Τα «δώρα» του Τραμπ προς την Τουρκία και οι προκλήσεις για την ελληνική στρατηγική

Θόδωρος, Τσίκας

ΤΟ ΒΗΜΑ, 2026-06-25


Οι δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για πιθανά «δώρα» προς την Τουρκία, που μπορεί να περιλαμβάνουν την πώληση αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος ΚΑΑΝ, την περαιτέρω αναβάθμιση των τουρκικών F-16 και την αναζήτηση διαδικασίας που θα επιτρέψει την επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, προκάλεσαν -ως μη όφειλαν- έκπληξη σε σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος και των μέσων ενημέρωσης της χώρας μας.

Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αδυναμία ορθής και σε βάθος ανάλυσης των περιφερειακών και διεθνών συσχετισμών. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στη μονομερή εκφώνηση του «δικαίου μας», ούτε στην προσδοκία ότι τρίτοι θα υιοθετήσουν αυτομάτως τις ελληνικές θέσεις.

Η ουσία της εξωτερικής πολιτικής βρίσκεται στην εναρμόνιση των εθνικών συμφερόντων με τα συμφέροντα άλλων κρατών, μέσα από σχέσεις ισοτιμίας, αμοιβαίων συμβιβασμών και κοινά συμφωνημένων στόχων. Έτσι ενεργούν τα κράτη που επιδιώκουν τη σταθερότητα και τη συνεργασία και όχι τη διαιώνιση των αντιπαραθέσεων.

Η στρατηγική αξία της Τουρκίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες

Η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σύμμαχοι, παρά τις κατά καιρούς εντάσεις στις σχέσεις τους. Η Άγκυρα διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ και βρίσκεται στο επίκεντρο των σημαντικότερων γεωπολιτικών κρίσεων της εποχής μας.

Συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, διαδραματίζει ρόλο στις εξελίξεις στον Νότιο Καύκασο και έχει άμεση σχέση με το μέτωπο Ρωσίας-Ουκρανίας μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα, συμμετέχει ενεργά σε διπλωματικές πρωτοβουλίες για μια σειρά περιφερειακών ζητημάτων.

Δεν είναι επίσης μυστικό ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί προνομιακή προσωπική σχέση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από την αρχή σχεδόν της δεύτερης θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον Τούρκο ομόλογό του και έχει επανειλημμένα εκφράσει δημόσια την εκτίμησή του για τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η αναζήτηση τρόπων αποκατάστασης της αμυντικής συνεργασίας Ουάσιγκτον-Άγκυρας δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν.

Δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια

Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι υπάρχουν σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια για την ικανοποίηση των τουρκικών αιτημάτων. Τα εμπόδια αυτά είναι πραγματικά, αλλά δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστα.

Οι αντιρρήσεις μελών του αμερικανικού Κογκρέσου απέναντι στην πώληση αμυντικού υλικού προς την Τουρκία μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να παρακαμφθούν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Ειδικά σε ζητήματα εξοπλισμών, ο Λευκός Οίκος διαθέτει σημαντικά θεσμικά εργαλεία, ενώ η σημερινή πολιτική σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη συγκρότηση των αυξημένων πλειοψηφιών που απαιτούνται για να ανατραπούν προεδρικές πρωτοβουλίες.

Πιο σύνθετο είναι το ζήτημα των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες συνδέονται με την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία. Ωστόσο, ακόμη και εδώ διαφαίνονται σενάρια διεξόδου. Η αναζήτηση μιας φόρμουλας απεμπλοκής της Τουρκίας από τους S-400 βρίσκεται εδώ και καιρό στο παρασκήνιο των αμερικανοτουρκικών διαβουλεύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν κατά καιρούς συζητηθεί διάφορες επιλογές: μεταφορά του συστήματος σε τρίτη χώρα, επαναγορά του από τη Ρωσία, μόνιμη αδρανοποίησή του ή ακόμη και ειδικό καθεστώς επιτήρησής του. Εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση στην Ουάσιγκτον και την Άγκυρα, λύσεις μπορούν να αναζητηθούν.

Ο παράγοντας Ισραήλ

Αντίστοιχα, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται η δυνατότητα του Ισραήλ να μπλοκάρει επ’ αόριστον μια πιθανή πώληση F-35 προς την Τουρκία.

Το Ισραήλ δίνει μεγάλη σημασία στη διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του στην περιοχή και έχει εκφράσει επιφυλάξεις όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολλαπλούς στρατηγικούς εταίρους.

Δεν είναι εύκολο για μια αμερικανική κυβέρνηση να αγνοήσει ταυτόχρονα τις επιδιώξεις δύο σημαντικών συμμάχων, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται λύσεις που θα επιτρέπουν την πώληση προηγμένων αεροσκαφών σε αυτές χωρίς να θίγεται η τεχνολογική υπεροχή που απολαμβάνει το Ισραήλ.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όταν υπάρχει σαφής πολιτική βούληση, τα τεχνικά εμπόδια συνήθως ξεπερνιούνται.

Τα όρια της ελληνικής στρατηγικής

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει επενδύσει υπερβολικά στην προσπάθεια παρεμπόδισης ή καθυστέρησης αμερικανικών εξοπλιστικών προγραμμάτων προς την Τουρκία, στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στις παρεμβάσεις της ελληνικής ομογένειας και των φίλων της Ελλάδας στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.

Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα αποτελέσματα, δεν συνιστά όμως μακροπρόθεσμη στρατηγική. Μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται κυρίως στο «όχι» και στην παρεμπόδιση των επιλογών τρίτων, είναι καταδικασμένη να συναντά τα όριά της.

Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται περισσότερο θετικό περιεχόμενο και μεγαλύτερη στρατηγική αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται να επενδύσει στη δημιουργία συνθηκών που θα καθιστούν την ελληνοτουρκική προσέγγιση συμφέρουσα για όλους τους εμπλεκόμενους διεθνείς παράγοντες.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει ένα σχέδιο για τη διαχείριση μιας περιφερειακής πραγματικότητας στην οποία οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις αναβαθμίζονται και η Τουρκία παραμένει ένας κρίσιμος παράγοντας για τη δυτική στρατηγική.

Η Αθήνα δεν μπορεί να οικοδομεί την πολιτική της πάνω στην υπόθεση ότι η Τουρκία θα απομονωθεί διεθνώς ή ότι οι σύμμαχοί της θα διατηρούν επ’ αόριστον κυρώσεις και περιορισμούς σε βάρος της. Μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί αναπόφευκτα σε διαδοχικές διαψεύσεις.

Αντίθετα, η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει πώς μπορεί να αξιοποιήσει τη βελτίωση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν σημαντική επιρροή τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία. Η επιρροή αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί όχι μόνο για τη διαχείριση κρίσεων, αλλά και για τη δημιουργία ενός πλαισίου σταδιακής επίλυσης των εκκρεμών ελληνοτουρκικών διαφορών.

Αυτό σημαίνει ενεργούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, ουσιαστική προετοιμασία για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις διαφορές που μπορούν να επιλυθούν δικαστικά, αξιοποίηση της επιρροής των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση μιας διαδικασίας εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και διασύνδεση της ευρωπαϊκής πορείας ή μιας ειδικής προνομιακής σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση με πρόοδο στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και του Κυπριακού.

Ο κύριος Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).


Εκτύπωση στις: 2026-06-26
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=14003