Εργοδοτική επιθετική ενέργεια στο όνομα "αλλαγής των συνθηκών"

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 05/02/2006

Η άρνηση των διοικήσεων των έξι μεγαλύτερων τραπεζών να διαπραγματευθούν με την ΟΤΟΕ τη σύναψη νέας κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας είναι η πρώτη συγκεκριμένη επιθετική εργοδοτική ενέργεια που εκδηλώνεται σε θεσμικό επίπεδο. Εάν με την απεργιακή κινητοποίηση και τις άλλες προσπάθειές της η ΟΤΟΕ δεν κατορθώσει να εξαναγκάσει τις διοικήσεις των τραπεζών να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα συντελεσθεί μια σημαντική αλλαγή στο τοπίο των σχέσεων εργοδοτών-εργαζομένων: ένα από τα ισχυρότερα, αν όχι το ισχυρότερο συνδικάτο επι δεκαετίες στην Ελλάδα, θα έχει χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής του.

Καλυμμένες τυπικά από ένα παράθυρο στην ισχύουσα νομοθεσία που τις εξυπηρετεί, και με την ενθάρρυνση της κυβέρνησης, οι διοικήσεις των μεγάλων τραπεζών προχωρούν στην αντικατάσταση της κλαδικής με χωριστές, επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις ανά τράπεζα, που προτίθενται να διαπραγματεύονται καθεμία με το σύλλογο των δικών της υπαλλήλων.

Όσον αφορά την κυβερνητική στάση, ο υπουργός Οικονομίας \Γιώργος Αλογοσκούφης\ δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας: "Δεν μπορούμε να λέμε από τη μία πλευρά ανταγωνιστείτε, και από την άλλη μαζευτείτε όλοι μαζί για τα εργασιακά. Ή θα ανταγωνίζονται, ή θα συνεργάζονται", δήλωσε χαρακτηριστικά στη συνέντευξή του στους ξένους ανταποκριτές την Πέμπτη, αφαιρώντας κάθε ουσία από τη μεσολαβητική παρέμβαση του συναδέλφου του \Πάνου Παναγιωτόπουλου\ που συναντήθηκε διαδοχικά με τους τραπεζίτες. Με τον ανταγωνισμό στα εργασιακά όπως τον υπέδειξε άλλωστε, ο υπουργός Οικονομίας φάνηκε να μην αντιλαμβάνεται την ανάγκη καμμιάς συλλογικής ρύθμισης γενικότερα. Στο βαθμό που δεν ήταν επιπόλαιη διατύπωση της στιγμής, μια τέτοια θέση προοιωνίζεται επικίνδυνες νομοθετικές πρωτοβουλίες για το μέλλον.

Από την πλευρά τους πάντως, οι τραπεζίτες συνεργάσθηκαν θαυμάσια για να απορρίψουν την πρόσκληση της ΟΤΟΕ σε διαπραγματεύσεις. Το γεγονός ότι μεταξύ τους συγκαταλέγεται και ο διοικητής της Αγροτικής, στην οποία το Δημόσιο διατηρεί πλειοψηφικό έλεγχο, \επιβεβαιώνει την κυβερνητική συμμετοχή\ στο εγχείρημα.

Τα επιχειρήματα των τραπεζιτών

Το κεντρικό επιχείρημα που επικαλέσθηκαν οι διοικήσεις των τραπεζών για να τερματίσουν μονομερώς το καθεστώς της κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας ήταν ότι "άλλαξαν οι συνθήκες". Ως πρώτη αλλαγή προβάλλουν την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση των τραπεζών.

Η σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας για την επίλυση των θεμάτων του τραπεζικού κλάδου είχε νόημα παλαιότερα, όταν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, σχεδόν στο σύνολό του, ελεγχόταν ιδιοκτησιακά από το Δημόσιο, γράφει στην επιστολή του προς την ΟΤΟΕ ο πρόεδρος της Εθνικής \Τάκης Αράπογλου\. Σήμερα, αντίθετα, η συμμετοχή του Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο των περισσότερων ελληνικών τραπεζών είναι αμελητέα, ενώ οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές κατέχουν πάνω από το 30% κατά μέσο όρο στις μεγαλύτερες. Για το λόγο αυτό, και επειδή οι συνθήκες ανταγωνισμού στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης όπου δραστηριοποιούνται οι ελληνικές τράπεζες είναι έντονες, τα εργασιακά, κοινωνικά και μισθολογικά του κλάδου "δύσκολα αποτελούν πλέον αντικείμενο κλαδικών ΣΣΕ" (γιατί όμως; - δεν το διευκρινίζει περαιτέρω), αλλά "πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιχειρησιακές συμβάσεις κάθε τράπεζας χωριστά", καταλήγει ο κ. Αράπογλου.

Πιο ωμά επιχειρηματολογεί η διοίκηση της Eurobank, με πρόεδρο τον \κ. Ν. Νανόπουλο\. Αναφερόμενη και αυτή στις αλλαγές που έχουν επέλθει με το άνοιγμα των αγορών και τη διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, υπογραμμίζει επίσης τη διεύρυνση του ωραρίου των καταστημάτων και της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου, καθώς η επιχειρησιακή συμφωνία που έκλεισε - υπερβαίνοντας το πλαίσιο της κλαδικής σύμβασης - να λειτουργήσει δύο υποκαταστήματα τα Σάββατα την έφερε πρόσφατα σε σύγκρουση με την ΟΤΟΕ. Καταλογίζει έτσι στην ΟΤΟΕ ότι η μέχρι τώρα στάση της υποδηλώνει πως δεν διαθέτει επαρκή ευελιξία και καθαρή αντίληψη των νέων συνθηκών, οπότε κάθε συζήτηση θα οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Οι ιδιαιτερότητες των τραπεζών, όπως το ασφαλιστικό που διαφέρει από τράπεζα σε τράπεζα, είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο υποστηρίζει ότι είναι πιο συμφέρουσες, με περισσότερα πλεονεκτήματα για τους εργαζομένους, οι επιχειρησιακές συμβάσεις.

Για ποιούς εργαζόμενους όμως; Το ασφαλιστικό ήταν το μεγάλο πρόβλημα για το οποίο απέτυχε να διαπραγματευθεί ο πρόεδρος της Εμπορικής \Γιώργος Προβόπουλος\, καθώς προσέκρουσε στην απόλυτη άρνηση της ΟΤΟΕ, για να λυθεί τελικά με κυβερνητική παρέμβαση και μεταφορά του κόστους στο Δημόσιο. Στο μεταξύ η δυσμενής χρηματοοικονομική κατάσταση της Τράπεζας θα επέβαλλε πολύ πιο συγκρατημένες αυξήσεις μισθών από το 6% που έδινε η κλαδική συλλογική σύμβαση και χρειαζόταν αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για να καταβληθεί. Και η διοίκηση της Εμπορικής υποστηρίζει έτσι ότι είναι πιο ορθολογικό οι διαπραγματεύσεις να γίνονται ανά τράπεζα, αλλά για να δίνει λιγότερα, ενώ θέματα όπως το ωράριο δεν την αφορούν.

Θεαματικά κέρδη και προοπτικές

Παρά τις δυσκολίες της, η Εμπορική συγκαταλέγεται μαζί με την Εθνική, την Alpha, την Eurobank και την Πειραιώς στις πέντε μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες που παρουσίασαν το 2004 τη υψηλότερη αύξηση λειτουργικών κερδών 28,6% από όλες της ευρωπαϊκές χώρες (σύνολο Ευρώπης: 8,7%). Και η καλή κερδοφορία βελτιώθηκε το 2005. Αύξηση 87% δείχνουν το εννεάμηνο τα καθαρά κέρδη του ομίλου της Εθνικής, 15,3% της Alpha, 53,8% της Eurobank, 49% της Πειραιώς, ενώ και η Εμπορική μπαίνει σε τροχιά ανάκαμψης, με τα κέρδη προ φόρων να φθάνουν τα 95,3 εκατομμύρια ευρώ, από 6,8 εκατομμύρια το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2004, και αποκαθιστά την κεφαλαιακή της βάση.

Τα εντυπωσιακά μεγέθη οπωσδήποτε κρύβουν και προβλήματα, με την Εθνική, για παράδειγμα, να μην συνυπολογίζει το κόστος των 78 εκατομμυρίων από την εθελούσια έξοδο 1500 εργαζομένων, του 10% του δυναμικού της, χάρη στην οποία προσβλέπει σε ετήσια αύξηση των δαπανών προσωπικού μόλις 3% την περίοδο 2004-2007, εισάγοντας ταυτόχρονα σύστημα έκτακτων αμοιβών σε σύνδεση με την παραγωγικότητα.

Άνκαι σε διαφορετικό βαθμό, και οι πέντε υπογραμμίζουν πάντως τις θετικές προοπτικές που διαγράφονται για την ανάπτυξή τους τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Η συντονισμένη απόφασή τους να καταργήσουν την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας που είχαν ως τώρα δεν προκύπτει από τα οικονομικά τους αποτελέσματα. Την καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού τους δυναμικού θα μπορούσαν να την επιδιώξουν μέσα από αναδιαπραγμάτευση του γενικού πλαισίου της κλαδικής σύμβασης, και εξειδίκευση κατόπιν στις διαφορετικές ανάγκες κάθε τράπεζας με το σύλλογο των εκεί εργαζομένων, όπως γίνεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αναζητώντας ανάλογα παραδείγματα οι νομικές τους υπηρεσίες, μόνο τη Βρετανία, την Ιρλανδία και τη Μάλτα εντόπισαν να μην έχουν κλαδικές συλλογικές συμβάσεις στις τράπεζες.

Οι εγγυήσεις του νόμου 1876/1990 και η εξαίρεση των τραπεζών

Ο νόμος 1876/1990, που ψηφίσθηκε ομόφωνα από όλα τα κόμματα τις τελευταίες μέρες της οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα για να καθιερώσει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις - καταργώντας, ύστερα από αγώνες δεκαετιών, το προηγούμενο αυταρχικό καθεστώς του νόμου 3239/55 - έχει μιαν ιδιομορφία: ειδικά για τους εργαζόμενους στις τράπεζες, εφόσον δεν υπάρχουν εργοδοτικές οργανώσεις του κλάδου, προβλέπει ότι για να συναφθεί κλαδική συλλογική σύμβαση, μεμονωμένοι εργοδότες που καλύπτουν το 70% τουλάχιστον των εργαζομένων χρειάζεται να εξουσιοδοτήσουν κοινό εκπρόσωπο, ή εκπροσώπους τους (άρθρο 3, παράγραφος 4). Με το γράμμα του νόμου συνεπώς, οι διοικήσεις των τραπεζών μπορούσαν να μην ορίσουν κοινό εκπρόσωπό τους φέτος, χωρίς να παραβιάζουν την υποχρέωση των εργοδοτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων να προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις, όταν λήξει ή καταγγελθεί από την εργατική πλευρά η παλιά συλλογική σύμβαση (όπως προβλέπουν τα άρθρα 4 και 9). Και αυτό έκαναν, αφού ουδέποτε είχαν προσδώσει την ιδιότητα εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, στην οποία είναι μέλη.

Τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται για καμμία άλλη κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, διότι όλες οι υπόλοιπες συνομολογούνται από εργοδοτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι περισσότερες από τον ΣΕΒ μαζί με κλαδικές οργανώσεις μέλη του. Η εργοδοτική πλευρά θα μπορούσε, βέβαια, να απορρίψει τα αιτήματα των εργαζομένων, αλλά σε μια τέτοια περίπτωση το συνδικάτο των εργαζομένων, εκτός από το όπλο της απεργίας έχει και τη δυνατότητα προσφυγής στη διαιτησία η οποία, συνεκτιμώντας τα επιχειρήματα των δύο πλευρών θα εξέδιδε απόφαση με ισχύ συλλογικής σύμβασης (άρθρο 16), που, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, θα κατοχύρωνε τα εργατικά συμφέροντα. Αυτός ο δρόμος είναι όμως κλειστός για την ΟΤΟΕ, όπως βεβαιώνουν οι υπεύθυνοι από τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι