
Η Μέση Ανατολή μετατρέπεται από ένα σύστημα, στο οποίο η αμερικανική ισχύς λειτουργούσε ως βασικός εξωτερικός εγγυητής, σε ένα άλλο όπου οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να δημιουργήσουν τις δικές τους δυνατότητες αποτροπής και ισορροπίας.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν τη Μέση Ανατολή. Η αμερικανική στρατηγική, όμως, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον Ινδο-Ειρηνικό και στην αντιμετώπιση της Κίνας, ενώ ζητά από τους συμμάχους της μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης για την περιφερειακή ασφάλεια. Οι χώρες της περιοχής αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο πως η Ουάσιγκτον θα είναι πάντοτε διαθέσιμη, να αναλάβει το σύνολο του κόστους της ασφάλειάς τους.
Η αναζήτηση πρόσθετων εγγυήσεων δεν σημαίνει ρήξη με τις ΗΠΑ· πρόκειται περισσότερο για στρατηγική διαφοροποίηση. Οι χώρες του Κόλπου επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία επιλογών, διατηρώντας τις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον και αναπτύσσοντας παράλληλα δεσμούς με άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει ισχυρή και αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και έχει οικοδομήσει ένα ευρύ δίκτυο σχέσεων με τις χώρες του Κόλπου. Η συμμετοχή της στο Σύμφωνο της Μέκκας ενισχύει αυτή την εικόνα: η Άγκυρα δεν λειτουργεί πλέον, μόνο ως μέλος μιας δυτικής συμμαχίας αλλά και ως αυτόνομος περιφερειακός παράγοντας που μπορεί να προσφέρει στρατιωτικές δυνατότητες και να συμμετέχει στη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών.
Η πιθανή προσχώρηση της Αιγύπτου θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. Τυπικά, το Κάϊρο δεν συμμετέχει ακόμη στο αμυντικό Σύμφωνο. Πολιτικά, όμως, βρίσκεται ήδη κοντά στο ευρύτερο σχήμα. Η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συμμετέχουν στο R4, το οποίο αποτελεί πλατφόρμα στρατηγικής διαβούλευσης για ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.
Και εδώ βρίσκεται η ελληνική διάσταση. Αφενός, η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την αντίληψη σύμφωνα με την οποία, ό,τι είναι θετικό για την Τουρκία είναι αρνητικό για την ίδια. Από την άλλη, αποδεικνύεται στρατηγικά προβληματική και η αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να «απομονωθεί» μέσω επιμέρους συνεργασιών της Ελλάδας με Ισραήλ, Αίγυπτο και άλλες χώρες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί μεταβάλλονται και η Τουρκία ενισχύει τη θέση της, ως αναγκαίος παράγοντας της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική της αναβολής στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών γίνεται ολοένα και πιο προβληματική. Η επιτάχυνση και η εμβάθυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι αναγκαίες, πριν οι νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες καταστήσουν ετεροβαρείς τους συμβιβασμούς που – αργά ή γρήγορα – θα απαιτηθούν.
Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν αποτελεί πλήγμα για την Ελλάδα. Αποτελεί, όμως, προειδοποίηση, ότι το περιφερειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Ελλάδα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Τουρκία, αλλάζει ταχύτερα από όσο αλλάζει η ίδια η ελληνική στρατηγική.
Εκτύπωση στις: 2026-08-14
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=14041