Στον απόηχο της Συνόδου του ΟΗΕ για το Κλίμα στο Μπέλεμ (COP30), φαίνεται πως έννοιες όπως η οικολογική δικαιοσύνη, η μείωση των ανισοτήτων και ο αγώνας ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη περνούν σε δεύτερο πλάνο. Τη διαπίστωση αυτή καταδεικνύει η έκθεση των Τάσεων Βιωσιμότητας (Sustainability Trends Report 2025). Το 2025 αποτέλεσε έτος μετάβασης από την εποχή των διακηρύξεων σε οικονομίες που θα αναπτύσσονται χωρίς την πολιτική ηγεμονία των ΗΠΑ, καθώς η απόσυρσή τους από τη Συμφωνία του Παρισιού μειώνει τα κίνητρα για ΑΠΕ και ηλεκτροκίνηση και μεταβάλλει τον προσανατολισμό των επενδύσεων.
Η διεθνής υποχώρηση της κλιματικής ατζέντας οφείλεται κυρίως σε πολιτικές στρατηγικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, που προτεραιοποιούν τη χρηματοδότηση εξοπλισμών και ορυκτών καυσίμων. Στον δυτικό δημόσιο λόγο εμπεδώνεται η προσέγγιση που αντιμετωπίζει την κλιματική πολιτική ως εμπόδιο στην ανάπτυξη και πρόσχημα απορρύθμισης. Η δημόσια δράση μετακινείται από τον μακροπρόθεσμο περιορισμό κινδύνων στη διαχείριση του άμεσου πολιτικού κόστους, παγιώνοντας βραχυπρόθεσμες λύσεις και αυξάνοντας τη συστημική έκθεση κοινωνιών και οικονομιών.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνική αποστροφή προς την κλιματική ατζέντα εντείνεται σε περιβάλλον πληθωρισμού και ακρίβειας. Η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος μετατρέπει κάθε μεταβολή του κόστους ζωής σε ζήτημα πολιτικής επιβίωσης. Η κρίση νομιμοποίησης βαθαίνει όταν η πολιτική κατεύθυνση οδηγεί σε αναδιανομή προς τα υψηλότερα εισοδήματα. Η άνιση πρόσβαση σε ενισχύσεις, η μετακύλιση κόστους και η ανοχή στην κερδοσκοπία παγιώνουν την αδικία. Απαιτείται σχεδιασμός με κριτήριο τη δίκαιη κατανομή κόστους και οφέλους.
Από αυτή την αφετηρία προκύπτουν προτεραιότητες πολιτικής ταυτόχρονα κλιματικές και κοινωνικές. Η ενεργειακή φτώχεια απαιτεί προτεραιοποίηση ευάλωτων νοικοκυριών, αναβάθμιση κατοικιών και μέριμνα για όσους αποκλείονται από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Είναι αναγκαία η δίκαιη μετάβαση μακριά από συγκεντρωτικά μοντέλα, με ρόλο πολιτών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ΟΤΑ στην παραγωγή ενέργειας μέσω ενεργειακών κοινοτήτων. Παράλληλα, χρειάζεται περιστολή του κόστους με οριοθέτηση περιθωρίων κερδοφορίας, ώστε να αποφεύγεται η καταστρατήγηση δεσπόζουσας θέσης μεγάλων ομίλων. Κρίσιμες παράμετροι είναι οι προσιτές δημόσιες μεταφορές, η ανθεκτικότητα των πόλεων με χώρους πρασίνου, η προληπτική πυροπροστασία με ενιαία διαχείριση και έμφαση στις προστατευόμενες περιοχές. Στόχος είναι η σταθερότητα τιμών σε τρόφιμα, μέσω στήριξης του πρωτογενούς τομέα, και σε βασικά είδη διαβίωσης.
Κοινός παρονομαστής παραμένει η μείωση της κοινωνικής ευαλωτότητας μέσω προστασίας των δημόσιων αγαθών. Η κλιματική πολιτική αποκτά πειστικότητα όταν παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα. Η προστασία της θάλασσας αποτελεί ενδεικτική περίπτωση: θαλάσσια πάρκα και διαχείριση υδάτινων πόρων στηρίζουν τη βιοποικιλότητα, τη βιώσιμη αλιεία και την οικονομική ασφάλεια των παράκτιων κοινωνιών. Η αποκατάσταση υγροτόπων λειτουργεί ως αντιπλημμυρική υποδομή. Η αναβάθμιση και ψηφιοποίηση των δικτύων περιορίζει τις εξωτερικότητες και τη μεταβλητότητα των τιμών, ενώ η θωράκιση των πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας μειώνει την τρωτότητα σε ακραία συμβάντα.
Η αρχή ότι η πράσινη μετάβαση αποκτά κοινωνική αποδοχή όταν οργανώνεται με στόχο τη συλλογική προστασία επικυρώθηκε με τη γνωμοδότηση (Advisory Opinion on Climate Change 2025) του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την κλιματική αλλαγή, η οποία χαρακτηρίστηκε «επείγουσα υπαρξιακή απειλή». Η εξέλιξη θέτει νέο πρότυπο για το διεθνές δίκαιο στην περιβαλλοντική δικαιοσύνη, επιβεβαιώνοντας τη δεσμευτική υποχρέωση των κρατών να αποτρέπουν περιβαλλοντική βλάβη και να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Τούτων δοθέντων, μια θετική κλιματική ατζέντα της Ε.Ε. πρέπει να στηρίζεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος αφορά μηχανισμούς κοινωνικής αντιστάθμισης, ώστε οι μεταβολές στην αγορά ενέργειας να συνοδεύονται από προστασία ευάλωτων και μεσαίων στρωμάτων. Ο δεύτερος αφορά κοινή ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική με χρηματοδότηση δικτύων, αποθήκευσης και καθαρών τεχνολογιών, με στόχο τη μείωση εξωγενούς εξάρτησης, τη σταθεροποίηση τιμών και τη δημιουργία ποιοτικής εργασίας. Ο τρίτος αφορά απλοποίηση και εναρμόνιση κανόνων διαφάνειας και εποπτείας, ώστε η μετάβαση να μην προσθέτει αδικαιολόγητα βάρη, να κατευθύνει πόρους σε επενδύσεις κοινωνικής απόδοσης και να περιορίζει ολιγοπωλιακά φαινόμενα.
Συνοψίζοντας, η συμπερίληψη στην πράσινη ατζέντα προϋποθέτει θεσμούς διαβούλευσης και λογοδοσίας που νομιμοποιούν τις τελικές επιλογές. Η ανάκτηση του κύρους της περνάει από τη μείωση των ανισοτήτων και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, ως στρατηγική προστασίας και δίκαιης κατανομής με καθολική πρόσβαση στα κοινά αγαθά.
(*) Ο Δημήτρης Λιάκος είναι Οικονομολόγος και η Μυρτώ Λέτσου είναι Δικηγόρος, LLM European Law
Εκτύπωση στις: 2026-05-12
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=13956