Μια παλιά πολιτική παράδοση επανεμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι ως επαναστατικό σχέδιο ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά ως απάντηση στην κρίση κόστους ζωής που πιέζει ολοένα περισσότερους πολίτες. Πρόκειται για τον λεγόμενο «sewer socialism» – τον «σοσιαλισμό της αποχέτευσης» – μια έκφραση που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στο Μιλγουόκι και περιέγραφε μια πρακτική εκδοχή του σοσιαλισμού, επικεντρωμένη όχι στις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις αλλά στη βελτίωση της καθημερινής ζωής μέσω δημόσιων επενδύσεων.
Σήμερα, αυτή η λογική επιστρέφει μέσα από μια νέα γενιά πολιτικών, όπως ο Ζόραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, η Κέιτι Γουίλσον στο Σιάτλ και η Τζανίζ Λιούις Τζορτζ στην Ουάσιγκτον. Κοινός παρονομαστής των προτάσεών τους είναι η ενίσχυση του δημόσιου ρόλου σε τομείς όπως η προσιτή κατοικία, οι παιδικοί σταθμοί, οι μεταφορές και γενικότερα οι υπηρεσίες που θεωρούνται βασικές για την κοινωνική ευημερία.
Η δυναμική αυτών των πολιτικών δεν προκύπτει από κάποια ξαφνική στροφή των Αμερικανών προς τον σοσιαλισμό. Αντίθετα, τροφοδοτείται από τη διάχυτη αίσθηση ότι το σημερινό οικονομικό μοντέλο αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της καθημερινότητας. Η εκτίναξη των ενοικίων, το υψηλό κόστος υγείας, η δυσκολία απόκτησης κατοικίας και η πίεση στα οικογενειακά εισοδήματα δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι υποσχέσεις για περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες ακούγονται όλο και πιο ελκυστικές.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι νεότερες γενιές εμφανίζονται πολύ πιο θετικές απέναντι στον όρο «σοσιαλισμός» απ’ ό,τι οι προηγούμενες. Σύμφωνα με έρευνα που επικαλείται το Axios, το 67% των φοιτητών έχει θετική ή ουδέτερη άποψη για τη λέξη, ενώ μόνο το 40% δηλώνει το ίδιο για τον καπιταλισμό. Στο σύνολο του πληθυσμού, οι θετικές απόψεις για τον καπιταλισμό παραμένουν πλειοψηφικές, αλλά η διαφορά έχει μειωθεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν.
Η νέα αυτή τάση αντλεί έμπνευση από την εποχή του Νιου Ντηλ του προέδρου Ρούζβελτ, όταν το αμερικανικό κράτος επένδυσε μαζικά σε υποδομές και κοινωνικά προγράμματα. Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι πολλές από εκείνες τις πολιτικές αποδυναμώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό της κοινωνικής πρόνοιας επί Κλίντον και στη σταδιακή εγκατάλειψη της δημόσιας κατοικίας από τη δεκαετία του 1970 και μετά.
Η άνοδος αυτών των υποψηφίων αντανακλά επίσης τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο. Πολλοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι τα παραδοσιακά κόμματα αναγνωρίζουν τα προβλήματα αλλά αδυνατούν να δώσουν πειστικές λύσεις. Έτσι, πρόσωπα που εμφανίζονται ως «εκτός συστήματος» κερδίζουν πολιτικό έδαφος.
Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν αυτή η τάση μπορεί να επεκταθεί πέρα από τα μεγάλα, φιλελεύθερα αστικά κέντρα. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι το κίνημα διευρύνεται. Η οργάνωση Δημοκράτες Σοσιαλιστές της Αμερικής ξεπέρασε τα 110.000 μέλη το 2026, ενώ περισσότεροι από 170 υποψήφιοι που υποστηρίχθηκαν από την οργάνωση έχουν εκλεγεί σε δημόσια αξιώματα από το 2018.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται προς τον σοσιαλισμό με την παραδοσιακή έννοια. Είναι αν η αυξανόμενη κοινωνική πίεση για προσιτή στέγη, δημόσιες υπηρεσίες και οικονομική ασφάλεια θα οδηγήσει σε μια νέα εποχή κρατικών επενδύσεων, παρόμοια με εκείνη που διαμόρφωσε την αμερικανική μεσαία τάξη τον 20ό αιώνα.
Εκτύπωση στις: 2026-06-19
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=13993