Η οικονομική κρίση δίδαξε στη χώρα, με τον πιο επώδυνο τρόπο, τη σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στη δύσκολη περίοδο των μνημονίων πληρώσαμε όλοι πολιτικές που για χρόνια φόρτωναν με χρέη τις επόμενες γενιές. Μόνο που, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, κινδυνεύουμε να περάσουμε στο άλλο άκρο. Από την πολιτική χωρίς λογαριασμό, στον λογαριασμό χωρίς πολιτική.
Ετσι βιώνουμε τη λογιστικοποίηση της δημόσιας συζήτησης, με αφετηρία την εσφαλμένη παραδοχή ότι οι ιδεολογίες έχουν καταρρεύσει, με αποτέλεσμα όταν φθάνουμε στη συζήτηση για την οικονομία να ασχολούμαστε μόνο με αριθμούς. Σαν να έχει σημασία μόνον η τεχνική διαχείριση.
Το φάντασμα της κοστολόγησης πλανάται στον ορίζοντα, χωρίς κανείς να αναφέρεται στις προτεραιότητες της οικονομίας, παρά να περιορίζεται η συζήτηση στο «πού θα βρεθούν τα λεφτά», «πόσο κοστίζουν αυτά που λέτε», «δεν υπάρχουν ταμειακά διαθέσιμα». Η κοστολόγηση είναι προϋπόθεση σοβαρής πολιτικής, δεν είναι όμως πολιτική.
Εδώ βρίσκεται η στρέβλωση. Οταν μιλάμε για την οικονομία, είναι αναγκαίο να παρουσιάζουμε ένα πλάνο με δύο σκέλη. Το πρώτο να αφορά τον τρόπο μεγέθυνσης του ΑΕΠ και το δεύτερο την κατανομή των πόρων για την υλοποίηση πολιτικών, στον ορισμό δηλαδή των προτεραιοτήτων που θα βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών.
Αντί γι’ αυτό, σήμερα η συζήτηση γίνεται με αφετηρία την κατανομή των δαπανών της σημερινής κυβέρνησης. Ετσι δεν υπάρχουν λεφτά για τη 13η σύνταξη, διότι δεν περισσεύουν, δεν έχουμε δημοσιονομικό χώρο για παροχές, διότι ασφυκτιούμε, δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες προτάσεις, επειδή «ο προϋπολογισμός πρέπει να εκτελεστεί όπως έχει σχεδιαστεί».
Αυτή είναι η ρητορική της κυβέρνησης και παρασύρει όλο το πολιτικό σύστημα που φαίνεται αδύναμο να την αλλάξει. Αν μεγαλώσει το ΑΕΠ, τα διαθέσιμα για κοινωνική πολιτική θα αυξηθούν. Αν διαφοροποιηθούν οι προτεραιότητες, οι δαπάνες μπορούν να κατευθυνθούν αλλού, ενδεχομένως με δικαιότερο τρόπο. Πώς, όμως, θα έπρεπε να ορίζονται οι προτεραιότητες; Από την πολιτική στόχευση και το ιδεολογικό πρόσημο που επιλέγουμε για να κάνουμε πολιτική.
Αυτή ακριβώς τη συζήτηση επιδιώκει να αποφύγει η κυβέρνηση, επειδή αφορά την πολιτική, ενώ το αφήγημα της αναντικατάστατης κυβέρνησης αφορά τη διαχείριση.
Μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής ρευστότητας, η ΝΔ επιχειρεί να μεταφέρει το πεδίο της σύγκρισης από το ποιο σχέδιο χρειάζεται η χώρα, στο ποιος εμφανίζεται ικανότερος να διαχειριστεί τα υφιστάμενα δεδομένα και τον ήδη προσδιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. Με αφετηρία την «κοστολόγηση», μεταφέρει τη σύγκριση από τις πολιτικές προτεραιότητες στη διαχειριστική επάρκεια, ένα πεδίο στο οποίο θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε δυνάμεις που δεν έχουν κυβερνήσει.
Δεν ξέρω αν ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα, μπορώ όμως με βεβαιότητα να πω ότι η κοστολόγηση σκοτώνει την πολιτική.
Εκτύπωση στις: 2026-09-04
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=14056