Οικονομική πρόκληση

Aδιέξοδη η στρατηγική του φτηνού κόστους εργασίας

Σάββας Ρομπόλης, Τα Νέα, 02/02/2006

Ο βραδύς ρυθμός αύξησης της απασχόλησης στη χώρα μας, κατά τα τελευταία χρόνια, και η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα είναι άμεσα συνδεδεμένα με τη συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον να τονισθεί ότι η επιδείνωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα συντελείται με την παράλληλη μείωση του κόστους εργασίας κατά 25% την περίοδο 1985-2005. Ταυτόχρονα συντελείται με τη μεταφορά σημαντικών πόρων προς τις επιχειρήσεις: από το χρηματιστήριο, από τη μείωση των αμοιβών της υπερωριακής απασχόλησης, από τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών (1/1/01 - 31/12/03) κατά 2%, από τις επιδοτήσεις του αναπτυξιακού νόμου για νέες επενδύσεις χωρίς τη δέσμευση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και από τους κρατικούς Προϋπολογισμούς των ετών 2005 και 2006.

H αξιολόγηση αυτών των πολιτικών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ενώ τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην οικονομική ενίσχυση των επιχειρήσεων και στην αύξηση της κερδοφορίας τους, εντούτοις δεν συνέβαλαν στη βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας και στην αύξηση της απασχόλησης / ή και στην αντιμετώπιση της ανεργίας.

Κατά συνέπεια, η πρόκληση της ελληνικής οικονομίας και ιδιαίτερα στην προοπτική να επαληθευτούν οι προβλέψεις ολοκλήρωσης του κύκλου ανάκαμψης το 2010 και έναρξης του κύκλου ύφεσης την ερχόμενη δεκαετία, συνίσταται στη διαμόρφωση ενός αναπτυξιακού πλαισίου και ενός μείγματος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ικανού να παρατείνει τον κύκλο ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και μετά το 2010.

H απάντηση που δίνουν σ’ αυτή την οικονομική πρόκληση οι φορείς της οικονομικής πολιτικής είναι ότι η ελληνική οικονομία και οι επιχειρήσεις για να είναι ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο και για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα πρέπει η Ελλάδα να μετεξελιχθεί σε χώρα φθηνού κόστους εργασίας, φθηνού κόστους κοινωνικής πολιτικής και πλήρως απελευθερωμένης αγοράς εργασίας, για να είναι δυνατόν, εκτός των προαναφερομένων, να μειωθεί και το υψηλό ποσοστό ανεργίας, το οποίο κατά τη γνώμη τους οφείλεται στις «δυσκαμψίες» της αγοράς εργασίας, στους «υψηλούς» μισθούς, στη «μονιμότητα» και στην ύπαρξη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Όμως, η στρατηγική αυτή του φτηνού κόστους εργασίας θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία, όπως και άλλους οικονομικούς σχηματισμούς, σε οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο, αφού δεν θα αποτρέψει την είσοδό της στη φάση της ύφεσης και δεν θα αντιμετωπίσει τα αναμενόμενα σοβαρά κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα.

Πράγματι, η πορεία αυτή της ελληνικής οικονομίας θα συρρικνώσει την εσωτερική και εξωτερική της ζήτηση καθώς και το αναπτυξιακό της απόθεμα, με αποτέλεσμα να μετεξελιχθεί σ’ έναν οικονομικό σχηματισμό που θα είναι τοποθετημένος αναπτυξιακά και τεχνολογικά ανάμεσα στις χώρες της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης. Μια τέτοια όμως ενδιάμεση θέση της ελληνικής οικονομίας, ανάμεσα στους ανταγωνιστές της, την παγιδεύει σε εσωστρέφεια και σε συρρίκνωση της εσωτερικής της δυναμικής, με αποτέλεσμα να γίνει μία οικονομία χωρίς πελάτες, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό, αφού με το εφαρμοζόμενο μείγμα οικονομικής πολιτικής δεν θα εξασφαλίζεται η ποιότητα και η εμπορικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Έτσι, αναδεικνύεται για την αποτροπή αυτών των δυσμενών εξελίξεων η αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενός νέου αναπτυξιακού πλαισίου και ενός νέου μείγματος οικονομικής πολιτικής, οι προτεραιότητες του οποίου επικεντρώνονται (INE/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2005) στην επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης, στη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και στη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης και της ποιότητας, στη μετάβαση από την προνομιακή επιχειρηματικότητα στην παραγωγική επιχειρηματικότητα, στην αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης, στη βελτίωση του επιπέδου του διαθέσιμου εισοδήματος και της ζήτησης, και στη δυναμική προοπτική του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με την ενίσχυση του διανεμητικού συστήματος.

Ο Σάββας Ρομπόλης είναι καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, επιστ. δ/ντής INE/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι