Διακήρυξη Ευρωπαίων οικονομολόγων

Προς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή, αναπτυξιακή στρατηγική – Εναλλακτικές προτάσεις

, Αυγή της Κυριακής, 08/01/2006

1. Διευρύνοντας την προοπτική – Διαστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου

Ως μια εναλλακτική λύση στη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην Ε.Ε. προτείνουμε μια νέα δημοκρατική προσπάθεια που διευρύνει την προοπτική για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με δύο τρόπους: από τη μία, στο χώρο της οικονομικής πολιτικής το πλαίσιο πρέπει να απλωθεί πέρα από τις αγορές (μολονότι συνδέεται με τις αγορές και τη ρύθμισή τους) και να συμπεριλάβει τη μακροοικονομική, κοινωνική και διαρθρωτική παρέμβαση καθώς και τη συνακόλουθη οικοδόμηση θεσμών. Από την άλλη, η διευρυμένη οπτική σκοπεύει στη συμφιλίωση και ολοκλήρωση διαφορετικών διαστάσεων της υλικής βάσης της ατομικής και κοινωνικής ζωής, που περιλαμβάνει:

-- την οικονομική διάσταση, που σχετίζεται με την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση, τις αγορές, τους μισθούς και τα κέρδη, την ανάπτυξη και την καινοτομία.

-- την κοινωνική διάσταση, με στόχο την πλήρη απασχόληση, τους ικανοποιητικούς μισθούς και το υψηλό επίπεδο διαβίωσης, την ισότητα των φύλων, το τέλος της φτώχειας και της έλλειψης στέγης, την κοινωνική ασφάλεια, την πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, τη δημοκρατική συμμετοχή.

-- την οικολογική διάσταση, που περιλαμβάνει τη διατήρηση της φυσικής βάσης της ανθρώπινης ζωής, τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και της παραγωγής αποβλήτων.

Κάτω από την πίεση κατεστημένων συμφερόντων και της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής, δεν είναι σίγουρα εύκολο να υπάρξει συναίνεση σχετικά με την ανάγκη εξισορρόπησης και ολοκλήρωσης των τριών διαστάσεων της υλικής αναπαραγωγής. Αλλά αυτό που διακυβεύεται είναι ακόμα πιο δύσκολο. Για να επιτευχθεί μία τέτοια ισορροπία απαιτούνται ισχυρές και μακροπρόθεσμες εξισορροπητικές προσπάθειες, δηλαδή, από τη μία πλευρά πολιτικές που θα ανασχέσουν και θα αντιστρέψουν την τρέχουσα μεροληπτική υποταγή όλων των πλευρών στις οικονομικές επιταγές και στα κατεστημένα συμφέροντα που βρίσκονται πίσω τους, και από την άλλη, πολιτικές που θα τονίζουν ιδιαίτερα τις έως τώρα παραμελημένες κοινωνικές και οικολογικές διαστάσεις.

Μεταφρασμένο σε προτάσεις για μία εναλλακτική ευρωπαϊκή στρατηγική ανάπτυξης, ή για ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, με την ευρεία έννοια του όρου "κοινωνικό", το διακύβευμα αυτό έχει δύο συνέπειες:

Πρώτον, στον παραδοσιακό χώρο της οικονομικής πολιτικής η προσέγγιση που μεροληπτεί υπέρ της αγοράς και του ανταγωνισμού πρέπει να απαντηθεί και να αντικρουστεί από μία ισχυρότερη έμφαση στην πολιτική --μακροοικονομική, δομική και εμπορική --παρέμβαση και έλεγχο. Αυτό περιλαμβάνει τη διακοπή του τρέχοντος κύματος απορυθμίσεων, και την επιβολή ενός μορατόριουμ σε περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις, έως ότου πραγματοποιηθεί και συζητηθεί δημόσια, η πλήρης αποτίμησή τους.

Δεύτερον, η κοινωνική και οικολογική πολιτική πρέπει να αναβαθμιστεί στην πολιτική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να λάβει προτεραιότητα έναντι αμιγώς οικονομικών εκτιμήσεων σε σχέση με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και την ενδυνάμωση των θέσεων στη διεθνή αγορά. Η πρόκληση είναι η οικολογική και κοινωνική αναδόμηση των παραδοσιακών καπιταλιστικών οικονομιών. Φυσικά, αυτός ο αναπροσανατολισμός έχει ισχυρές συνέπειες για την οικονομική πολιτική, οι οποίες με τους όρους του νεοφιλελευθερισμού θεωρούνται μη αποδεκτές. Όμως, υπάρχει μία πληθώρα πολιτικών οργάνων και εργαλείων που μπορούν να επιστρατευθούν για αυτούς τους σκοπούς σε μία δημοκρατική κοινωνία: αυτά κυμαίνονται από τους διοικητικούς κανόνες μέσω της ρύθμισης των αγορών, φορολογικών πολιτικών, αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, έως την αναβάθμιση και τη χρήση του δημόσιου τομέα για την περιβαλλοντική εξυγίανση και τον οικολογικό εκσυγχρονισμό. Η κινητοποίηση και εφαρμογή αυτών των εργαλείων για τον αναπροσανατολισμό της πολιτικής προς μία ισορροπημένη, συνεκτική στρατηγική ανάπτυξης στην Ε.Ε. δεν είναι ούτε τεχνικά, ούτε οικονομικά, ούτε νομικά αδύνατη -- ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της υφιστάμενης Συνθήκης. Αποτελεί ζήτημα πολιτικής πρόθεσης, παρακινημένης από τη δημόσια συζήτηση, την ισχύ των κοινωνικών κινημάτων, και τη δύναμη της δημοκρατίας.

4.2 Μακροοικονομική πολιτική για βιώσιμη ανάπτυξη και πλήρη απασχόληση

Είναι αναγκαίο να συντονιστούν πολύ πιο αποτελεσματικά η νομισματική πολιτική και οι εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές, καθώς και να εστιαστούν στη δημιουργία υψηλών επιπέδων οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την απομάκρυνση από την υποταγή των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών στα αυθαίρετα όρια που έχει επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και στα προστάγματα της νομισματικής πολιτικής και της ΕΚΤ. Η αναβάθμιση της θέσης της Ευρω-ομάδας θα τη μετατρέψει στο βασικό εταίρο διαλόγου της ΕΚΤ αναφορικά με τη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής. Η νομισματική πολιτική θα πρέπει να συμπεριληφθεί ρητά σε αυτόν το διάλογο, και οι συνέπειες των πολιτικών που ακολουθούνται από άλλες χώρες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Μία μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής πρέπει να επιδιώκει τη συνεργασία, το συντονισμό, και όπου χρειάζεται το συμβιβασμό ανάμεσα στους διάφορους μακροοικονομικούς στόχους όπως η ανάπτυξη, η απασχόληση, και η σταθερότητα των τιμών, καθώς και ανάμεσα στην ΕΚΤ και τους άλλους μακροοικονομικούς δρώντες, όπως οι εθνικές κυβερνήσεις, οι κοινωνικοί εταίροι, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επίσης, η απόλυτη ανεξαρτησία της ΕΚΤ, η οποία την προστατεύει από δημοκρατικές συζητήσεις και αποφάσεις, είναι αντιπαραγωγική και αντιδημοκρατική και πρέπει να αλλάξει.

Σε συνέχεια των επιχειρημάτων μας σε παλαιότερα υπομνήματα, προτείνουμε:

-- οι στόχοι της ΕΚΤ να αναδιατυπωθούν ώστε να συμπεριλάβουν υψηλά και διατηρούμενα επίπεδα απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης, και να απορρίψουν οποιοδήποτε "επίπεδο αναφοράς" στην ανάπτυξη του χρηματικού αποθέματος.

-- η ΕΚΤ να γίνει υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και να εμπλακεί στο συντονισμό των δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών.

- η ΕΚΤ να αναλάβει το ρόλο του δανειστή έσχατης ανάγκης και την ευθύνη για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι ενέργειες των κρατών μελών πρέπει να συντονιστούν και ως προς τις δημοσιονομικές πολιτικές, ώστε να υποστηρίζουν υψηλά επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας, πλήρη απασχόληση, κοινωνική συνοχή, και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Εφόσον η μεγάλη πλειοψηφία των δημόσιων πόρων παραμείνει με τα κράτη μέλη ακόμα και εάν ο Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός αυξηθεί πέρα από το υφιστάμενο ελάχιστο μέγεθός του (κάτι το οποίο θεωρούμε αναγκαίο, βλ. 4.5) η μεγάλη πρόκληση για την ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική είναι ο συντονισμός των ενεργειών των κρατών μελών. Για να γίνει ένας τέτοιος συντονισμός εφικτός, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης πρέπει να εγκαταλειφθεί. Η κύρια κατευθυντήρια αρχή για τη δημοσιονομική πολιτική δεν πρέπει να είναι η εξισορρόπηση του κρατικού προϋπολογισμού αλλά μια μέγιστη δυνατή συνεισφορά στην επίτευξη των οικονομικών, κοινωνικών και οικολογικών στόχων και φιλοδοξιών της Ε.Ε.

Στην πλευρά των δαπανών, οι δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει κατ’ αρχή να συσχετιστούν με σταθεροποιητικές πολιτικές για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την απασχόληση. Συνεπώς, εμείς προτείνουμε μία συμφωνία για την αύξηση των εθνικών δημοσίων επενδύσεων στο 1% του αντίστοιχου ΑΕΠ ετησίως, για μία περίοδο 5 ετών. Επίσης, οι παρούσες περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες και στο προσωπικό πρέπει να διακοπούν και να αντιστραφούν.

Δεύτερον, θα πρέπει να ακολουθηθούν συντονισμένα, μακροπρόθεσμα προγράμματα υποδομών. Οι τάσεις διασκορπισμού στις τηλεπικοινωνίες, τις οδικές, σιδηροδρομικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες, την εναέρια κυκλοφορία και τη μεγάλη έρευνα, θέτουν σημαντικά εμπόδια στην Ευρωπαϊκή ενότητα. Ειδικά μετά τη διεύρυνση, η έννοια της Ευρωπαϊκής υποδομής πρέπει να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει τα καινούρια μέλη, κάτι που απαιτεί επιπλέον προσπάθειες.

Παρά το ότι η ποικιλομορφία των κοινωνικών πολιτικών σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελεί πλεονέκτημα που πρέπει να διατηρηθεί, η ενδυνάμωση της δημοσιονομικής βάσης ώστε να υποστηριχθούν οι κοινές κατακτήσεις του Ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου είναι πρόκληση για την Ε.Ε. (βλ. 4.3).

Από την πλευρά των εσόδων, το κύριο ζήτημα είναι η αναμόρφωση των εθνικών φορολογικών συστημάτων και πολιτικών με τρόπο ώστε να αποφευχθεί ο φορολογικός ανταγωνισμός και να αυξηθούν τα έσοδα. Κάποια μέτρια βήματα έχουν γίνει σε αυτή την κατεύθυνση σχετικά με το εισόδημα από τόκους. Προτείνουμε:

-- την επέκταση της συμφωνίας σχετικά με την αντιμετώπιση του εισοδήματος από τόκους σε μερίσματα, ενοίκια και κέρδη κεφαλαίου.

-- ως προς τα εταιρικά κέρδη, προτείνουμε την εισαγωγή εναρμονισμένης φορολογικής βάσης, τον ορισμό ενός ελάχιστου ποσοστού 40% (με έκπτωση για τα φτωχά νέα κράτη μέλη) και την εφαρμογή της αρχής του παγκόσμιου εισοδήματος, με την έννοια ότι τα κέρδη παγκοσμίως φορολογούνται στη χώρα όπου βρίσκεται η κύρια βάση λειτουργίας (ενδεχομένως διαφορετική από την έδρα της εταιρείας), και την αφαίρεση των φόρων που τυχόν καταβάλλονται σε άλλες χώρες.

-- ως προς το ΦΠΑ, προτείνουμε την μετατροπή του σημερινού, περίπλοκου και ευάλωτου σε απάτες συστήματος υπολογισμού σχετικά με τις ενδοκοινοτικές μεταβιβάσεις, σε ένα σύστημα βασισμένο στους εθνικούς λογαριασμούς.

4.3 Πολιτική ενάντια στη φτώχεια και κατώτατα όρια – Προτάσεις κοινωνικής πολιτικής

Η πορεία προς μια πιο αποτελεσματική κοινωνική πολιτική στην ΕΕ πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος μίας ευρύτερης αλλαγής της πολιτικής ατζέντας, πέραν από τις προτεραιότητες της Ατζέντας της Λισαβόνας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπερτερούν αποφασιστικά έναντι της ΕΕ, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην κοινωνική πολιτική. Το κύριο δίδαγμα που μπορεί να αντληθεί από την εμπειρία των Η.Π.Α. είναι απλά η αξία των επεκτατικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών.

Παρά το γεγονός ότι η κοινωνική πολιτική συχνά συμβάλλει στην παραγωγή, η προσέγγιση της Λισαβόνας, που θεωρεί το "Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο" πρωταρχικά ως στοιχείο παραγωγής είναι πολύ στενή και πρέπει να αντικατασταθεί από μία οπτική που αναδεικνύει όλες τις πλευρές της κοινωνικής ευημερίας και όχι μόνο τους οικονομικούς στόχους.

Η πρώτη προϋπόθεση για μία πιο θετική συμβολή της Ε.Ε. στην ανάπτυξη των κοινωνικών πολιτικών είναι μία ουσιαστική αύξηση των πόρων, που αφιερώνονται για το συγκεκριμένο σκοπό. Το έργο που πραγματοποιείται σήμερα από την Ε.Ε. στο πλαίσιο των προγραμμάτων για το ελάχιστο εισόδημα πρέπει να μεταβληθεί από το τωρινό του επίπεδο --ανταλλαγές πληροφοριών και έρευνα πάνω στη φτώχεια-- σε ένα γνήσιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα ενάντια στη φτώχεια. Γι’ αυτό, όλα τα κράτη μέλη πρέπει να προετοιμάσουν εθνικές στρατηγικές κατά της φτώχειας, και οι στρατηγικές των χωρών με χαμηλότερο εισόδημα πρέπει, μετά από μία κριτική, εξονυχιστική έρευνα, να χρηματοδοτηθούν εν μέρει από πόρους της Ε.Ε. Πρόκειται για τη Μέθοδο Ανοιχτού Συντονισμού, υποστηριζόμενη με πόρους όμως με συγκεκριμένους πόρους και συνεπώς με πολύ ισχυρότερη επίδραση.

Δεύτερον,η Ε.Ε. πρέπει να αφήσει συγκεκριμένους στόχους και εργαλεία άσκησης κοινωνικής πολιτικής στα χέρια των κρατών μελών, αλλά και να ορίσει ελάχιστα πρότυπα, υποχρεωτικά για όλα τα κράτη μέλη, στους βασικούς χώρους της κοινωνικής προστασίας και σε κρίσιμες κοινωνικές υπηρεσίες -- εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοινωνική στέγαση. Πρέπει επίσης να καταστεί σαφές ότι αυτά τα πρότυπα οφείλουν να φθάσουν σταδιακά στο επίπεδο αυτών που επικρατούν στα πιο προωθημένα συστήματα. Για να αποτραπεί η κατάχρηση αυτών των δομών, πρέπει επίσης να ορισθεί ότι τα υφιστάμενα πρότυπα κοινωνικής πρόνοιας δεν πρέπει να περιορισθούν – ότι αυτό που επιδιώκεται είναι μία μέθοδος ελεγχόμενης προόδου, όπως πράγματι αναφέρεται στα ιδρυτικά κείμενα της Ε.Ε.

Μια τρίτη πρόταση για την κοινωνική πολιτική της Ε.Ε. αναφέρεται στις συντάξεις. Ένας απτός τρόπος με τον οποίο η Ε.Ε. θα μπορούσε να προωθήσει το κοινωνικό μοντέλο στις παρούσες συνθήκες θα ήταν η ενίσχυση, μέσω της μεθόδου ανοιχτού συντονισμού, των δημόσιων, αναδιανεμητικών συστημάτων και η εισαγωγή τους όπου δεν υπάρχουν ήδη. Και εδώ, ο συντονισμός πρέπει να υποστηριχθεί από οικονομικούς πόρους, έτσι ώστε η Ενωση να κάνει μία μικρή συμβολή στις δημόσιες συντάξεις σε κάθε ένα κράτος μέλος. Αυτή η συμβολή πρέπει να αυξάνεται σταδιακά, ώστε να αποτελέσει ένα σημαντικό κομμάτι των κύριων συντάξεων που προσφέρονται στους πολίτες της Ε.Ε.

Μια τέταρτη αναγκαία προϋπόθεση για την ενδυνάμωση της κοινωνικής πολιτικής στο επίπεδο της Ε.Ε. είναι η ουσιαστική αύξηση των πόρων για το σκοπό αυτό. Παρά το ότι οι κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών μελών είναι επί του παρόντος αποφασισμένες να αντισταθούν σε οποιαδήποτε επέκταση του κοινοτικού προϋπολογισμού, είναι εμφανές ότι χωρίς μία τέτοια επέκταση θα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν τα πιο έντονα κοινωνικά προβλήματα μέσα στην Ε.Ε. και συνεπώς επίσης αδύνατο να καταπολεμηθεί η αυξανόμενη αποξένωση των Ευρωπαϊκών πληθυσμών από το Ευρωπαϊκό σχέδιο.

Πέμπτον, η πολιτική απασχόλησης δεν πρέπει να βασίζεται στη ρύθμιση της αγοράς εργασίας ή σε διάφορα αυταρχικά προγράμματα, αλλά να συμπληρώνεται με μία επεκτατική μακροοικονομική στρατηγική, την ανάπτυξη ελκυστικών εργασιακών ευκαιριών, και την εισαγωγή ελάχιστων μισθών καθώς και συμφωνημένων και συντονισμένων όρων για την αποτροπή του μισθολογικού ντάμπιγκ. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους Ευρωπαίους εργαζομένους και τους μετανάστες -- αναγκασμένοι και πρόθυμοι να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη για περίπου οποιοδήποτε μισθό και χωρίς κοινωνική προστασία και επιδόματα πρόνοιας – δεν πρέπει να επιτραπεί να οδηγήσει σε έναν αγώνα δρόμου προς τα κάτω σε μισθούς και συνθήκες εργασίας. Είναι συνεπώς αναγκαίο να επεκταθούν οι ελάχιστοι μισθοί και τα ελάχιστα επίπεδα προστασίας και δικαιωμάτων σε όλους τους εργαζομένους. Κανένας εργαζόμενος, οποιασδήποτε εθνικότητας, δεν πρέπει να λαμβάνει μισθό κατώτερο από το επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στην αξιοπρέπειά του και στη δίκαιη ανταμοιβή.

Ένα έκτο σημείο αναφέρεται στον εργάσιμο χρόνο. Η Ε.Ε. πρέπει να αντισταθεί στην πίεση των εργοδοτών και κάποιων κυβερνήσεων που επιζητούν να υποσκάψουν την υπάρχουσα οδηγία για τον εργάσιμο χρόνο μέσω της αύξησης του μέγιστου εβδομαδιαίου εργάσιμου χρόνου πέρα από το τρέχων όριο των 48 ωρών, της επέκτασης των περιόδων αναφοράς και της προώθησης ατομικών διαφοροποιήσεων. Η ευρωπαϊκή ρύθμιση του εργάσιμου χρόνου πρέπει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση: προς ένα σαφή περιορισμό της μέγιστης εργάσιμης εβδομάδας εγγύτερα προς το σημερινό μέσο όρο των 40 ωρών καθώς και της περιόδου αναφοράς σε σχέση με την ευελιξία; προς την περαιτέρω μείωση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου, την κατάργηση των ατομικών διαφοροποιήσεων, όρων που ασκούν πίεση στους εργαζομένους και την εγκαθίδρυση κανόνων για κοινωνικά προστατευόμενη μερική απασχόληση για όσους επιθυμούν να εργάζονται λιγότερες ώρες.

Μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε να επιτύχει ποικίλους στόχους, ακόμα και αν το επίπεδο της χρηματοδότησης δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Θα υπήρχε μία αναδιανομή από τα κράτη με υψηλό εισόδημα προς τα κράτη με χαμηλό εισόδημα, ενισχυμένη στην πράξη από τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη του ευρώ στις οικονομίες με χαμηλότερο εισόδημα. Θα επιτυγχανόταν η αποφασιστική αναγνώριση της ανωτερότητας των κοινωνικών παροχών έναντι ατομικών παροχών μέσω της αγοράς, σε μία σφαίρα όπου όλα τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν την ορθότητα αυτής της αναγνώρισης, και αυτό θα είχε ως συνέπεια τη δυναμική επικράτηση της λογικής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου. Η συγκέντρωση των εθνικών πόρων θα μετρίαζε κάποιους από τους περιορισμούς στη χρηματοδότηση των δημοσίων συντάξεων μέσα στα ξεχωριστά κράτη. Και θα αναδεικνυόταν μία απτή έκφραση της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, έναντι της ευρείας εμπειρίας που εκδηλώθηκε στη συζήτηση για τη Συνταγματική Συνθήκη, σύμφωνα με την οποία η Ε.Ε. στην πράξη λειτουργεί μόνο για να διαλύει κοινωνικά μοντέλα μέσω της ενδυνάμωσης των ανταγωνιστικών πιέσεων και των δυνάμεων της αγοράς.

4.4 Προς ένα σύγχρονο ενεργειακό καθεστώς – Περιβαλλοντική πολιτική

Ένα πρώτο βήμα προς μία ισχυρότερη ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική πρέπει να είναι η υιοθέτηση πιο φιλόδοξων και νομικά δεσμευτικών στόχων επί των εκπομπών ρύπων που συνδέονται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ως ένα απαραίτητο στοιχείο σε μία μακροπρόθεσμη στρατηγική καταπολέμησης της παγκόσμιας ανόδου της θερμοκρασίας, στο ευρωπαϊκό καθώς και στο παγκόσμιο επίπεδο. Μία νέα πρόταση της Επιτροπής (Οκτ. 2005) που ζητά μια "παγκόσμια αγορά άνθρακα" μετά το 2012 παραμένει πολύ ασαφής, και αγνοεί την επιτακτικότητα της έναρξης της μετα-Κιότο διαδικασίας με μία ξεκάθαρη προθεσμία για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Για την ΕΕ, πρέπει να επιδιωχθεί μία μείωση τουλάχιστον 30% μέχρι το 2020, αναφορικά με τα επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου του 1990.

Ένα δεύτερο στρώμα προγραμμάτων πανευρωπαϊκής δράσης θα μπορούσε να αποτελείται από μέτρα επικεντρωμένα στη βελτίωση της οικο-αποτελεσματικότητας στη χρήση της ενέργειας και των πρώτων υλών. Μία αύξηση στην ενεργειακή αποδοτικότητα κατά 3% ετησίως στην Ε.Ε. θα συνέβαλλε στον ορισμό παγκόσμιων προτύπων και ταυτόχρονα στη διατήρηση και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Για την υλοποίηση τέτοιων στόχων απαιτούνται μακροπρόθεσμες, στρατηγικές επενδύσεις μαζί με προσπάθειες αναδόμησης προς μία αντικατάσταση των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης που βασίζονται στην ένταση ενέργειας και αποβλήτων.

Μια περιβαλλοντική πολιτική προσανατολισμένη στη δράση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει μία εκτεταμένη διαδικασία αναδόμησης της κατανάλωσης και της παραγωγής, στο επίπεδο της ΕΕ καθώς και περιφερειακά διαφοροποιημένο μέσα στα κράτη μέλη. Ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για μία τέτοια διαδικασία αναδόμησης μπορεί να βρεθεί στη ευρεία επανεκτίμηση των γνωστών και άγνωστων διακινδυνεύσεων που συνεπάγονται οι φυσικές, χημικές και βιολογικές τεχνολογίες, βασισμένη σε μία ενδυναμωμένη και διευρυμένη πρωτοβουλία REACH (Registration, Evaluation and Authorization of Chemicals – Καταγραφή, Αξιολόγηση και Έγκριση Χημικών Ουσιών).

Προτείνουμε ότι η ΕΕ πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε πέντε στρατηγικά προγραμματικά πλαίσια αναδόμησης, τα οποία δύνανται να αναπτυχθούν με τη συνεργασία και τη συγχρηματοδότηση των κρατών μελών:

-- Αυξημένη εξάρτηση από αποκεντρωμένες πηγές ανανεώσιμης ενέργειας, η οποία θα επιτρέπει διαφορές σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες στα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους. Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση των δεσμεύσεων του Ρίο, μειώνοντας ταυτόχρονα την εξάρτηση από πηγές ενέργειας άνθρακα και πετρελαίου.

-- Η ενδυνάμωση των ελκυστικών υποδομών δημοσίων μεταφορών, ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές. Αυτό μεσοπρόθεσμα θα είναι αυτό-χρηματοδοτούμενο, αποτρέποντας την αστική υποβάθμιση και μειώνοντας την επιβάρυνση της οδικής συντήρησης.

-- Η μείωση της χρήσης των λιπασμάτων και εντομοκτόνων στη συμβατική γεωργία, συνοδευόμενη από μία αυξανόμενη συμβολή της οικολογικής γεωργίας στην τοπική και περιφερειακή κατανάλωση. Αυτό θα συνέβαλλε στην ανοικοδόμηση της βιοποικιλότητας, παράλληλα με τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.

-- Προγράμματα δημόσιας υποστήριξης για την οικοδόμηση και την ανακατασκευή κατοικιών χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης. Αυτό θα ελάττωνε την εξάρτηση από καύσιμες ενεργειακές πηγές, ενώ θα βοηθούσε στην ενδυνάμωση των τοπικών και περιφερειακών οικονομιών.

-- Συγκεκριμένα προγράμματα που θα στοχεύουν στην παροχή υποστήριξης στα νέα κράτη μέλη, ώστε να πλησιάσουν τις υπάρχουσες βέλτιστες πρακτικές στο χώρο της περιβαλλοντικής και ενεργειακής πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα θα υποβοηθούν τη διατήρηση των υπαρχόντων πλεονεκτημάτων αυτών των χωρών στην περιβαλλοντική πολιτική.

Τέτοια προγράμματα πρέπει να εντάσσονται σε μια ευρύτερη αλλαγή πολιτικής προς έναν περιβαλλοντικό προσανατολισμό με άξονα τη δράση, συνδυάζοντας ένα ευρύ φάσμα ρυθμιστικών εργαλείων, από τη νομοθεσία για τα ανώτατα όρια και την αδειοδότηση συγκεκριμένων τοποθεσιών για εταιρείες, έως την παροχή εγγυήσεων από δημόσιους θεσμούς ως προς τα συγκεκριμένα πρότυπα υπηρεσιών. Εργαλεία της αγοράς δεν πρέπει να υιοθετούνται χωρίς ένα δεσμευτικό ορισμό των στόχων και των επιδιώξεων, καθώς και μιας διαδικασίας συνεχούς παρακολούθησης και αξιολόγησης. Στο επίπεδο της Ε.Ε. αυτό θα απαιτούσε μια οικειοθελή επαναδραστηριοποίηση της υποχρέωσης Cardiff II για την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών ανησυχιών σε όλες τις περιοχές της νομοθεσίας της ΕΕ.

Για την εκπλήρωση των παγκόσμιων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων της Ε.Ε., είναι αναγκαίος ένας νέος οριζόντιος οικονομικός προϋπολογισμός της ΕΕ για παγκόσμια περιβαλλοντικά ζητήματα. Οι στρατηγικές προτεραιότητες της Επιτροπής για την περίοδο 2005-2009 (COM 2005/12) αναφέρουν ότι οι εξωτερικές σχέσεις της Ε.Ε. πρέπει να "στοχεύουν στην αποτελεσματική υλοποίηση των βασικών στόχων στο χώρο της περιβαλλοντικής προστασίας" (άρθρο 4.2). Για αυτές τις δεσμεύσεις θα απαιτηθεί ένας Ευρωπαϊκός Παγκόσμιος Περιβαλλοντικός Προϋπολογισμός, ο οποίος έχει υπολογιστεί στα 250 εκατομμύρια Ευρώ το χρόνο -- σύνολο 1,75 δισεκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2007-2013.

Η περιβαλλοντική πολιτική της Ε.Ε. πρέπει επίσης να ενισχύσει τις παγκόσμιες προοπτικές της. Οι ίδιες αρχές της προφύλαξης και της ταχείας μείωσης εκπομπών πρέπει να εφαρμοστούν σε κοινά προγράμματα, επιτρέποντας στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες χώρες να βρουν τις δικές τους πορείες και πρότυπα εφαρμογής και βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτό θα προσέφερε τη βάση για την εύρεση μιας κοινής ισχυρής πολιτικής για την παγκόσμια άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη, ανάμεσα στην Ε.Ε. και σε πιθανούς εταίρους, χωρίς να χρειάζεται η αποδοχή της λογικής του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, ή του ότι το πιο αργό πλοίο πρέπει να καθορίζει την ταχύτητα της νηοπομπής.

4.5 Ισχυρότερος προϋπολογισμός με δικαιότερη χρηματοδότηση – Η χρηματοδοτική προοπτική της Ε.Ε.

