Χωρίς στόχους για την ανάπτυξη

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 08/01/2006

Η οικονομική ανάκαμψη, που χρόνια τώρα αναμένεται στην Ευρώπη, φαίνεται επί τέλους πιθανό να πραγματοποιηθεί φέτος. Η θετική κατεύθυνση, που ξεκίνησε το καλοκαίρι, επιβεβαιώνεται και το Δεκέμβριο στους δείκτες οικονομικού κλίματος που δημοσίευσε την Πέμπτη η Επιτροπή. Τα καλύτερα νέα έρχονται εξάλλου από τη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία με την πιο επίμονη στασιμότητα τα τελευταία πέντε χρόνια: οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 110.000 το Δεκέμβριο, ενώ τα γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για την αύξηση του ΑΕΠ το 2006.

Πιο ευνοϊκό διαμορφώνεται έτσι το ευρωπαϊκό περιβάλλον και για την ελληνική οικονομία, όπου επίσης οι δείκτες του κλίματος εμφανίζονται ανοδικοί το Δεκέμβριο. Χαρακτηριστικό όμως για τη διάρθρωση και τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας φαίνεται το γεγονός ότι σε μας η μεγαλύτερη βελτίωση – 8 μονάδες – προέρχεται από το λιανικό εμπόριο. Βελτίωση πάντως, κατά 4 μονάδες, παρουσιάζει το κλίμα και στη βιομηχανία, όπου οι επιχειρήσεις προσδοκούν να αυξήσουν τις πωλήσεις τους τους επόμενους μήνες, και λιγότερο, κατά 2 μονάδες, στις κατασκευές. Στις υπηρεσίες, αντίθετα, σημειώνεται υποχώρηση κατά 6 μονάδες, ενώ σταθερή σε πολύ χαμηλά επίπεδα διατηρείται η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

Η βελτίωση του οικονομικού κλίματος δεν είναι ενιαία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες: η Γερμανία και η Ισπανία παρουσίασαν το Δεκέμβριο τις υψηλότερες τιμές στους δείκτες του δωδεκαμήνου, αντίθετα η Γαλλία είχε ελαφριά κάμψη και μεγαλύτερη η Ιταλία. Ειδικότερα στη βιομηχανία ωστόσο η βελτίωση εκτείνεται σε όλες τις μεγάλες οικονομίες, και γενικευμένες είναι επίσης οι προσδοκίες για αύξηση της απασχόλησης.

Ανοχή για το έλλειμμα

Για μιαν οικονομία με συγκριτικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης ακόμα, αλλά και με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως η ελληνική, το κρίσιμο ερώτημα είναι πως θα αξιοποιηθεί αυτό το διαφαινόμενο πιο ευνοϊκό περιβάλλον.

Πρώτο πρόβλημα είναι το δημοσιονομικό, το υψηλό δημόσιο χρέος το οποίο, όσο δεν μειώνεται, απορροφά για την εξυπηρέτησή του τεράστιους πόρους που λείπουν από τις επενδύσεις, την παιδεία, την κοινωνική πολιτική, τις πολιτικές που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη. Το δημόσιο χρέος δεν θα αρχίσει να μειώνεται αποφασιστικά αν δεν μηδενισθούν τα τρέχοντα ελλείμματα. Κανείς δεν πιστεύει ότι θα εκτελεσθεί όπως καταρτίσθηκε ο προϋπολογισμός που ψηφίσθηκε το Δεκέμβριο, ούτε ότι το έλλειμμα μπορεί να μειωθεί φέτος στο 2,6% του ΑΕΠ όπως προβλέπει. Ούτε καν ο αρμόδιος υπουργός Γιώργος Αλογοσκούφης, ο οποίος επαναλαμβάνει μεν αυτό το στόχο σε κάθε δήλωσή του, δεν έκρυψε όμως την περασμένη εβδομάδα την ελπίδα του να πάρει μια παράταση ενός ακόμα χρόνου από τις Βρυξέλλες για να φέρει το έλλειμμα κάτω από το 3%.

Τις συζητήσεις για τα προγράμματα σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιθανό να επηρεάσει προς το ανεκτικότερο η γερμανική ανάκαμψη. Η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ φαίνεται να μεταθέτει στο 2007 τις προσπάθειες για τη μείωση του γερμανικού ελλείμματος, μη θέλοντας να ανακόψει την οικονομική δυναμική που διαμορφώνεται επί τέλους στη χώρα της για αύξηση της παραγωγής, της απασχόλησης, των επενδύσεων, ακόμα και της καταναλωτικής ζήτησης που χρόνια τώρα υποχωρούσε. Μόλις πριν από δύο μήνες το συμβούλιο οικονομικών εμπειρογνωμόνων δεν έβλεπε για το 2006 μεγέθυνση πάνω από 1%, αλλά τώρα ένας από τους πιο συντηρητικούς Γερμανούς οικονομολόγους με σημαντική επιρροή, ο Χανς Βέρνερ Ζιν, αναθεωρεί την πρόβλεψη του ινστιτούτου IFO σε 1,7%, ενώ η Dresdner Bank κάνει λόγο για 2%. Με τη σημασία που έχει η γερμανική οικονομία για την Ευρώπη συνολικά, είναι εύλογο να αναμένει κανείς την ελαστικότερη δυνατή εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας φέτος: Από θέσεις ισχυρότερης μεγέθυνσης και μειούμενης ανεργίας γίνεται άλλωστε πολύ ευχερέστερη η συμπίεση των ελλειμμάτων.

Αν μια τέτοια εξέλιξη θα διευκολύνει την ανοχή απέναντι στο ελληνικό δημόσιο έλλειμμα μένει να φανεί. Η ελληνική οικονομία δεν πάσχει από χαμηλή καταναλωτική ζήτηση: η κατανάλωση ήταν ο κύριος παράγων που συγκράτησε την επιβράδυνση της ανόδου του ΑΕΠ στο 3,7% το 2005, την ώρα που έπεφταν οι επενδύσεις. Η λογική επομένως δεν είναι διόλου η ίδια. Μια ανεκτικότερη αντιμετώπιση όμως θα διέσωζε τουλάχιστον ένα μέρος από τις δημόσιες επενδύσεις και τα έργα του Γ’ ΚΠΣ, που διαφορετικά θα κινδύνευαν να περικοπούν στο βωμό της μείωσης του ελλείμματος, όπως πέρυσι. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η κυβέρνηση θα ξεπεράσει τις διαχειριστικές εμπλοκές που έχει προκαλέσει, οδηγώντας όλο το πρόγραμμα σε παράλυση έως τώρα.

Ανεπάρκεια επενδύσεων

Ακόμα και έτσι όμως παραμένει το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η ανεπάρκεια των επενδύσεων. Όσο επιβεβλημένο και αν είναι να ολοκληρωθούν τα έργα του Γ΄ ΚΠΣ, οι υποδομές στα οδικά δίκτυα, στην ενέργεια για να εξασφαλισθεί η κάλυψη της ζήτησης στην ενεργοβόρα χώρα μας και μετά το 2007, μετέωρη ακόμα στους σχεδιασμούς της ΔΕΗ, ο εκσυγχρονισμός των τηλεπικοινωνιών, που συγκεντρώνουν σήμερα το επιχειρηματικό ενδιαφέρον, δεν φθάνουν. Θα χρειάζονταν παράλληλα, και σε μεγάλη έκταση, επενδύσεις σε νέους κλάδους που να διευρύνουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας και να δημιουργούν νέες, καλύτερες θέσεις εργασίας. Είναι ακόμα περισσότερο αναγκαίες, καθώς φθίνουν, πολλά χρόνια τώρα, παραδοσιακοί κλάδοι σαν την κλωστοϋφαντουργία και το ένδυμα, που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από τις χώρες χαμηλού κόστους. Αλλά τέτοιες επενδύσεις δεν σχεδιάζονται στην Ελλάδα από εγχώριες επιχειρήσεις παρά ελάχιστες (ένα καλό παράδειγμα είχαμε τα τελευταία χρόνια στον κλάδο των καλλυντικών), ούτε έρχονται ξένα κεφάλαια να τις πραγματοποιήσουν. Και η κυβέρνηση δεν φαίνεται καν να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα.

Από τις Βρυξέλλες έγιναν επίσης γνωστά στοιχεία της έρευνας για τις επενδύσεις στη βιομηχανία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις προβλέπουν περαιτέρω μείωσή τους το 2006, μετά τη μείωση που εκτιμούν τώρα ότι έκαναν το 2005, διαψεύδοντας τις περυσινές τους ανοδικές προβλέψεις. Η ερμηνεία που δίνει ο ΣΕΒ είναι ότι η ελληνική βιομηχανία έχει ολοκληρώσει ένα μεγάλο κύκλο εκσυγχρονισμού και αναδιαρθρώσεων, καθιστώντας ένα σημαντικό της τμήμα ανταγωνιστικό και βιώσιμο. Νέες επενδύσεις, είτε από εγχώριες, είτε από ξένες επιχειρήσεις κατευθύνονται εκεί όπου η σχέση απόδοσης-κινδύνου είναι ευνοϊκή, υποστήριζε πρόσφατα ο πρόεδρος του ΣΕΒ Οδυσσέας Κυριακόπουλος, επιρρίπτοντας στο κράτος και στη δημόσια διοίκηση την απουσία προϋποθέσεων που θα καθιστούσαν την Ελλάδα ελκυστικό τόπο για νέες επενδύσεις. Τη μείωση της φορολογίας των κερδών, τα νέα κίνητρα και το πλαίσιο για τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αντιτείνει ο κ. Αλογοσκούφης, συμφωνώντας ωστόσο και αυτός με τον πρόεδρο του ΣΕΒ ότι τους τομείς όπου θα γίνουν επενδύσεις θα τους αποφασίσει η αγορά.

Σε όλη την Ευρώπη όμως, από τη Φινλανδία μέχρι την Ιρλανδία ή και την Ισπανία, επιτυχής ανάπτυξη σημειώνεται εκεί όπου υπάρχει σχεδιασμός πολιτικών, συγκεκριμένοι στόχοι, συμμετοχή των κοινωνικών φορέων. Κάτι ανάλογο αποπειράται η Γαλλία, με τους "πόλους ανταγωνιστικότητας" που ξεκίνησε τελευταία. Και στη Γερμανία η θεαματική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και οι νέες επενδύσεις τους είναι προϊόν αντίστοιχων πολιτικών. Ούτε στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας προέκυψε η ανάπτυξη απλώς από αποφάσεις της αγοράς. Πουθενά δεν έχει αποδώσει η πολιτική του "μπάτε σκύλοι, αλέστε", στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπου δοκιμάσθηκε τη δεκαετία του 1990, οι συνέπειες ήσαν καταστροφικές. Στην Ελλάδα θα ήταν προφανώς αδύνατο να εφαρμοσθεί.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι