Αυτές τις μέρες συνεδριάζει η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, μιας κυβέρνησης που έκανε λάστιχο το Σύνταγμα για να το προσαρμόσει στη δική της πολιτική υποπέπτοντας συχνά σε παραβιάσεις του. Πώς κρίνετε την πρωτοβουλία αυτή;
H συζήτηση για την αλλαγή του Συντάγματος είναι μια συζήτηση που συχνά γίνεται στην χώρα μας για να εκτραπεί η συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματά της, τα οποία είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά και δεν οφείλονται στο Σύνταγμα⋅ ούτε προκαλούνται από αυτό, ούτε μπορούν να θεραπευθούν από αυτό. Στην Ελλάδα πάσχουμε από μη εφαρμογή ή προσχηματική μέχρι και κακοποιητική εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων, κατ’ επίκληση τυποποιημένων γενικόλογων δικαιολογιών όπως «γενικό ή εθνικό συμφέρον» (κατ’ ουσίαν συμφέρον των κυβερνώντων) «ανάπτυξη» «αποτελεσματικότητα» «εκσυγχρονισμός». Ενδεικτικά: το άρθρο 101 Α ορίζει ότι η αντικατάσταση των μελών των ανεξαρτήτων αρχών γίνεται με τα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Παρά ταύτα, αντικαταστάθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2023 μέλη της ΑΔΑΕ με ποσοστό μικρότερο του ανωτέρω. Η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει πείσει ότι μέριμνα της είναι να αλλάξει το Σύνταγμα σε κάποιες διατάξεις που πράγματι θα ήταν δεκτικές βελτίωσης, αλλά δείχνει να χρησιμοποιεί την συνταγματική αναθεώρηση, είτε για να απομακρύνει την συζήτηση από τα σκάνδαλα, είτε για να εξυπηρετήσει κάποιες σκοπιμότητες της, είτε για να συνταγματοποιήσει την ιδεολογική ατζέντα της. Παράδειγμα: Δεν είναι σαφές ποιος είναι ο λόγος η θητεία ενός Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν έχει καμία εξουσία, να επιμηκυνθεί από πέντε σε έξι έτη και να περιοριστεί σε μια μόνο θητεία [κυβερνητική πρόταση για το άρθρο 30]. Για τη συνολική πρόταση του κυβερνώντος κόμματος δεν θα αναφερθώ σε γενικόλογες προτεινόμενες ρυθμίσεις [που μάλλον θυμίζουν ευχολόγια], όπως τα θέματα της τεχνητής νοημοσύνης και της κλιματικής κρίσης. Θα αναφερθώ επιλεκτικά μόνο στις πιο προβληματικές, κατά τη γνώμη μου, διατάξεις: Τι νόημα έχει να μπει διάταξη και μάλιστα στο Σύνταγμα για την προστασία της ελληνικής σημαίας, [πρόταση για το άρθρο 16], σαν η σημαία να χρήζει ειδικής προστασίας και δη συνταγματικής, αν αυτό δεν γίνεται παρά για να προωθηθεί μια εθνικιστική ατζέντα; Περαιτέρω, διατάξεις όπως αυτή που κατοχυρώνει την μεταφορά του συντελεστή δόμησης και εισάγει το νεολογισμό της «δυναμικής» πολεοδομίας [πρόταση για το άρθρο 17] θα εξυπηρετήσουν μεγάλα επιχειρηματικά οικοδομικά και ξενοδοχειακά συμφέροντα, τα οποία θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση του οικιστικού και φυσικού περιβάλλοντος. Το αυτό ισχύει και για την πρόβλεψη θέσπισης κίνητρων για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές για την εθνική οικονομία επενδύσεις [πρόταση για το άρθρο 78]. Πρωτοφανής για την σύγχρονη συνταγματική μας ιστορία είναι η διάταξη που προβλέπει την απαγόρευση χορήγησης αμνηστίας για πολιτικά αδικήματα [πρόταση για το άρθρο 47]. Επίσης η διάταξη που προβλέπει τη ρύθμιση με νόμο της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων [πρόταση για το άρθρο 29] είναι πρωτοφανής και μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμούς στην ελεύθερη λειτουργία τους, κατοχυρωμένη μέχρι τώρα. Η δυνατότητα αυτοδιάλυσης της Βουλής [πρόταση για το άρθρο 41] θα δίνει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία τη δυνατότητα να προκαλεί εκλογές χωρίς περιορισμό, όταν θα υπάρχουν ευνοϊκές γι’ αυτήν δημοσκοπήσεις. Η ανάδειξη της «κυβερνησιμότητας» ως κριτήριο του εκλογικού συστήματος [πρόταση για το άρθρο 54] μπορεί να οδηγήσει στον μόνιμο αποκλεισμό της απλής αναλογικής και της ανάδειξης νέων πολιτικών δυνάμεων. Οι ρυθμίσεις για τη δυνατότητα καθιέρωσης προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων [προτάσεις για τα άρθρα 77 και 100] μπορεί να υπονομεύσουν τον διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, που είναι μια καλή παράδοση στην χώρα μας. Η πρόταση για τη υποχρέωση του προϋπολογισμού να διασφαλίζει βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία [πρόταση για το άρθρο 79] είναι πρόδηλο ότι αποσκοπεί στην καθιέρωση της απαγόρευσης ελλειμμάτων, άρα στην συνταγματοποίηση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών. Τέλος, οι διατάξεις που προτείνονται για το άρθρο 103 περί αξιολόγησης των δημοσίων είναι σαφές ότι μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη μονιμότητα τους, δεδομένου ότι η αξιολόγηση τους μπορεί ούτως ή άλλως να γίνεται και με το παρόν συνταγματικό καθεστώς.
Η κυβέρνηση της ΝΔ παράγει περισσότερα σκάνδαλα από όσα προλαβαίνουμε να συνειδητοποιήσουμε! Τι δείχνει αυτό για το επίπεδο της δημοκρατίας που έχουμε;
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια ζούμε μια συνεχή πλημμυρίδα σκανδάλων, όσο ποτέ άλλοτε στην Μεταπολίτευση. Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, e-mails Ασημακοπούλου κλπ. Τα σκάνδαλα αυτά εμπλέκουν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη και κοινοβουλευτικά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος. Το χειρότερο όλων είναι ότι βλέπουμε ένα κυνισμό από κυβερνητικής πλευράς και μια προσπάθεια όχι μόνο συγκάλυψης, αλλά και αντεπίθεσης και δυσφήμισης εκείνων που προσπαθούν να προχωρήσουν στην διερεύνηση και την πλήρη διαλεύκανση τους. Όλα αυτά εξοικειώνουν τους πολίτες με το φαινόμενο της διαφθοράς και οδηγούν στην απάθεια, στην ιδιώτευση και στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος στο σύνολο του, δηλαδή τελικά της ίδιας της Δημοκρατίας.
Ναι αλλά ο πρωθυπουργός συνεχώς φροντίζει να επικαλείται τη βελτίωση των δεικτών του κράτους δικαίου και παράλληλα κυβερνητικά στελέχη βρίσκουν τρόπους να απαξιώσουν την ευρωπαϊκή εισαγγελία ή να κρύψουν σε κάποιο συρτάρι δικαστικές αποφάσεις που αναδεικνύουν τα πλήγματα που έχει υποστεί το κράτος δικαίου. Αναρωτιέμαι, υπάρχουν πια θεσμικά αντίβαρα;
Η πρόσφατη άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κ. Τζαβέλλα, να ανασύρει την υπόθεση των υποκλοπών από το Αρχείο, παρά την πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, δείχνει ότι το βασικό αντίβαρο εξουσίας, που είναι η Δικαστική Εξουσία και μάλιστα η ηγεσία της, δεν εκπληρώνει τον συνταγματικό της ρόλο της σε μια κομβική για την λειτουργία του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας υπόθεση. Γενικά αυτή η κυβέρνηση κάνει το παν για να εξουδετερώσει τα συνταγματικά αντίβαρα εξουσίας. Πέρα από την Δικαστική Εξουσία είδαμε, με αφορμή το τι συνέβη με την ΑΔΑΕ, το πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο των Ανεξαρτήτων Αρχών.
Εδώ φτάσαμε στην περίπτωση αποφυλάκισης του Αλ. Γιωτόπουλου να υπάρξει ευθεία παρέμβαση του State Department, την οποία στηλίτευσε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων. Βέβαια, βρέθηκαν πρόθυμοι δικαστές να αναιρέσουν την απόφαση, όπως πρόσταξαν στελέχη της κυβέρνησης. Τι μένει όταν το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι ανεξάρτητο και όταν το σωφρονιστικό σύστημα λειτουργεί τιμωρητικά και αυταρχικά;
Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι σε μια υπόθεση που αφορά ένα άνθρωπο 82 ετών, που έχει συμπληρώσει 24 χρόνια στην φυλακή και τίθεται ζήτημα αν θα μπορέσει να πεθάνει στο σπίτι του, επεμβαίνει μια ξένη δύναμη, σαν να είναι η Ελλάδα προτεκτοράτο της, εξαντλείται δε σε αυτήν η αυστηρότητα της κρίσης της δικαστικής εξουσίας, η οποία αρνείται κατά τα λοιπά να διερευνήσει πρόδηλες ευθύνες στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Ένα δημοκρατικό κράτος δεν επιτρέπεται να είναι ούτε εκδικητικό, ούτε μνησίκακο. Μια βασική αρχή που διέπει το δίκαιο μιας πολιτείας που θέλει να λέγεται ανθρώπινη και δημοκρατική (το ένα δεν γίνεται χωρίς το άλλο), είναι η επιείκεια. Χωρίς αυτήν, το δίκαιο μετατρέπεται σε έναν απάνθρωπο μηχανισμό επιβολής της εξουσίας. Να θυμίσω, τέλος, ότι ο πραξικοπηματίας Παττακός, που συμμετείχε στην κατάλυση της δημοκρατίας και είχε καταδικαστεί αρχικά σε θάνατο, αποφυλακίστηκε κάποια στιγμή και μάλιστα έκανε δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου.
Ο Αριστοτέλης Χαντζής σταμάτησε την επί 140 μέρες απεργίας πείνας αλλά βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση, επειδή διεκδίκησε την ανατροπή των σχεδίων ανάπλασης της Περιφέρειας Αττικής για τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Επί τρεις και πλέον μήνες ο αγώνας των απεργών πείνας έμεινε αόρατος στην ανάγλητη εξουσία. Ποιο το μήνυμά σας;
Μια δημοκρατική πολιτεία δεν επιτρέπεται να παρακολουθεί αδιάφορη και απαθής να κινδυνεύει η ζωή ενός πολίτη και να μην ξεκινά ένα διάλογο με τους ενδιαφερόμενους πολίτες, τους οποίους αφορούν κάποιες αποφάσεις της. Μόνο οι αυταρχικές πολιτείες αρνούνται τον διάλογο και την διαβούλευση. Θυμίζω και το άρθρο 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».
Για το σκάνδαλο των υποκλοπών επιχειρείται να παρακαμφθεί η πρωτόδικη απόφαση καταδίκης των τεσσάρων ιδιωτών. Που παραπέμπουν τέτοιες πρακτικές;
Παραπέμπουν σε ένα αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης, σκοπός του οποίου είναι η συγκάλυψη των ευθυνών των ισχυρών. Αυτά θυμίζουν χώρες εκτός ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.
Με τούτα και με εκείνα έρχονται εκλογές. Με αναφορές στη δημοκρατία, τη διαφάνεια, το κράτος δικαιόυ. Μπορούν να εξασφαλιστούν;
Ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να αμφιβάλλουμε κατά πόσο μπορούν να διεξαχθούν έντιμες εκλογές στην χώρα μας. Το πολιτικό κλίμα είναι πολύ τοξικό και στα περισσότερα ΜΜΕ κυριαρχεί μια μονοφωνία. Πιο πολύ με τρομάζει το κλίμα απάθειας και παραίτησης που έχει επικρατήσει στο κοινωνικό σώμα και το γεγονός ότι το 50% του εκλογικού σώματος δεν πάει να ψηφίσει.
Και η Αριστερά; Ποιος ο ρόλος της και ποια η θέση της;
Η Αριστερά από τότε που υπάρχει ως πολιτική αντίληψη από τη Γαλλική Επανάσταση και εφεξής, εκφράζει τον πανάρχαιο πανανθρώπινο πόθο για μια αλλαγή, για μια καλύτερη κοινωνία. Εκφράζει την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν και δεν είναι νομοτέλεια να συνεχίζεται επ’ άπειρο η κοινωνική οργάνωση, όπως την παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές. Χωρίς ελπίδα δεν είναι βιώσιμη η ζωή των ατόμων και των κοινωνιών. Και η ελπίδα έχει εξ ορισμού ως κινητήρια δύναμη κάτι το ουτοπικό. Φυσικά στην πορεία της η πληθυντική Αριστερά έκανε λάθη –και συχνά πολύ σοβαρά– ειδικά όταν κυβέρνησε, υπήρξε δε σε πολλές περιπτώσεις αδέξια και αφελής. Όμως, ο ρόλος της ως βασική σύλληψη για την αναζήτηση μιας πιο δίκαιας και πιο ανθρώπινης κοινωνίας είναι αναντικατάστατος, όσο και αν σήμερα οι διεθνείς και ελληνικές συνθήκες δεν της είναι ευνοϊκές. Δεν πρέπει να πετάξουμε μαζί με το «βρομόνερο» και το μωρό.
Είναι και τα κινήματα που έχουμε ανάγκη. Στην Αλβανία ο κόσμος ξεσηκώνεται και διεκδικεί τον δημόσιο χώρο. Μας δίνει το παράδειγμα.
Αυτό που γίνεται στις μέρες μας στην Αλβανία είναι μια ευχάριστη έκπληξη, που μας έρχεται από μια κοινωνία χωρίς δημοκρατικές παραδόσεις. Δίνει το μήνυμα ότι οι πολίτες μπορούν, όταν συνειδητοποιήσουν την δύναμη τους και πάψουν να περιμένουν τις λύσεις από άλλους ή από τα κόμματα ή από κάποιους «Μεσσίες», να πιέσουν την εξουσία για βαθύτερες αλλαγές. Εγγύηση επιτυχίας δεν υπάρχει βέβαια ποτέ. Όμως, η στάση του αδρανούς πολίτη είναι σίγουρο ότι είναι συνταγή για να μην αλλάξει ποτέ τίποτε.
Μήπως η Αριστερά χρειάζεται να είναι πιο θαρραλέα; Να διεκδικήσει χωρίς να μπαίνει στα όρια του εφικτού.
Λέγεται ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Αυτό είναι ως ένα βαθμό σωστό. Ωστόσο, και τα όρια του τι είναι εφικτό τα προσδιορίζει η βούληση και δράση των πολιτικών και κοινωνικών «παικτών». Τα τελευταία 40 χρόνια της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού παρατηρείται ότι η Αριστερά έχει χάσει, στο βωμό της κυβερνησιμότητας, μεγάλο μέρος της ταυτότητας της. Έχει χάσει την αυτοπεποίθηση της. Έχει γίνει απολογητική. Έτσι, όταν έρχεται στην εξουσία ασκεί δεξιές πολιτικές του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, εν ονόματι του ρεαλισμού. Γι’ αυτό έχουμε γίνει μάρτυρες τις τελευταίες δεκαετίες της συνεχούς μείωσης της παρουσίας της. Σε κάποιες δε περιπτώσεις της εξαφάνισης της. Ο κόσμος δεν έχει λόγο να ψηφίζει μια Αριστερά που μοιάζει όλο και πιο πολύ με την Δεξιά. Πηγαίνει στο πρωτότυπο ή σε κινήματα διαμαρτυρίας.

Εκτύπωση στις: 2026-06-30
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=14007