλλει αντιρρήσεις η Τράπεζα της Γαλλίας, ανησυχώντας με τη συνεχή άνοδο του δανεισμού των νοικοκυριών, που τον Οκτώβριο ξεπέρασε το 62% του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, στην Ελλάδα η κατανάλωση αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και ήταν το 2005 ο κύριος παράγων που συγκράτησε την επιβράδυνση της ανόδου του ΑΕΠ σε μία μόνο μονάδα (από 4,7% το 2004 σε 3,7%), καθώς οι επενδύσεις είχαν πτωτική πορεία. (Ένας δεύτερος θετικός παράγων, που συνέβαλε στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,7%, ήταν η μεγαλύτερη αύξηση των εξαγωγών και του τουρισμού από τις εισαγωγές, οι οποίες αυξάνονται λιγότερο λόγω της επενδυτικής κάμψης). Αλλά και σε μας η ιδιωτική κατανάλωση, που εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 3,7% το 2005, χρηματοδοτείται ολοένα περισσότερο από δανεισμό.

Μπορεί η Τράπεζα της Ελλάδος να εκτιμούσε στην τελευταία της έκθεση το δανεισμό των νοικοκυριών στο 32,5% του ΑΕΠ (στοιχεία Αυγούστου 2005), ποσοστό που θα αντιστοιχούσε στο 43% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, ακόμα πολύ κάτω από το γαλλικό 62% που άρχισε να ανησυχεί την εκεί κεντρική τράπεζα. Και μπορεί η κυβέρνηση στο τελευταίο πρόγραμμα σταθερότητας να επιχειρηματολογεί ότι το επίπεδο του δανεισμού των νοικοκυριών στην Ελλάδα είναι ακόμα συγκριτικά χαμηλό και έχει περιθώρια αύξησης. Πόσο γρήγορα όμως;

Όπως προκύπτει και από τα στοιχεία του Οκτωβρίου που δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα, ο δανεισμός των νοικοκυριών εξακολουθούσε να αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς (29% τα καταναλωτικά δάνεια, 30,7% τα στεγαστικά), τριπλάσιους σχεδόν από τους αντίστοιχους γαλλικούς (10,9%). Αυτή η συνεχής υπερβολική αύξηση, με τους φόβους που εμπνέει για το πώς θα εξυπηρετηθούν τα διογκούμενα δάνεια, ίσως να εξηγεί την απαισιοδοξία των καταναλωτών, που αποτυπώνεται σε όλες τις έρευνες, και δεν δικαιολογείται από την άνοδο που καταγράφουν οι στατιστικές των λιανικών πωλήσεων (3,4% η ετήσια αύξηση του όγκου το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου), οι εκτιμήσεις για τα εισοδήματα, εν τέλει και οι εθνικοί λογαριασμοί για το ΑΕΠ και την κατανάλωση συνολικά.

Μεγάλη έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος πριν από τρία χρόνια είχε δείξει το 80% του χρέους των νοικοκυριών να αντιστοιχεί σε εύπορες οικογένειες, με υψηλά εισοδήματα και περιουσίες, που σε κάθε περίπτωση θα ήσαν σε θέση να το εξοφλήσουν. Από τη νέα έρευνα, που αναμένεται να δημοσιευθεί μέχρι τον Φεβρουάριο, θα φανεί σε ποια έκταση η μεγάλη αύξηση του δανεισμού που μεσολάβησε αφορά οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, που δύσκολα θα ανταποκριθούν, και μάλιστα με την προοπτική ανόδου των επιτοκίων.

Πού είναι οι επενδύσεις;

Αισιόδοξη θέλησε να εμφανισθεί η Alpha Bank στο τελευταίο οικονομικό δελτίο του χρόνου προβλέποντας ετήσια αύξηση των επενδύσεων 4% για την περίοδο 2006-2008. Την αισιοδοξία της στήριζε κατά πρώτο λόγο στην ανάγκη να απορροφηθούν το διάστημα αυτό οι πόροι των 14 δισ. ευρώ που απομένουν από το Γ’ ΚΠΣ (50% περισσότερα μέσα σε τρία χρόνια από τα 9,44 δισ ευρώ που εισπράχθηκαν την πενταετία 2001-2005). Κάνει επίσης λόγο για το νέο θεσμικό πλαίσιο των συμπράξεων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και για τα επενδυτικά προγράμματα στην ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες.

Τίποτα από την πρακτική της τελευταίας διετίας όμως δεν ενθαρρύνει τέτοιες προσδοκίες. Όπως αναγνωρίζει στο ίδιο δελτίο η τράπεζα, πολλά ξένα κεφάλαια ήρθαν στη χώρα μας το 2005 για να τοποθετηθούν σε μεγάλες εισηγμένες εταιρίες στο Χρηματιστήριο, τροφοδοτώντας την άνοδό του, και σε κρατικά ομόλογα, πολύ λίγα όμως για ξένες άμεσες επενδύσεις. Τα μόνα μεγάλα έργα που είδαμε ήταν τα ογκώδη νέα εμπορικά κέντρα, για ακόμα περισσότερη κατανάλωση και αναδιανομή της εμπορικής πίτας, ενώ οι ακριβές ολυμπιακές εγκαταστάσεις απαξιώνονται και αφήνονται να ρημάξουν. Στο υπουργείο Ανάπτυξης μιλούν κάθε τόσο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πού είναι όμως τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια; Και πού είναι η κρατική ενίσχυση και ο προγραμματισμός;

Με ηλιοφάνεια πολύ χαμηλότερη από της Ελλάδας, η Γερμανία έβαλε τον περασμένο χρόνο 100.000 νέες ηλιακές εγκαταστάσεις στις στέγες των σπιτιών της με χρηματοδοτική στήριξη από το κράτος, έγραφε το Spiegel. Ο κλάδος απασχολεί σήμερα 130.000 εργαζόμενους και προβλέπει τεράστια αύξηση των αναγκών του σε προσωπικό τα επόμενα χρόνια. Η μία στις δύο επιχειρήσεις ηλιακής, αιολικής, γεωθερμικής και βιοενέργειας σχεδιάζουν να αυξήσουν από 30% μέχρι και 100% το εργατικό τους δυναμικό.

Σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει στη Γερμανία, το 2010 η ηλεκτρική ενέργεια θα πρέπει να παράγεται κατά 12,5% από ανανεώσιμες πηγές, έναντι μόνο 5,5% πέρυσι. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δεν συνιστούν μόνον αρνητικό παράγοντα αυξημένου κόστους για την οικονομία. Δίνουν και μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών.

Η ετήσια αύξηση κατά 5% της φορολογίας στα καύσιμα, που ανήγγειλε μέχρι το 2009 μέσω του προγράμματος σταθερότητας η κυβέρνηση, είναι σωστό μέτρο, υπό τον όρο όμως ότι θα συνδυαστεί με ανάλογες συγκεκριμένες και πρακτικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αλλά μέχρι στιγμής με άλλα ασχολείται...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι