Αρχική | Εκτύπωσε ή Αποθήκευσε ως PDF | Αποθήκευσε ως WORD | Αποθήκευσε ως HTML

ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει (ΙΙ)

Γιώργος, Γιαννουλόπουλος

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2019-06-01


Για να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε το προπερασμένο Σάββατο, το θέμα μας είναι ο λαϊκισμός, με αφορμή το βιβλίο «ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει» (εκδόσεις Θεμέλιο, επιμέλεια Γιάννη Μπαλαμπανίδη) και πιο συγκεκριμένα ένα κείμενο γραμμένο από τον Γιώργο Κατσαμπέκη με τίτλο «Αριστερός λαϊκισμός στην αντιπολίτευση και την εξουσία: η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ».

Αν το διάβασα σωστά, ο λαϊκισμός, ως άλλος Ιανός, έχει δύο πρόσωπα: το πρώτο είναι το γενικά κατακριτέο μείγμα δημαγωγίας και απλούστευσης και το δεύτερο η «καλή» και αριστερή εκδοχή του, την οποία έχει ενστερνιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το τι σημαίνει αυτή η εκδοχή θα φανεί καλύτερα αν τη δούμε ως κατάληξη μιας αυτοβιογραφικής αφήγησης. Ολα άρχισαν όταν η ανανεωτική Αριστερά βγήκε από τη σκιά του Κύρκου και του Παπαγιαννάκη για να γίνει ριζοσπαστική. Δηλαδή Σιάτλ και Γένοβα, ολοένα και πιο σκληρό μέτωπο κατά του νεοφιλελευθερισμού, εξέγερση μετά τον φόνο του Γρηγορόπουλου, αντίσταση στα μνημόνια, το κίνημα των πλατειών...

Ενα γραμμικό κρεσέντο με θριαμβευτικό φινάλε τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο 2015. Σύμφωνα με τη λογική του καλού αριστερού λαϊκισμού, όλα τα παραπάνω μαρτυρούν μια προϊούσα κρίση αντιπροσώπευσης. Οι πολίτες διαπιστώνουν ότι τα παραδοσιακά κόμματα και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί έχουν παύσει να ανταποκρίνονται στα αιτήματα και τις ανησυχίες του λαού, αρνούνται τις κοινωνικές τους αναφορές και αθετούν τις δεσμεύσεις τους.

Το ότι όλα αυτά συνέβησαν ουδείς το αμφισβητεί. Το ουσιαστικό μήνυμα μιας αφήγησης όμως δεν είναι τα «ωμά» γεγονότα αλλά η αφηγηματική αλληλουχία τους ή, αλλιώς, το αν εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο και έχουν το ίδιο νόημα, έτσι ώστε το καθένα να γίνεται βήμα που οδηγεί στο επόμενο καθʼ οδόν προς την τελική κορύφωση.

Υποδυόμενος τον δικηγόρο του διαβόλου θα υποβάλω μια σειρά ερωτήματα/ενστάσεις: Μήπως ο αδύναμος κρίκος σε αυτή την αφηγηματική αλυσίδα είναι οι αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα; Μήπως εκεί δεν συνέρρευσαν μόνο όσοι ξαφνικά και άδικα βρέθηκαν στα τάρταρα αλλά και άλλοι που αλλιώς είχαν συνηθίσει ή καλοσυνηθίσει;

Μήπως το ΠΑΣΟΚ, παρά τη σθεναρή αντίσταση του Τσοχατζόπουλου(!), είχε ήδη αποξενωθεί από τις «κοινωνικές αναφορές του» προ πολλού χωρίς όμως να το πληρώσει εκλογικά; Μήπως τα κόμματα εξουσίας δεν αθέτησαν τις δεσμεύσεις τους αλλά δεν ήταν σε θέση να τηρήσουν τις υποσχέσεις που παραδοσιακά έδιναν αφειδώς για διορισμούς στο Δημόσιο και επιδοτήσεις διότι το ταμείον ήταν πλέον μείον; Μήπως ο αριστερός «καλός» λαϊκισμός θεωρεί δεδομένο –κάτι που σίγουρα δεν είναι– ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι η κρίση τα μνημόνια;

Για να μη με παρεξηγήσετε, δεν θεωρώ υποχρεωτικά λανθασμένη την τάση του λαϊκισμού να μιλάει με όρους «εμείς οι πολλοί και αδικημένοι, εκείνοι οι λίγοι και αδικούντες».

Ούτε και απολύτως ιδιάζουσα, αν σκεφτούμε ότι και η ορθόδοξη μαρξιστική Αριστερά λέει περίπου το ίδιο, επικαλούμενη όμως εντελώς διαφορετικές έννοιες (π.χ. κοινωνικές τάξεις) και διαφορετικό σκεπτικό. Η χαρακτηριστικά λαϊκιστική πινελιά που κάνει τη διαφορά είναι ένα είδος μανιχαϊκής δαιμονοποίησης του αντιπάλου. Και με τον όρο «δαιμονοποίηση» δεν εννοώ μια ποσοτικά εντονότερη καταδίκη αλλά έναν τρόπο σκέψης που λειτουργεί ως δυνητική προϋπόθεση της διαβόητης πολυσυλλεκτικότητας του λαϊκισμού.

H οποία εξασφαλίζεται από την εξής λαθροχειρία: το «όλοι οι καλοί χωράνε» διολισθαίνει και υποκαθίσταται από το «όσοι χωράνε είναι καλοί». Και σε μετάφραση ΣΥΡΙΖΑ: εφόσον οι νεοφιλελεύθεροι δανειστές μας είναι δαίμονες, τότε όλα τα θύματά τους είναι αθώα και ευπρόσδεκτα στην πλατεία Συντάγματος. Ακόμα κι εκείνοι που πριν από την κρίση έπαιρναν σύνταξη μεγαλύτερη από τον τελευταίο μισθό τους, συν εφάπαξ. Διότι όποιος καταριέται τα μνημόνια για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί παρά να έχει δίκιο. Και αν μάλιστα διαθέτει βουλευτές που εκπροσωπούν την μπρουτάλ εκδοχή της Δεξιάς, καλείται να συγκυβερνήσει με τον πολύ αριστερό ΣΥΡΙΖΑ.

Ετσι εξηγείται η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να παραδεχτεί το εξόφθαλμο: ότι οι πιστωτές μπορεί να επέβαλαν μια νεοφιλελεύθερη θεραπεία, μπορεί γενικότερα να ευθύνονται για τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 –το μεγαλύτερο κακούργημα της εποχής μας– αλλά η δική μας αρρώστια ήταν το δημοσιονομικό φαγοπότι.

Οι νεοφιλελεύθεροι δεν μοιράζουν λεφτά σαν να μην υπάρχει αύριο, δεν διογκώνουν το κράτος και απεχθάνονται τα ελλείμματα. Ετσι εξηγείται επίσης η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ για τη διακυβέρνηση Καραμανλή. Η οποία δεν είναι μόνο μια κίνηση τακτικής για να αποδυναμωθεί η Νέα Δημοκρατία αλλά κυρίως ένα έξυπνο τέχνασμα που αποκρύπτει τον δημοσιονομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Για να μπορούμε, δηλαδή, να λέμε ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση.

Πολύ πιθανό το μοντέλο του αριστερού λαϊκισμού, όπως το παρουσιάζει ο Γιώργος Κατσαμπέκης, να ισχύει για άλλες χώρες. Ας έχουμε όμως κατά νου τα λόγια του Εντουαρντ Σαΐντ: «Φοβάμαι το είδος της ανακρίβειας που παράγεται από μια πολύ δογματική γενίκευση και από μια πολύ θετικιστική επικέντρωση στο επιμέρους». Στην Ελλάδα μάς απειλεί μάλλον το πρώτο.

Εκτύπωση στις: 2024-04-26
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?tid=10702