Το θέμα των τραπεζών

Κώστας, Καλλίτσης

Η Καθημερινή της Κυριακής, 2026-05-31


Φέτος, πρώτη φορά μετά το 2006, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για την Ελλάδα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε και σε αξιολόγηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αναγνωρίζει ότι οι συστημικές τράπεζες είναι ανθεκτικές ακόμα και σε σενάρια δύσκολων εξελίξεων, καθώς τα κέρδη που αντλούν -λόγω επιτοκιακής κερδοφορίας- τους επιτρέπουν να αντισταθμίζουν κινδύνους, να λειτουργούν ως μαξιλάρι έναντι αυξημένων προβλέψεων. Το Ταμείο, ωστόσο, καταγράφει τρεις σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα: Στην ποιότητα των κεφαλαίων του, στην ποιότητα της πιστωτικής επέκτασής του και στο θέμα (που, πλέον, είναι ένα πολύ μεγάλο λαϊκό πρόβλημα…) της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.

Στο τελευταίο, το ΔΝΤ υπενθυμίζει κάτι που καθ’ ημάς υπάρχει ροπή να λησμονείται: Ότι μπορεί οι ισολογισμοί των τραπεζών να απαλλάχθηκαν από τα κόκκινα δάνεια αλλά δεν απαλλάχθηκε από αυτά η οικονομία μας. Την βαραίνει ένα βουνό από 2,9 εκατ. δάνεια, αρχικής ονομαστικής αξίας 72,6 δισ. ευρώ, που κρατούν σε καθεστώς ιδιότυπης ομηρίας 2,4 εκατ. δανειολήπτες. Ενώ οι ξένοι επενδυτές που ελέγχουν τους servicers, αφού έβγαλαν δισ. κέρδη στο εξωτερικό αφορολόγητα (λόγω ενός ακραία προνομιακού μνημονιακού καθεστώτος), υποεπενδύουν σε ανθρώπους και συστήματα, με συνέπεια να επιτείνεται η διαιώνιση του προβλήματος και, μαζί, των δημοσιονομικών κινδύνων που ελλοχεύουν.

Όσον αφορά την πιστωτική επέκταση, το Ταμείο επισημαίνει ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν μεγάλη έκθεση δανεισμού στους ίδιους πελάτες. Τα δέκα μεγαλύτερα κοινά ανοίγματά τους σε επιχειρήσεις, αντιστοιχούν στο 81% των Tier I κεφαλαίων τους. Αυτό, εκτός ότι παραπέμπει στο μεταξύ σοβαρού και αστείου λεγόμενο πως το σύστημα δανείζει όσους δεν έχουν ανάγκη δάνεια και αποκλείει όλους τους άλλους, κρύβει και κινδύνους: Όσο τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά, όλοι μπορούν να είναι ευτυχείς και ανέμελοι. Αν, όμως, ένας ή περισσότεροι μεγάλοι όμιλοι αντιμετωπίσουν πρόβλημα, ο κίνδυνος θα μεταδοθεί ακαριαία σε όλο το τραπεζικό σύστημα.

Η τρίτη αδυναμία που επισημαίνει το ΔΝΤ είναι η ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων των συστημικών τραπεζών. Την χαρακτηρίζει αισθητά πιο αδύναμη από εκείνην των κεφαλαίων άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, διότι σημαντικό μέρος των κεφαλαίων τους δεν είναι παρά ο αναβαλλόμενος φόρος. Προφανώς δεν υπάρχει άμεσο ρίσκο. Αλλά σε περίπτωση μιας σοβαρής κρίσης -πχ, από κάποια εξωτερική αιτία- οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις καθώς και οι κρατικές εγγυήσεις του συστήματος «Ηρακλής» θα μπορούσαν να ζωντανέψουν τον γνωστό φαύλο κύκλο σύνδεσης κράτους - τραπεζών. Γι’ αυτό, το ΔΝΤ μετ’ επιτάσεως εισηγείται την επιτάχυνση της μείωσης του αναβαλλόμενου φόρου.

Φέτος, οι τράπεζες είχαν μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουν, αξιοποιώντας τα υψηλά κέρδη τους. Προτίμησαν να μοιράσουν το 50-55% των κερδών τους σε μερίσματα (που, μάλιστα, ο όγκος τους φεύγει από την Ελλάδα και πάει στους ξένους μεγαλομετόχους τους) ενώ ειδικά η Εθνική (πάλαι ποτέ η πιο συνετή και φιλική στο δημόσιο συμφέρον…) έσπασε κάθε ρεκόρ, φτάνοντας να μοιράσει το 80% των καθαρών πρό φόρων κερδών της –λες και δεν υπάρχει αύριο...

Με τη διανομή υψηλού μερίσματος –μας λένε οι τράπεζες- γίνονται ελκυστικές στους επενδυτές, πολλώ μάλλον που επί χρόνια δεν διένεμαν μέρισμα ολωσδιόλου.

Υπάρχει ένα βάσιμο και, κατά τη γνώμη μας, ορθό αντεπιχείρημα: Ότι οι ελληνικές τράπεζες καθίστανται ελκυστικές εφόσον μεριμνούν να γίνονται πιο ισχυρές και βάσιμα να δημιουργούν μεγάλες προσδοκίες. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να μοιράσουν λιγότερα κέρδη ως μέρισμα φέτος (ίσως το 30%) και με τα υπόλοιπα κέρδη να απομειώσουν δραστικά τον αναβαλλόμενο φόρο. Φαίνεται, όμως, ότι ο κυρίαρχος βραχυπροθεσμισμός δεν αφήνει ούτε αυτές ανεπηρέαστες.


Εκτύπωση στις: 2026-05-31
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=13974