Πόσο άνισοι; Πόσο φτωχοί;

Ο δημόσιος λόγος για τη φτώχεια γίνεται ερήμην των σχετικών ερευνών

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 04/02/2006

H ΠPΟΣΦATH ΔHMΟΣIΟΠΟIHΣH TΩN AΠΟTEΛEΣMATΩN THΣ EΘNIKHΣ ΣTATIΣTIKHΣ YΠHPEΣIAΣ ΓIA TH ΦTΩXEIA EΠIBEBAIΩΣE, ΓIA ΠΟΛΛΟΣTH ΦΟPA, ENA ΦAINΟMENΟ ΠΟY ΟI EIΔIKΟI ΓNΩPIZΟYN KAΛA. Ο ΔHMΟΣIΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓIA TIΣ KΟINΩNIKEΣ ANIΣΟTHTEΣ KAI TH ΦTΩXEIA ΓINETAI EPHMHN THΣ EIKΟNAΣ ΠΟY ΠPΟKYΠTEI AΠΟ TIΣ ΣXETIKEΣ EPEYNEΣ. EΠIΠΛEΟN, AΠΟTEΛEI ΠPΟNΟMIAKΟ ΠEΔIΟ ΠANTΟΣ XPΩMATΟΣ ΠΟΛITIKHΣ KAI ΔHMΟΣIΟΓPAΦIKHΣ ΔHMAΓΩΓIAΣ

Οι έρευνες για τις κοινωνικές ανισότητες και τη φτώχεια είναι συγκεκριμένες και αποτελούν τις κοινές αναφορές των ειδικών. Έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών (1974, 1982, 1988, 1994, 1999, 2004), European Community Household Panel (1994 - 2002), European Union - Statistics on Ιncοme and Living Standards (EU - SILK 2003, 2004). Τα αποτελέσματά τους παρουσιάζονται συνήθως στα MME με έναν καταιγισμό ποσοστών και στρυφνών συγκρίσεων που μπερδεύουν τον απλό αναγνώστη και τους μη ειδικούς. Ως μη ειδικός και εγώ, προσπάθησα να συνοψίσω με απλούστερο τρόπο την εικόνα που προκύπτει για τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Τα δεδομένα

1) H μεγάλη μείωση της οικονομικής ανισότητας και της φτώχειας έγινε στην περίοδο 1974-1982, εν μέρει λόγω της γενναιόδωρης εισοδηματικής πολιτικής της N.Δ. και κατά το άλλο μέρος λόγω των εξαιρετικά υψηλών και συγκεντρωμένων χρονικά αυξήσεων του ΠΑΣΟΚ το 1982. Έκτοτε, τόσο οι κοινωνικές ανισότητες όσο και η σχετική φτώχεια (φτώχεια σε σχέση με άλλους) μένουν πρακτικά σταθερές παρουσιάζοντας απλώς μικροδιακυμάνσεις. Ούτε οι μεταξύ των διαφορετικών στρωμάτων εισοδηματικές ανισότητες μεταβάλλονται ούτε φαίνεται κάποια μαζική αλλαγή της κατανομής εισοδήματος οριζόντιου χαρακτήρα, δηλαδή μεταξύ των ατόμων της ίδιας κοινωνικής τάξης ή ομάδας.

2) H απόλυτη φτώχεια (στέρηση βασικών μέσων διαβίωσης) μειώθηκε κατακόρυφα στην περίοδο 1974-1982 και έκτοτε συνέχισε την πτωτική της τάση.

3) Το ίδιο ισχύει για την κρίσιμη περίοδο 1994-2004 που συμπίπτει με την προσπάθεια της χώρας να ενταχθεί στην ΟΝΕ και με την εισαγωγή του ευρώ. Οι κοινωνικές ανισότητες και η φτώχεια μειώθηκαν ελαφρά ή έμειναν σταθερές, ενώ παράλληλα αυξήθηκε με υψηλό ρυθμό το ΑΕΠ και οι μισθολογικές αυξήσεις κινήθηκαν σταθερά πάνω από τον πληθωρισμό. Αυτό επιβεβαιώνει και η πρόσφατη έρευνα της ΕΣΥΕ (EU - SILC 2003) δείχνοντας ελαφρά μείωση της φτώχειας στη διετία 2002-2003, παρ’ ότι η εισαγωγή του ευρώ θεωρήθηκε ιδιαίτερα επώδυνη για τα αδύναμα στρώματα.

4) Με οποιαδήποτε μεθοδολογία και να προσδιοριστεί η διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας, οι ανισότητες βρίσκονται περισσότερο στο εσωτερικό κάθε ομάδας παρά μεταξύ των ομάδων.

5) Οι παράγοντες που καθορίζουν τη δομή των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων είναι πρωτίστως ο βαθμός εκπαίδευσης του αρχηγού του νοικοκυριού και ακολουθούν το επάγγελμά του και ο βαθμός αστικότητας της περιοχής όπου βρίσκεται το νοικοκυριό. Επίσης, οι ανισότητες εκδηλώνονται κατά κύριο λόγο στο εσωτερικό κάθε διοικητικής περιφέρειας παρά μεταξύ των περιφερειών.

6) Ο κίνδυνος της φτώχειας, είτε της σχετικής είτε της απόλυτης, απειλεί κυρίως ομάδες όπου ο αρχηγός του νοικοκυριού έχει χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, ηλικιωμένες/ους (65+) που ζουν μόνες/οι, κατοίκους αγροτικών περιοχών. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μετανάστες υποαντιπροσωπεύονται στις έρευνες λόγω προφανών στατιστικών και πρακτικών δυσκολιών.

7) H κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της E.E. των 15, αλλά δεν αυξήθηκε εξίσου και η αποτελεσματικότητά της. Τα διορθωτικά της αποτελέσματα είναι πιο περιορισμένα, καθόσον δεν φτάνει όλη σε εκείνους που την έχουν πραγματικά ανάγκη.

Τα πορίσματα αυτά αποτελούν κοινούς τόπους μεταξύ των ειδικών. [Μητράκος Θ., Τσακλόγλου Π., Οικονομική ανισότητα και φτώχεια στην Ελλάδα, στο Βενιέρης Δ., Παπαθεοδώρου Χρ. (επιμ.), H κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα, Ελληνικά Γράμματα 2003, Παπαθεοδώρου Χρ., Πετμεζίδου M., Ανισότητα, αναδιανομή και καθεστώτα ευημερίας, στον συλλογικό τόμο Οικονομικές αλλαγές και κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα, Τυπωθήτω, 2005].

H εικόνα λοιπόν είναι σαφής. Ο δημόσιος όμως λόγος περί της φτώχειας και των ανισοτήτων διεξάγεται με γενικευτικούς όρους και αποτελεί πεδίο βολής όπου ασκούνται οι δημαγωγοί της πολιτικής και των MME. Ιδίως μετά την εισαγωγή του ευρώ και παράλληλα με την φθορά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ 2000-2004. Προφανώς, στο ευαίσθητο αυτό θέμα επενδύθηκαν οι προπαγανδιστικές τακτικές των αντιπολιτευτικών κομμάτων και το ίδιο θα γίνει ασφαλώς στο μέλλον.

Το χάσμα

Το χάσμα όμως μεταξύ του δημόσιου λόγου περί φτώχειας και ανισοτήτων και των στατιστικών δεδομένων περί αυτών υπάρχει, και αποτελεί αυτό καθαυτό φαινόμενο προς ερμηνεία. Πόσο μάλλον που η κοινωνική δημαγωγία και ο δημόσιος «μιζεραμπιλισμός» βρήκαν ανταπόκριση, γεγονός που δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στον εγγενή λαϊκισμό των MME ούτε στην κομματική ιδιοτέλεια. Υπήρχαν οι απαραίτητες διαθέσεις του κόσμου να δεχτεί τις υπερβολές και τις δημαγωγίες. Γιατί; Είναι ένα ερώτημα που αξίζει να ερευνηθεί τόσο από τους πολιτικούς όσο και από τους ειδικούς επιστήμονες. Οι τελευταίοι που ενδιαφέρονται είναι βεβαίως οι επαγγελματίες δημαγωγοί και ολοφυρόμενοι, των οποίων η απάντηση είναι εκ των προτέρων γνωστή: «δεν ξέρω τι λένε οι αριθμοί, εγώ ξέρω ότι κ.λπ.», «τράβα ρώτα τη γυναικούλα που ψωνίζει στη λαϊκή... κ.λπ.». Οι έρευνες ωστόσο είναι πλέον πολλές και καταλήγουν στην ίδια εικόνα, ώστε δεν κερδίζουμε τίποτα με το να τις αμφισβητήσουμε, πόσο μάλλον που οι ίδιοι οι επιστήμονες μάς προειδοποιούν για τα μεθοδολογικά και στατιστικά όριά τους.

