Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις

Παρατηρήσεις στο σχέδιο Νόμου για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τροποποίηση νόμου 2773/1999

Στάθης Λουκάς, Αυγή, 22/11/2005

Σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι έντονη η συζήτηση γύρω από την παρατεταμένη αύξηση (σε πραγματικές τιμές από το 1997-98) της τιμής του πετρελαίου και κατά συνέπεια των επιπτώσεων που έχει στις επί μέρους εθνικές και περιφερειακές ενεργειακές πολιτικές.

Γίνεται δε πιο έντονη λόγω της εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο από τις 16/02/05 .

Δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (Ι.Ε.Α), στην ετήσια έκθεσή της ( World Energy Outlook), επισημαίνει ότι οι ενεργειακές πολιτικές, που επικρατούν οδηγούν σε μη βιώσιμο μέλλον για τον πλανήτη τόσο από περιβαλλοντική σκοπιά όσο και από ενεργειακή, σύμφωνα δε με τον εκτελεστικό διευθυντή της William Ramsay, που παρουσίασε την έκθεση, « Πρέπει να αλλάξουμε αυτές τις συνέπειες και να βάλουμε τον πλανήτη σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μονοπάτι»

Ενώ η πραγματικότητα, όπως φαίνεται, απαιτεί μια απάντηση σε πιο σύνθετα επίπεδα οι υπεύθυνοι κυβερνητικοί παράγοντες επαναλαμβάνουν ακούραστα, σε όλους τους τόνους, ότι η απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας ( ηλεκτρικής και αερίου ) θα λύσει ως δια μαγείας τα προβλήματα.

Και ας μείνουμε σε εκείνη της ηλεκτρικής ενέργειας. Θα ήταν λάθος να ειδωθεί η απελευθέρωση της αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας σαν μαγική ράβδος που λύνει τα προβλήματα. Ότι δηλ. θα εξασφαλίσει καλύτερη εξυπηρέτηση και μάλιστα σε φθίνουσες τιμές.. Κατ’ αρχή για να δημιουργηθούν συνθήκες φθινουσών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας είναι αναγκαίες ορισμένες άλλες συνθήκες.

Πρώτον: να υπάρξει μια προσφορά από τη μεριά της παραγωγής που να τείνει να δημιουργεί πλεονασμό σε σχέση με τη ζήτηση και σημαντικότερο να είναι σωστά καταμερισμένη μεταξύ καταλλήλου αριθμού παραγωγικών υποκειμένων. Να υπάρξουν δε, έλληνες κεφαλαιούχοι που θα αναλάβουν το ρίσκο της επένδυσης. Oι μεγάλες ευρωπαϊκές ηλεκτρικές επιχειρήσεις τείνουν να αγοράζουν εργοστάσια που υπάρχουν ήδη. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι δοσμένο πως θα υπάρξει αναγκαστικά ηλεκτρική ενέργεια σε φθίνουσες τιμές.

Αυτό γιατί η αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας είναι μια ειδική αγορά. Τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι υψηλής έντασης κεφαλαίου και επομένως για να είναι αποσβέσιμα, σε ανεκτό πραγματικό χρόνο, πρέπει να έχουν εξασφαλισμένο ένα κατάλληλο χρόνο λειτουργίας. Ο χρόνος απόσβεσης είναι εκ των πραγμάτων μεγαλύτερος από εκείνο των άλλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων ενώ σε αντίθεση, με τις άλλες αγορές, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει πιο περιορισμένες διαστάσεις. Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας και μπορούμε να προβάλουμε στο μέλλον, δεν θα είναι μια παγκοσμιοποιημένη αγορά. Πράγμα που συμβαίνει αντίθετα με τον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Θα υπάρξει βέβαια, προοπτικά, μια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στα πλαίσια της Ευρώπης, όχι όμως μεταξύ Ευρώπης και Κίνας.

Βέβαια θεωρητικά υπάρχει μια «ενιαία αγορά» ηλεκτρικής ενέργειας, μια και η Ε.Ε και το Ε.Κ αποφάσισαν ότι όλες οι χώρες πρέπει να ανοίξουν, κάθε μία, τη δική της ηλεκτρική αγορά στον ανταγωνισμό και αυτό γίνεται σε κάθε χώρα χωριστά.

Αυτή είναι μια διαδικασία που στοχεύει στο μέλλον, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχουμε μπροστά μας μια ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μια και κάθε «εθνική αγορά» ρυθμίζεται από μια δική της ανεξάρτητη εθνική αρχή. Ενώ η έννοια «της ευρωπαϊκής επιχείρησης», σε αυτόν τον τομέα, είναι ακόμα και για το άμεσο μέλλον περιθωριακή.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περισσότερες από 15 ανεξάρτητες Αρχές Ρύθμισης που δεν είναι υποχρεωμένες να συντονίζονται μεταξύ τους. Συνεπώς δύσκολα θα έχουμε αποτελέσματα ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς αν αυτή παραμένει πολυδιασπασμένη μεταξύ «εθνικών αγορών» που κάθε μία από αυτές είναι διαρθρωμένη με διαφορετικούς κανόνες σε σχέση με τις άλλες.

Από την άλλη μεριά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια αποτελεσματική αγορά όταν οι «εν δυνάμει» επενδυτές θα έχουν να κάμουν με διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις σε ότι αφορά π.χ την προστασία περιβάλλοντος, την φορολογική επιβάρυνση κλπ. Η απάντηση απορρέει από μια εναρμόνιση που δεν αφορά μόνο στην ενεργειακή αγορά.

Δεύτερον: οι γραμμές μεταφοράς είναι κατά κανόνα περιορισμένες τον αριθμό, και διάσπαρτες σε ένα πυκνοκατοικημένο γεωγραφικό χώρο όπως είναι εκείνος ο ευρωπαϊκός. Κατά το πλείστον έχουν κατασκευασθεί από καθέτως ολοκληρωμένα μονοπώλια και είναι διαστασιολογημένες για την μεγίστη ικανότητα μεταφοράς στα πλαίσια του μονοπωλίου και όχι για ανταλλαγή μεταξύ διαφορετικών συστημάτων. Διανύουμε δε μια περίοδο που σε αντίθεση με την περίοδο των μονοπωλίων έχουν περιορισθεί οι επενδύσεις στις γραμμές μεταφοράς γιατί δεν είναι «ελκυστικές». Εκτιμάται, πράγματι, ότι από τα συνολικά κέρδη του ηλεκτρικού κύκλου στην μεταφορά αντιστοιχεί το 7-8% κατά μέσον όρο.

Στις ΗΠΑ κατά το τέλος της δεκαετίας του 90 ο μέσος χρόνος απόσβεσης μιας επένδυσης στα δίκτυα μεταφοράς ήταν 28,5 χρόνια. Κατά συνέπεια στις ΗΠΑ την ίδια περίοδο οι επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς μειώθηκαν κατά μέσον όρο 100 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο ενώ οι συναλλαγές αυξήθηκαν κατά 400%. Από αυτήν την κατάσταση προκύπτουν και τα φαινόμενα συμφόρησης των δικτύων, που οδηγούν στις καταστάσεις μπλακ-άουτ οι οποίες όπως είναι λογικό έχουν αρνητικές συνέπειες στην εν δυνάμει αγορά.

Στις απορυθμισμένες ή απελευθερωμένες αγορές παρατηρείται μια τάση περιορισμού των περιθωρίων ισχύος σε σχέση με την μονοπωλιακή περίοδο ή των περιθωρίων ισχύος σε θερμή εφεδρεία (Ιταλία 2003).

Ο συνδυασμός μεταξύ μιας περιορισμένης παραγωγικής ικανότητας και ενός αποδυναμωμένου ή ακατάλληλου συστήματος μεταφοράς, που από τη φύση του είναι δυναμικά ασταθές, πολλαπλασίασε τα τελευταία χρόνια τις παρατεταμένες διακοπές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Μπορεί από χώρα σε χώρα η αφορμή να ήταν διαφορετική αλλά οι βασικοί λόγοι δεν διαφέρουν και σχετίζονται με τα πιο πάνω.

Τρίτον: Ένα μεγάλο ζήτημα από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας κατά την λειτουργία του συστήματος είναι ο διαχωρισμός μεταξύ Διαχειριστή του Δικτύου και του Ιδιοκτήτη του Δικτύου που είναι υπεύθυνος για την ανάπτυξη την λειτουργία και την συντήρηση του συστήματος.

Αυτή η επιλογή μπορεί να πει κανείς ότι είναι σχεδόν μοναδική για την πραγματικότητα της Ε.Ε.(Ισπανία, Πορτογαλία, Σουηδία, Αυστρία, Γερμανία και τελευταία Ιταλία) όπου η ιδιοκτησία και η Διαχείριση ανήκουν στη ίδια εταιρεία υπό κρατικό έλεγχο ή ιδιοκτησία των Ηλεκτρικών Εταιρειών.

Η ιδέα του διαχωρισμού ξεκίνησε και εισήχθηκε από τις ΗΠΑ όπου απλά η ιδιοκτησία των δικτύων μεταφοράς είναι των εταιρειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι κατανοητό ότι θα ήταν αδιανόητο για την αμερικάνικη νοοτροπία (ΗΠΑ) μια κρατικοποίηση κάτω από μια οποιαδήποτε μορφή. Αποτέλεσμα είχαμε την μείωση των επενδύσεων στην καλυτέρευση του δικτύου λόγω αντικρουόμενων επιδιώξεων και συμφερόντων.

Στην δογματική απομίμηση της αμερικάνικης (ΗΠΑ) επιλογής οφείλεται βασικά και το περυσινό μπλακ-άουτ στη χώρα μας.

Η κατάσταση μπορεί να χειροτερεύσει λόγω σύγκρουσης αντικρουόμενων συμφερόντων με την πιθανή είσοδο και άλλων εταιριών στην ΔΕΣΜΗΕ.

Επόμενα θα έπρεπε να αποφευχθεί για τους ίδιους λόγους μια παρόμοια, με αυτή που υπάρχει στο δίκτυο μεταφοράς, «τακτοποίηση» του Δικτύου Διανομής.

Τέταρτον: Μια άλλη πλευρά που σχετίζεται με τα παραπάνω αφορά στην ενεργειακή αυτονομία της Ε.Ε. Πρόβλημα αυτό που γίνεται όλο και πιο έντονο: πρώτον λόγω της εισόδου, στο παγκόσμιο ανταγωνισμό για τις ενεργειακές πηγές, των δύο πληθυσμιακών, και όχι μόνον, γιγάντων του πλανήτη : Κίνας και Ινδίας και δεύτερον γιατί σε επίπεδο Ε.Ε δεν υπάρχει καμιά θεσμική λειτουργία και χώρος που συζητά και αντιμετωπίζει αυτά τα θέματα. Με την έλλειψη, όμως, μιας πραγματικά ενιαίας ενεργειακής αγοράς καμιά θετική επίπτωση για την αγορά θα είναι δυνατή. Κάθε κράτος θα θέλει να είναι ανεξάρτητο σε ότι σχετίζεται με την παραγωγή και προμήθεια της ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι και όταν ακόμη οι οδηγίες ευρίσκουν πρακτική εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο κινδυνεύουν να μείνουν κενές περιεχομένου από ευρωπαϊκή σκοπιά. Για αποφυγή παρομοίων καταστάσεων πρέπει η ενέργεια να μπει με πλήρη τίτλο στα πλαίσια της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής με ότι αυτό συνεπάγεται. Επόμενα είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας Κοινής Ευρωπαϊκής Αρχής που προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «κυβέρνησης» της Ε.Ε που θα εξασφάλιζε τις συνθήκες της ενεργειακής ανεξαρτησίας περιορίζοντας τον εθνικό ρόλο σε αυτό τον τομέα.

Πράγμα που σήμερα και στο άμεσο μέλλον δεν διαφαίνεται

Για όλους αυτούς τους παραπάνω λόγους, και αποφυγή δύσκολων καταστάσεων που δεν θα υποβοηθήσουν την διαμόρφωση της αγοράς, ο Διαχειριστής του Συστήματος Μεταφοράς και Διανομής πρέπει να συμπίπτει με μια «ανεξάρτητη εταιρεία» ( που αποδέχεται η Οδηγία 2003/54/ΕΚ, άρθρο 17) των αντιστοίχων κλάδων του Ιδιοκτήτη των Δικτύων Μεταφοράς και Διανομής ή αντίστοιχα δύο ανεξάρτητες εταιρείες (άρθρα 10 και 15).

Πέρα από τα ανωτέρω θα εκτιμούσε κάποιος, ουδέτερος παρατηρητής, ότι η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο θα αποτελούσε ερέθισμα για διαμόρφωση κάποιων «δειλών» καινοτομιών όπως π.χ:

-α. η υποχρέωση των εταιρειών παραγωγής και διανομής ενέργειας να παρέχουν εξυπηρετήσεις ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης ενέργειας

-β. οι εταιρείες προμήθειας πέρα από την υποχρέωση εξασφάλισης ισχύος που κακώς δεν απαιτείται, να έχουν την υποχρέωση ένα ποσοστό της ισχύος που εισάγουν στο εθνικό δίκτυο να προέρχεται από ΑΠΕ, που θα παράγουν οι ίδιες ή θα αγοράζουν από παραγωγούς ντόπιους ή της υπόλοιπης Ε.Ε

- γ. η δέσμευση για την εισαγωγή στο εθνικό ηλεκτρικό σύστημα ενός ποσοστού ισχύος από ΑΠΕ πρέπει να ισχύει και για τους ντόπιους παραγωγούς.

δ. την «είσοδο» στον ενεργειακό προγραμματισμό της χώρας και άλλων θεσμικών υποκειμένων πέρα από τα «κεντρικά» όπως αιρετή Περιφέρεια και προσωρινά Νομαρχία και μεγάλοι δήμοι, Τεχνικό Επιμελητήριο κλπ

-ε. την αποδοχή του ρόλου κοινωνικών οργανώσεων καταναλωτών και οικολογικών οργανώσεων.

Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν διαφαίνεται στην σκέψη των αφανών συμβούλων και υπευθύνων πολιτικών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι