Συνταγματική αναθεώρηση και οικονομία

Δημήτρης, Λιάκος

Ναυτεμπορική, 2026-02-15


ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ που χαρακτηρίζεται από την αλληλουχία πολλαπλών κρίσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος οφείλει να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα, αν η οικονομία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως τεχνικό πεδίο ή ως βάση της κοινωνικής συνοχής.

ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ υπάρχουν πεδία όπου η αναθεώρηση επιβάλλεται από τη συγκυρία.

Το άρθρο 16 είναι ένα από αυτά. Η χώρα χρειάζεται ένα συνταγματικό πλαίσιο παιδείας που να μιλά με όρους 21ου αιώνα.

Ποιότητα, πρόσβαση, εξωστρέφεια, καινοτομία, πραγματική στήριξη της δημόσιας γνώσης. Όχι ως ιδεολογικό ταμπού, αλλά ως παραγωγικό θεμέλιο μιας οικονομίας που δεν μπορεί να στηρίζεται στο διηνεκές στη χαμηλή προστιθέμενη αξία.

ΤΟ ΙΔΙΟ ΙΣΧΥΕΙ για τις ανεξάρτητες αρχές. Η τυπική αναφορά δεν αρκεί. Απαιτούνται θεσμική θωράκιση, κανόνες λογοδοσίας και διαφάνειας και μια αρχιτεκτονική που να μειώνει τις «γκρίζες» ζώνες μεταξύ πολιτικής ευθύνης και διοικητικής ανεξαρτησίας.

Σε τομείς όπως ο ανταγωνισμός, οι ρυθμιζόμενες αγορές, η προστασία δεδομένων και ιδιωτικότητας η θεσμική αξιοπιστία δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση σταθερότητας.

ΚΡΙΣΙΜΟ είναι και το άρθρο 86. Όχι ως εύπεπτο σύνθημα αντιπολιτικής – αντισυστημικής ρητορικής, αλλά ως ελάχιστη προϋπόθεση ισονομίας και εμπιστοσύνης.

Η ειδική μεταχείριση -έστω η αίσθηση- της πολιτικής εξουσίας διαβρώνει τη νομιμοποίηση των

θεσμών.

Μια σοβαρή αναθεώρηση οφείλει να κλείσει αυτό το κενό, ώστε η λογοδοσία να αποτελεί τον κανόνα, όχι την εξαίρεση.

Όμως, πέρα από τις αυτονόητες τομές, το κρίσιμο ερώτημα αφορά το οικονομικό υπόδειγμα που κατοχυρώνει ή, έστω, προκρίνει το ελληνικό Σύνταγμα.

ΕΔΩ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ να ξεφύγουμε από το στερεότυπο ότι η οικονομία είναι «τεχνική», επομένως συνταγματικά ουδέτερη.

Η ίδια η έννοια της ρύθμισης (regulation) και της απορρύθμισης (deregulation) είναι πολιτική.

Ιστορικά, η μεταπολεμική Ευρώπη έδωσε στο κράτος ισχυρό ρόλο ιδιοκτήτη και παραγωγού, ενώ η δεκαετία του ’80 ανέδειξε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ως κυρίαρχο διεθνές ρεύμα.

Ωστόσο, η κρίση του 2008 έφερε ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη αυστηρότερου θεσμικού πλαισίου με κανόνες, εποπτεία και λογοδοσία.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ, αν θέλουμε να μιλήσουμε ορθολογικά για «Σύνταγμα και Οικονομία», πρέπει να μείνουμε στον πυρήνα του ερωτήματος.

Ζητούμενο είναι ένα ισχυρό, σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο το Σύνταγμα έχει ρόλο, όχι ως εγχειρίδιο οικονομικής πολιτικής, αλλά ως εγγύηση προσανατολισμού.

Ένα πλαίσιο που υπηρετεί τη βιώσιμη και συμπεριληπτική ανάπτυξη, την ανθεκτικότητα της οικονομίας, την κοινωνική πρόοδο και τη μείωση των ανισοτήτων.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ, ένα τέτοιο πλαίσιο πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, να δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης με σταθερότητα και ασφάλεια, με κανόνες ισονομίας, δικαιοσύνης και υγιούς ανταγωνισμού, όχι με εξαιρέσεις, παραθυράκια και «ειδικά προνομιακά καθεστώτα».

Δεύτερον, να διαθέτει μηχανισμούς ευελιξίας, ώστε η οικονομία να προσαρμόζεται γρήγορα σε διεθνείς μεταβολές, σε τεχνολογικές τομές και σε νέους κινδύνους. Αυτό δεν είναι θεωρία, αλλά ο σκληρός πυρήνας της ανθεκτικότητας.

ΣΕ ΑΥΤΟ το σημείο εδράζεται μια προοδευτική πολιτική κατεύθυνση. Τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι «παράπλευρο κόστος» της ανάπτυξης, αλλά προϋπόθεσή της.

Μια οικονομία που βασίζεται σε χαμηλούς μισθούς, επισφάλεια και αδυναμία πρόσβασης σε στέγη και υπηρεσίες υγείας, δεν γίνεται πιο ανταγωνιστική, αλλά πιο εύθραυστη.

Μια δημοκρατία που δεν μπορεί να εγγυηθεί στοιχειώδη ασφάλεια ζωής, μετατρέπει την ελευθερία σε προνόμιο.

Το πρόβλημα είναι ότι στη συλλογική μας εμπειρία η θεσμική προστασία κατανέμεται άνισα.

Ενώ η προστασία της οικονομικής ελευθερίας προβλέπεται με σαφήνεια, η κοινωνική ασφάλεια μένει σε γενικές διατυπώσεις.

Πρακτικά, το Σύνταγμα εγγυάται πρώτα τη λειτουργία της αγοράς και πολύ λιγότερο την ασφάλεια της κοινωνίας.

ΑΝ ΑΥΤΟ θέλουμε να το διορθώσουμε, η συζήτηση δεν είναι «περισσότερο ή λιγότερο κράτος», αλλά το καλύτερο κράτος.

Ένα κράτος ικανό να ρυθμίζει εκεί που χρειάζεται, να αποσύρεται εκεί που περισσεύει, να λειτουργεί ως θεματοφύλακας κανόνων, όχι ως παραγωγός προνομίων.

Και εδώ οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε μια ιδιαιτερότητα η οποία δεν λύνεται με ρητορικές διατυπώσεις.

Η ελληνική οικονομία δεν πάσχει από κρατισμό ή από τη «θέωση» της αγοράς. Πάσχει από κρατικοδίαιτες δομές, από στρεβλώσεις ανταγωνισμού, από προνομιακές διαδρομές πρόσβασης στο κράτος. Ένα μίγμα που ακυρώνει και την αποτελεσματικότητα και τη

δικαιοσύνη.

ΣΕ ΑΥΤΗ τη νέα πραγματικότητα, δύο παραδείγματα δείχνουν γιατί η συνταγματική συζήτηση δεν μπορεί να μένει στο χθες.

Πρώτον, η κλιματική μετάβαση. Το ρυθμιστικό πλαίσιο αγνοεί τη φέρουσα ικανότητα της

πραγματικής οικονομίας, δεν πείθει και πρακτικά δεν εφαρμόζεται.

Δεύτερον, η τεχνητή νοημοσύνη. Αρτηριοσκληρωτικά σχήματα χωρίς διάλογο και προβλεψιμότητα προσαρμογών – μηχανισμών ευελιξίας ενδέχεται να προκαλέσουν αρνητικά αποτελέσματα. Και στα δύο, το ζητούμενο είναι η θεσμική ποιότητα, όχι ο ιδεολογικός αυτοματισμός.

ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ εργασία απαιτείται επαναθεμελίωση. Το κυρίαρχο αφήγημα της «ευελιξίας» παρουσιάστηκε ως αναγκαίος εκσυγχρονισμός.

Στην πράξη, όμως, παρήγαγε επισφάλεια, αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και εργαζόμενους χωρίς δυνατότητα στοιχειώδους προγραμματισμού της ζωής τους.

Αν το Σύνταγμα σιωπά για τον κατώτατο μισθό, για τη συλλογική προστασία και τα όρια της απορρύθμισης, τότε δεν είναι ουδέτερο. Παίρνει θέση υπέρ της ισχυρότερης πλευράς.

ΤΟ ΙΔΙΟ ισχύει και για την ανάπτυξη. Η νεοφιλελεύθερη ανάγνωση την αποσυνδέει από την κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον, καθώς τα αντιμετωπίζει ως εξωτερικούς περιορισμούς.

Ανάπτυξη όμως που υπονομεύει τη βιωσιμότητα και διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό δεν είναι τεχνικό αποτέλεσμα.

Αποτελεί καθαρή πολιτική επιλογή, με συγκεκριμένο κοινωνικό κόστος. Ένα σύγχρονο Σύνταγμα οφείλει να ενσωματώνει τη βιώσιμη ανάπτυξη ως δεσμευτική αρχή, όχι ως ρητορικό συμπλήρωμα.

ΌΣΟΝ ΑΦΟΡΑ τη δημοσιονομική σταθερότητα, δεν μπορεί να αναγορεύεται σε υπέρτατη συνταγματική αξία, αποκομμένη από τις κοινωνικές της συνέπειες.

Η εμπειρία της κρίσης έδειξε ότι η μονοδιάστατη πειθαρχία, χωρίς κοινωνικά αντίβαρα, διαβρώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η υπευθυνότητα δεν ταυτίζεται με τη λιτότητα ούτε μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι κοινωνικής οπισθοδρόμησης.

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ του Συντάγματος είναι στιγμή επιλογής κατεύθυνσης. Είτε θα επιβεβαιώσει μια οικονομία που αντιμετωπίζει την κοινωνία ως μεταβλητή προσαρμογής είτε θα τολμήσει να θέσει την οικονομία στην υπηρεσία της αξιοπρέπειας και της δημοκρατίας.

Στη σημερινή συγκυρία, η ουδετερότητα δεν είναι τεχνική στάση. Είναι καθαρά πολιτική επιλογή.


Εκτύπωση στις: 2026-02-23
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=13881