Για να έχει η Ε.Ε. την ικανότητα να ακολουθήσει μία αποτελεσματική πολιτική για την πλήρη απασχόληση, την κοινωνική συνοχή και την οικολογική βιωσιμότητα, ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να αυξηθεί σημαντικά – κάτι το οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν οι διαδικασίες που καθορίζουν το μέγεθος και τη δομή του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού εκδημοκρατιστούν σε βάθος και γίνουν πιο διαφανείς. Δεν θα υπάρξει βιώσιμη λύση χωρίς τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού που θα παρέχει αφενός υποστήριξη για συντονισμένη σταθεροποίηση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο σε περιπτώσεις δονήσεων, και αφετέρου τα εργαλεία για δια-περιφερειακή αναδιανομή ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι ασυμμετρίες και η οικολογική αναδόμηση.

Προτείνουμε ότι κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου οικονομικού σχεδιασμού, δηλαδή κατά τα έτη 2007 –2011, ο προϋπολογισμός πρέπει να αυξηθεί κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ κατ’ έτος ώστε να φτάσει το 3,6% του ΑΕΠ της ΕΕ το 2011, και στα επόμενα χρόνια πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω σε ένα επίπεδο της τάξης του 5% του ΑΕΠ της ΕΕ. Αυτό δεν θα πρέπει να ληφθεί ως ένα αυστηρά αμετάβλητο ανώτατο όριο ή ελάχιστο κριτήριο, αλλά ως μία αδρή οδηγία που αφήνει χώρο για προσαρμογή προς τα κάτω ή προς τα πάνω.

Για την πλευρά των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ προτείνουμε μία σε βάθος μεταρρύθμιση του τρέχοντος συστήματος των ιδίων πόρων στο βαθμό που το τμήμα που συνδέεται με το ΦΠΑ πρέπει να εγκαταλειφθεί. Μαζί με τους παραδοσιακούς δασμούς, η μόνη άλλη πηγή εσόδων πρέπει να είναι ένας προοδευτικός ευρωπαϊκός φόρος εισοδήματος, συνδεδεμένος με το ΑΕΠ, εφαρμόζοντας την αρχή της ικανότητας πληρωμής μέσα στην Ε.Ε. Ο συγκεκριμένος συντελεστής φορολογίας κάθε χώρας πρέπει να είναι σταθερός σε αντιστοιχία με τη σχετική ισχύ της χώρας μέσα στην ΕΕ, μετρημένης με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Συνεπώς, ένα κατά κεφαλήν εισόδημα 120% του μέσου όρου της Ε.Ε. θα οδηγήσει σε ένα φορολογικό συντελεστή που είναι 20% υψηλότερος από το μέσο συντελεστή της ΕΕ που είναι 5% (εξαιρώντας το εισόδημα από δασμούς), δηλαδή 6% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, μία χώρα με κατά κεφαλήν εισόδημα 50% του μέσου όρου της Ε.Ε. θα πρέπει να πληρώσει μόνο 2,5% του ΑΕΠ σε Ευρωπαϊκούς φόρους. Η επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο Ευρωπαϊκός φόρος θα αναχρηματοδοτείται στο εσωτερικό της χώρας θα παραμείνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, αν και η μέθοδος είσπραξής του δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για ένα νέο γύρο φορολογικού ανταγωνισμού.

Προτείνουμε επίσης ότι την άρση της αυστηρής απαγόρευσης δημιουργίας δημοσίου χρέους στο επίπεδο της Ε.Ε. (άρθρο 269 της Συνθήκης), έτσι ώστε η Ε.Ε. να δύναται να χρηματοδοτεί μακροπρόθεσμα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως είναι τα διευρωπαϊκά δίκτυα ή οι επενδύσεις σε κοινή τεχνολογική ανάπτυξη μέσω δανείων, χρησιμοποιώντας την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ως το διαμεσολαβητή της στις κεφαλαιαγορές. Τέτοια προγράμματα έχουν είναι ουσιαστικά αυτό-χρηματοδοτούμενα, στο βαθμό που ενισχύουν την παραγωγική, άρα και τη φορολογική βάση της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Συνεπώς, με όρους ισοτιμίας των γενεών είναι δικαιολογημένη η μεταφορά μέρους του οικονομικού κόστους για τη δημιουργία αυτής της υποδομής στις μελλοντικές γενιές, οι οποίες θα είναι και οι βασικοί ωφελημένοι.

Νοέμβριος 2005

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι