Το αξιόχρεο και τα αξιοπερίεργα

Κώστας, Καλλίτσης

Η Καθημερινή της Κυριακής, 2026-09-27


Είχαμε μια καλή εξέλιξη τις προηγούμενες ημέρες, τις αξιολογήσεις του αξιόχρεου της χώρας μας από δύο διεθνείς οίκους. Ο οίκος Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στην βαθμίδα Baa3 αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές, και ο Scope αναβάθμισε το αξιόχρεο σε ΒΒΒ+. Καθοριστική για την εξέλιξη ήταν η επαγγελματική διαχείριση του χρέους από τον ΟΔΔΗΧ. Πληρώνοντας, μάλιστα, πρόωρα 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και άλλα 13 δισ. ευρώ έως τα τέλη του τρέχοντος έτους, έδειξε ότι -εν μέσω αναταραχής στις διεθνείς αγορές ομολόγων- η Ελλάδα είναι και με το παραπάνω συνεπής στις υποχρεώσεις που ανέλαβε στα χρόνια της μεγάλης κρίσης. Ο ΟΔΔΗΧ κάνει πολύ καλά τη δουλειά του. Μακάρι να έκανε καλά και την δική της δουλειά η κυβέρνησή μας. Δεν την κάνει.

Το πρόβλημα δεν είναι οι πομφόλυγες που ακούστηκαν από τα κυβερνητικά μέγαρα –δεν χάθηκε, δα, ο κόσμος, αν ειπωθούν μερικές υπερβολές ακόμα.

Το πρόβλημα είναι ότι χάνεται η ευθυκρισία: Όπως όταν, πχ, οίκοι αξιολόγησης λένε ότι μας θεωρούν αρκετά φερέγγυους ότι θα αποπληρώσουμε τα δάνειά μας, κι αυτό ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι η ελληνική οικονομία αποτελεί «παράδειγμα ανθεκτικότητας, ανάπτυξης και μεταρρυθμιστικής ορμής» -όπως ειπώθηκε. Για να ‘μαστε, λοιπόν, προσγειωμένοι, ίσως δεν είναι άχρηστη μια υπενθύμιση: Ότι, το 2009, λίγους μόλις μήνες πριν μας πνίξει η κρίση χρέους, οι οίκοι αξιολόγησης κατέτασσαν την Ελλάδα σε Α και Α1, δηλαδή στις πιο υψηλές βαθμίδες μεταξύ όλων των χωρών της ΕΕ. Επίσης, ότι σήμερα μας κατατάσσουν στις κατώτερες βαθμίδες αξιόχρεου μεταξύ των 27 της ΕΕ –με την Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Καλές, λοιπόν, οι πρόσφατες αξιολογήσεις, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά είναι σχετικά. Και ευμετάβλητα.

Και για να μην αλλάξουν επι τα χείρω, αντί να επαναλαμβάνουμε τα περί «θωρακισμένης» οικονομίας, θα χρειαζόταν αλλαγή πολιτικής.

Παράδειγμα: Η δημοσιονομική σταθερότητα -κατά πολλούς το πετράδι του στέμματος- είναι εύθραυστη. Στηρίζεται στην ακραία φορολογική αφαίμαξη μέσω (και) του πληθωρισμού και στην ακραία συμπίεση των κοινωνικών δαπανών. Τα πληθωριστικά έσοδα συγκάλυπταν την ανάγκη της φορολογικής μεταρρύθμισης ενώ οι καρποί του λεφτόδεντρου, του ΤΑΑ, βούλωναν κάποιες τρύπες στον προϋπολογισμό δαπανών για υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια και ασφάλεια. Με το τέλος του ΤΑΑ άρχισαν οι περικοπές κοινωνικών δαπανών ενώ η υπερφορολόγηση έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχών. Χωρίς μεγάλες μεταρρυθμίσεις, η δημοσιονομική σταθερότητα θα κλονιστεί -το ψιλογράφουν και οι οίκοι αξιολόγησης, για να τα ‘χουν καλά με το καθεστώς αλλά και να μπορούν αύριο να πουν «εμείς σας τα λέγαμε».

Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση δεν θα κάνει σήμερα αυτό που απέφυγε να κάνει επί 7ετία. Ο λόγος είναι ότι βλέπει τα πράγματα διαφορετικά.

Η τελευταία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Ευρώπης δεν θεωρεί κακό να πληρώνουμε 1 ευρώ στην εφορία για κάθε ευρώ στην τιμή της αμόλυβδης. Ούτε θεωρεί ντροπή τα εισοδήματα από κέρδη να φορολογούνται με 5% και ο μισθός των 1.000 ευρώ (1,5 εκατ. μισθωτοί) να «ακουμπά» τα 240 στα ταμεία του κράτους μέσω βαρύτατου ΦΠΑ. Πιστεύει ότι είναι καλό να τροφοδοτεί τη ζήτηση κατοικίας και να ακριβαίνουν τιμές και νοίκια, διότι έτσι αυξάνεται η περιουσία και το εισόδημα όσων έχουν πολλά ακίνητα. Και δεν θεωρεί πρόβλημα ότι τα νοικοκυριά δαπανούν το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για κατοικία (έναντι 19% στην ΕΕ) ούτε ότι πληρώνουν από την τσέπη τους το 30% των δαπανών υγείας (αντί 15% στην ΕΕ) και το 27% των δαπανών για να μορφώσουν τα παιδιά τους (έναντι 11% στην ΕΕ). Αντιθέτως, θεωρεί ότι αυτά αποδεικνύουν ότι λεφτά υπάρχουν. Αλλιώς, πώς θα πλήρωναν;


Εκτύπωση στις: 2026-09-27
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=html&tid=14075