Αρχική | Εκτύπωσε ή Αποθήκευσε ως PDF | Αποθήκευσε ως WORD | Αποθήκευσε ως HTML

Μετά την Ολυμπιάδα: προοπτικές και αδιέξοδα

Η έπαρση και ο ρατσισμός των απαίδευτων

Νίκος, Παρασκευόπουλος

Ελευθεροτυπία, 2004-09-08


«Εμείς το είχαμε προβλέψει». Ακόμη κι όταν είναι ακριβής η φράση, ενοχλεί, όπως όλες οι αυτοεπιβεβαιώσεις, όπως ακόμη και οι αμοιβαίες φιλοφρονήσεις μεταξύ αρθρογράφων. Παραμένει δεδομένο όμως ότι πολλές αρνητικές προβλέψεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που τελείωσαν, τελικά επαληθεύτηκαν. Τις συνοψίζω εν τάχει, ώστε να απομείνει ένα ευρύ περιθώριο για τη θετική αποτίμηση της επιτυχημένης οργάνωσης.

Στον κατάλογο των αρνητικών, κορυφαία θέση έχουν ασφαλώς οι απώλειες ανθρωπίνων ζωών: οι θάνατοι εργατών κατά την κατασκευή των ολυμπιακών έργων. Ακολουθεί το οικονομικό κόστος: η αναμενόμενη λιτότητα θα πλήξει κυρίως την προνοιακή πολιτική. Σε μάκρος χρόνου θα χαρακώνει εξάλλου τη χώρα το χάσμα που δημιουργήθηκε μεταξύ πρωτεύουσας και περιφέρειας, σε ό,τι αφορά τις υποδομές. Οπως είναι αυτονόητο, όπως συμβαίνει πάντοτε, αυτού του είδους οι οικονομικές συνέπειες έχουν ανισοβαρή αντίκτυπο σε βάρος των φτωχότερων στρωμάτων· βαρύ αντίκτυπο, σε επίπεδο των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, θα έχει επίσης μια διατήρηση του εξοπλισμού ηλεκτρονικής παρακολούθησης των πολιτών.

Επώδυνο είναι όμως και το πλήγμα στη λεγόμενη αθλητική ιδέα. Οι συνθήκες βέβαια προϋπήρχαν και ήταν δρομολογημένο από καιρό. Το καινούργιο είναι ότι τώρα έγιναν πιο γνωστές και διαφανείς κάποιες καταστάσεις που προηγουμένως λίγους μόνο ανησυχούσαν. Δειγματοληπτικά:

* Κανείς δεν μπορεί να αναφέρεται πια σε ανιδιοτελή άμιλλα. Οι δημόσιες και ιδιωτικές χορηγίες προς τους πρωταθλητές είναι υλικές ανταμοιβές, που φθάνουν σε επίπεδα απρόσιτα για τους περισσότερους πολίτες.

* Η εντατική άθληση δεν αποτελεί τεκμήριο φυσικής ζωής. Τόσο οι ίδιες οι επιδόσεις όσο και ο τρόπος μέτρησής τους, προϋποθέτουν την προηγμένη τεχνολογία.

* Το ίδιο δύσκολο είναι, να γίνεται σήμερα λόγος για ένα πανηγύρι φυσικής υγείας. Οι ενισχυτικές ουσίες, απαγορευμένες ή οριακές, ούτε φυσικές ούτε υγιεινές είναι. Χωρίς αμφιβολία, σε κάποια αγωνίσματα (ιδίως στον στίβο και στην ποδηλασία, αν πιστέψουμε τον αρμόδιο πρόεδρο της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου) η προσφυγή στο ντόπινγκ γίνεται σε έκταση πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που αποκαλύπτεται. Μια ανατροπή άλλωστε, που τώρα αρχίζει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτή, αφορά τις κατηγορίες των αθλημάτων: κάποτε ο στίβος ήταν «το ευγενές σπορ», σε αντιπαράθεση π.χ. με το «χυδαίο» ποδόσφαιρο. Τώρα γίνεται σαφές ότι η μονομερής ένταση κάποιων μυών αποτελεί αθλητική ενασχόληση λιγότερο ενδιαφέρουσα και πιο ευάλωτη από χημικά σκευάσματα σε σχέση με συλλογικά αθλήματα, που προϋποθέτουν ομαδικότητα, συντονισμό και φαντασία. Αλλο θέμα, αν προσωπικές αρετές του φρονήματος και της ευγένειας μπορούν να διαψεύδουν τους κανόνες.

* Στον σύγχρονο αθλητισμό δεν προέχει η απλή συμμετοχή. Συμμετοχή χωρίς διάκριση σημαίνει αποτυχία. Ο χρυσός ολυμπιονίκης είναι ευτυχισμένος, ο δεύτερος και ο τρίτος είναι ικανοποιημένοι· οι υπόλοιποι συνήθως νιώθουν απογοητευμένοι, όσο εξαιρετικό κι αν είναι να έρχεται κανείς π.χ. έκτος σε παγκόσμιο επίπεδο.

* Τέλος, έχει απομυθοποιηθεί πλήρως κι η ιδέα της παγκόσμιας ανακωχής για χάρη των Αγώνων. Η ίδια η διεξαγωγή των Αγώνων έγινε ειρηνικά, ταυτόχρονα όμως με εχθροπραξίες και αιματοκυλίσματα σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η διασφάλιση της ίδιας της ειρηνικής διεξαγωγής στηρίχθηκε σε δρακόντεια στρατιωτική και αστυνομική φύλαξη. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα, αν θα είχαμε ησυχία και χωρίς τη φύλαξη αυτή. Τα Ζέπελιν, πάντως, δεν ήταν σύμβολο ειρήνης.

Μακρύς λοιπόν ο κατάλογος των προβλημάτων. Για τη χώρα μας ωστόσο υπήρξε ένα σημαντικό αντίβαρο, το οποίο επισήμαναν ήδη κάποιοι από τους πρώτους απολογισμούς1: η επιτυχημένη οργάνωση και διεξαγωγή των Αγώνων και ιδίως η τελετή έναρξης τόνωσαν την αυτοεκτίμησή μας. Σε μια εποχή όπου τα πράγματα δείχνουν προαποφασισμένα, στατικά και βαλτωμένα, καταγράψαμε αποτελεσματικότητα και υπερβάσεις. Ας παραλληλίσουμε: ένα μοναχικό άτομο, ακόμη κι αν σε κάποια φάση της ζωής του βουλιάζει στα χρέη ή κατρακυλά στο αλκοόλ και στις ουσίες, έχει τη δυνατότητα να ορθοποδήσει, αν νιώθει μέσα του μια σπίθα αυτοεκτίμησης. Αυτό ισχύει και για τη συλλογικότητα. Αρκεί να μη νομίσουμε, όπως είπε χαρακτηριστικά ο Γ. Νταλάρας, ότι το χάρτινο καραβάκι έγινε υπερωκεάνιο. Παρά την πίστη μας για την ελληνική αποκλειστικότητα του φιλότιμου, εξάλλου, η συλλογική υπερηφάνεια δεν χαρακτηρίζει μόνο το «ανάδελφο» έθνος μας. Ο R. Rorty, για παράδειγμα2 γενικεύοντας τα αισθήματα των Αμερικανών, αναλύει τη θέση ότι η «εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ό,τι ο αυτοσεβασμός για τα άτομα: η αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωσή τους».

Η διάγνωση μιας αποτελεσματικότητας εν τω μεταξύ ζωογονεί διάφορα αντιστασιακά ανακλαστικά, ακριβώς επειδή ζούμε στην εποχή της συγκεκριμένης παγκοσμιοποίησης. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι το σύγχρονο κισμέτ. Προπαγανδίζει την ιδέα ότι η αγορά είναι παντοδύναμη κι ότι η παρέμβαση στην αυτόματη λειτουργία της, πρακτικά είναι αδύνατη. Υποτίθεται ότι οποιαδήποτε έξωθεν επίδραση πρόσκαιρα θα λειτουργήσει σαν μπλοκάρισμα ή διαστρέβλωση, ενώ μακροπρόθεσμα θα εξουδετερωθεί. Αυτή η μοιρολατρία μπορεί να εκκινεί από την οικονομία, αλλά απλώνεται στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο ευρύτερα. Η ατμόσφαιρα της παθητικότητας, όπου κάθε αντίσταση εμφανίζεται μάταιη, ώθησε τον Ρ. Bourdieu να παρομοιάσει τον νεοφιλελευθερισμό με το AIDS: καταστρέφουν και τα δύο το ανοσοποιητικό σύστημα, του ατόμου το AIDS, της κοινωνίας ο νεοφιλελευθερισμός.3

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτήν την αίσθηση της αποτελεσματικότητας και την αυτοεκτίμηση προσέφεραν περισσότερο η οργάνωση και οι τελετές και λιγότερο οι αθλητικές διακρίσεις. Οταν οι θεατές παρενοχλούσαν τη διεξαγωγή του δρόμου 200 μέτρων ζητωκραυγάζοντας υπέρ του κ. Κεντέρη, δεν πίστευαν αναγκαία ότι ο τελευταίος απείχε από το ντόπινγκ· η γενική ιδέα ήταν ότι «όλοι ντοπάρονται, αλλά μόνον ο δικός μας διώκεται από τα ξένα κέντρα». Η αίσθηση ότι «όλοι ντοπάρονται και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει», προήλθε από τη συσσώρευση της μοιρολατρίας.

Αποτελεί, επομένως, ευτύχημα το γεγονός ότι το εξαιρετικό έργο του κ. Δ. Παπαϊωάννου και των συνδημιουργών απέσπασε την προσοχή από τον προβληματικό αθλητισμό: οι αθλητικές ιδεολογίες συνιστούν τις πιο ακώλυτα καλλιεργούμενες εκδοχές εθνικής υπερηφάνειας και συνοχής. Νανουρίζουν και ο φανατικός είναι ο πρώτος που αποκοιμάται.

Συνοψίζοντας: παρά το κόστος και τα προβλήματα, η χώρα μας μπορεί στο μέλλον να αντλήσει ένα υπολογίσιμο όφελος από τη διεξαγωγή των Αγώνων. Αντίθετα, ο παγκόσμιος ολυμπισμός έδειξε πως πλησιάζει σε ένα αδιέξοδο.

Κάτι τελευταίο, σαν επιμύθιο: από τοπικούς αιρετούς άρχοντες πληροφορηθήκαμε προ μηνών ότι «οι Ελληνες γεννιούνται, δεν γίνονται» και από πρωταθλήτρια εσχάτως ότι μάλιστα «γεννιούνται νικητές». Στο κολοσσιαίο γεγονός της αρχαιότητας, οι Ελληνες νίκησαν τους Πέρσες· όχι επειδή οι πρώτοι ήταν γεννημένοι νικητές αλλά επειδή ήταν λιτοδίαιτοι, ενώ οι Πέρσες είχαν εξασθενήσει ζώντας σε μαλακό περιβάλλον. Ετσι εκτίμησαν οι αρχαίοι Ελληνες.4 Ευτυχώς, η Ιστορία συγκράτησε τη σεμνή τους κρίση και μπορούμε να τη συγκρίνουμε με την έπαρση και τον ρατσισμό των απαίδευτων.


Σημειώσεις

1. Βλ. π.χ. Α. Καλοκαιρινό, άρθρο, «ΝΕΑ» 2.9.2004 2. Η αριστερή σκέψη στην Αμερική του 20ού αι. (μτφρ. Θ. Χατζόπουλου, 2000) 9. 3. Συνέντευξη Ρ. Bourdieu στο «Spiegel», 29 /2001. Πρβλ. J. Ziegler, Η ιδιωτικοποίηση του κόσμου (2002, 2004, μτφρ. Ε. Νιάνιου) 52. 4. Βλ. και L. Canfora, Εμείς και οι Αρχαίοι (μτφρ. Γ. Κασαπίδη, 2002) 22.

Εκτύπωση στις: 2024-04-26
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?tid=267