Οι αγορές και ο Ντ. Τραμπ

Κώστας, Καλλίτσης

Η Καθημερινή της Κυριακής, 2026-04-11


Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές φαινόταν ότι οι αγορές, αμέσως και εμμέσως, επέβαλαν στον Ντ. Τραμπ να κάνει εκεχειρία και να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, αφού είχε προκαλέσει μεγάλη ανθρώπινη δυστυχία, απίστευτες καταστροφές, και μεγάλη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία, χωρίς να ‘χει πετύχει κανέναν από τους πολλούς διακηρυγμένους στόχους του. Είτε άμεσα, με διαβήματα και συστάσεις από διεθνείς οργανισμούς και από ισχυρούς χρηματοδότες του και με τα σκαμπανεβάσματα τιμών στα ταμπλό, είτε έμμεσα, με το κανάλι της ήδη μεγάλης ακρίβειας. H οποία εξαιτίας του πολέμου φουντώνει στις ΗΠΑ και, μετά την προεξοφλούμενη απώλεια της ρεπουμπλικάνικης πλειοψηφίας στη Βουλή, φαίνεται να προοιωνίζεται την απώλεια της πλειοψηφίας και στη Γερουσία στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Η αλήθεια είναι ότι, μέχρι τώρα, οι διεθνείς αγορές έχουν αντιμετωπίσει την πολεμική κρίση και τη βασική παρενέργειά της, την διακοπή της ροής καυσίμων από τα Στενά του Ορμούζ, με εντυπωσιακή ψυχραιμία.

Η αιτία της ψυχραιμίας βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην αιτία του πανικού, στην πρωτοφανή ρευστότητα που έχουν μοιράσει οι κεντρικές τράπεζες στο λεγόμενο σκιώδες τραπεζικό σύστημα, τα ιδιωτικά funds. Εξαιτίας αυτής της ρευστότητας, οι πτωτικές συνεδριάσεις αντί να προκαλούν καθοδικά ντόμινο σε συνθήκες τέτοιας αναταραχής, φρενάρουν και μάλιστα αναστρέφονται από κύματα νέων τοποθετήσεων. Αν, όμως, η καταστροφή της προσφοράς καυσίμων συνεχιστεί, τα πράγματα θα αλλάξουν: Ένας κίνδυνος είναι τα φαινόμενα στασιμοπληθωρισμού. Υπάρχει και ο κίνδυνος της ανοιχτής κρίσης: Η καταστροφή της προσφοράς να εκτοξεύσει τις τιμές των καυσίμων, που πυροδοτούν τον πληθωρισμό, με συνέπεια να αναστραφούν απότομα ανοδικά τα επιτόκια, τα υπερδανεισμένα ιδιωτικά funds να ανοίξουν το χορό της χρεωκοπίας, η χρηματιστηριακή φούσκα (που προϋπήρχε του πολέμου) να σπάσει, κεφάλαιο να καταστραφεί και μια νέα ισορροπία να αποκατασταθεί -πολύ χαμηλότερα.

Αυτό, φαίνεται ότι μάλλον θα αποτραπεί. Υπάρχουν, ωστόσο, πράγματα που ποτέ πια δεν θα είναι όπως πριν. Ένα από αυτά είναι η αγορά ενέργειας.

Στο καλό σενάριο, ότι η πολεμική κρίση εκτονώνεται κι αποκαθίσταται η ειρήνη, η επιστροφή στα προ του πολέμου επίπεδα τιμών για τα καύσιμα ( στα 70 δολ/βαρέλι) θα καθυστερήσει πολύ. Από τη μια, η προσφορά θα είναι περιορισμένη γιατί δεν θα έχουν αποκατασταθεί οι ζημιές (υπολογίζεται ότι απαιτούνται 3-4 μήνες) είτε γιατί κάποιοι πετρελαιοπαραγωγοί θα περιμένουν να σταθεροποιηθεί η κατάσταση πριν αποκαταστήσουν την πλήρη δυναμικότητά τους. Από την άλλη, οι τιμές θα πιεστούν: Η ζήτηση για πετρέλαιο θα αυξηθεί καθώς πολλές χώρες θα θελήσουν να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα. Και, τώρα πλέον, θα επιβληθεί ένα «καπέλο» στις τιμές, ως premium για κινδύνους από πολεμικές συγκρούσεις.

Υπάρχει, επίσης, ένα κεντρικό συμπέρασμα που εξάγεται, σχετικά με την ανθεκτικότητα του συστήματος των αγορών και τον ρόλο ενός (σοβαρού…) κράτους.

Ο πόλεμος –γράφει ο Στ. Κην- φανερώνει ότι πίσω απ’ την εικόνα ισχύος και ανθεκτικότητας, η διεθνής οικονομία λειτουργεί σαν ένα εξαιρετικά ευαίσθητο δίκτυο, όπου η διακοπή ενός κόμβου προκαλεί αλυσιδωτές καταρρεύσεις. Το βασικό πρόβλημα –εξηγεί ο Μάικλ Σπενς, Νόμπελ Οικονομίας- βρίσκεται στον τρόπο οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ιδιώτες επενδυτές επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους, γιατί αυτά είναι άμεσα και τα καρπούνται οι ίδιοι, ενώ η ανθεκτικότητα προσφέρει οφέλη διάχυτα και συλλογικά. Γι΄ αυτό, το σύστημα των αγορών τείνει να υποεπενδύει σε μηχανισμούς προστασίας από κρίσεις. Μπροστά στην ανεπάρκεια της αγοράς -καταλήγει- τα κράτη αναδεικνύονται στους βασικούς παράγοντες οικοδόμησης της ανθεκτικότητας. Μόνον αυτά θα μπορούσαν να την διαμορφώσουν.


Εκτύπωση στις: 2026-04-12
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=13933