Κουβάρι που πρέπει να ξεμπλεχτεί

Υπάρχουν εύλογες υποθέσεις που να ερμηνεύουν το χάσμα λόγων και αριθμών, δικαιολογώντας και την πρόσληψη του προβλήματος που είχαν και έχουν οι περισσότεροι πολίτες; Μια πρώτη υπόθεση αφορά στο διαφορετικό επίπεδο πληθωρισμού που βιώνουν τα διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Οι Θ. Μητράκος , Στ. Ζωγραφάκης υπολόγισαν ότι ο πληθωρισμός κατά την περίοδο 1999-2004 στις τιμές των προϊόντων που καταναλώνουν τα πιο αδύναμα στρώματα επιδεινώνει κατά 0,7% τον δείκτη κοινωνικής ανισότητας και κατά 1,9% της φτώχειας. (Bank of Greece, Economic Bulletin, n. 24, Ιανουάριος 2005). Ο παράγοντας αυτός έχει το εξηγητικό του βάρος, ιδίως αν αποδειχτεί ότι αυξάνει τον αριθμό των νοικοκυριών που κινούνται μεν πάνω από το όριο της φτώχειας αλλά αισθάνονται την απειλή της. Είναι εξάλλου πιθανόν, διαφορετικός και υψηλότερος πληθωρισμός να χτυπάει προϊόντα και υπηρεσίες που καταναλώνουν ιδιαιτέρως τμήματα των μισθωτών και των μεσαίων στρωμάτων.

Δεν νομίζω όμως ότι ο διαφορετικός πληθωρισμός έχει τέτοιο μέγεθος που να εξαντλεί την εξήγηση. Πιστεύω ότι ο περί ανισοτήτων και φτώχειας δημόσιος λόγος υπερβαίνει τους αριθμούς και το θέμα αυτό καθαυτό. Σε μια κοινωνία με εγγενείς εξισωτικές και λαϊκιστικές τάσεις, προσφέρεται να λειτουργήσει σαν συμπύκνωση μιας γενικότερης δυσφορίας και επισφάλειας. Οι υποθέσεις τότε πολλαπλασιάζονται. Μπορεί να εκφράζει την αυξημένη πλέον προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλλεις για να διατηρήσεις τα κεκτημένα σε ένα καθεστώς μεγαλύτερου ανταγωνισμού (π.χ. αυτοαπασχολούμενοι) ή έντονης εργασιακής πίεσης (π.χ. μεσαία στρώματα στις μοντέρνες υπηρεσίες) ή επισφάλειας της θέσης απασχόλησης. Μπορεί να εκφράζει τη μείωση των οικογενειακών περιουσιακών αποθεμάτων που δημιούργησαν οι προηγούμενες γενιές και τη χαλάρωση των κοινωνικών δικτύων που πλαισίωναν τα άτομα. Ή το τέλος της αυταπάτης του εύκολου πλουτισμού που έδιναν στη δεκαετία του ’80 τα υψηλά ονομαστικά επιτόκια και στη δεκαετία του ’90 η αύξηση του Χρηματιστηρίου. Μπορεί επίσης να εκφράζει την πρόσκαιρη μείωση της ικανότητας ελέγχου της οικογενειακής δαπάνης καθώς συμπίπτουν η εισαγωγή ενός νέου νομίσματος και η εμφάνιση νέων αγαθών που διαφοροποιούν το καταναλωτικό μοντέλο (π.χ. η μαζική εισβολή των τηλεπικοινωνιών και της ψηφιακής ψυχαγωγίας). Μπορεί, τέλος, να εκφράζει κάτι πολύ ουσιαστικότερο. Την αρνητική εκτίμηση για το μέλλον. Τον φόβο ή τη διαπίστωση ότι οι δεκαετίες της εύκολης και μαζικής κοινωνικής ανόδου παρήλθαν και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα παιδιά θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους.

Κοντολογίς, ο περί κοινωνικών ανισοτήτων και φτώχειας λόγος πήρε και παίρνει αυτούς τους τόνους γιατί συμπύκνωσε τις κοινωνικές εντάσεις που εκδηλώνονται σε μια κρίσιμη καμπή σε όλο το κοινωνικό φάσμα των φτωχών, των εργαζομένων και των μεσαίων στρωμάτων. Δηλαδή, στο φάσμα στο οποίο απευθύνεται μια προοδευτική μεταρρυθμιστική παράταξη. Αυτό το κουβάρι όμως πρέπει να ξεμπλεχτεί, τόσο για να διαμορφωθεί μια ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη πολιτική για τα αδύναμα στρώματα όσο και για να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινωνικές αντιφάσεις μιας μοντέρνας κοινωνίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι