
Την περασμένη Τετάρτη υπήρξε μια πολύ καλή εξέλιξη: Οι εκπρόσωποι τον μισθωτών και των επιχειρήσεων κατέληξαν σε συμφωνία για την αποκατάσταση –μετά από 13 χρόνια- του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων. Η συμφωνία περιέχει δύο σημαντικές προβλέψεις: Μία, ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται, εφόσον καλύπτουν το 40% της κλαδικής απασχόλησης, θα ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου. Το ίδιο θα γίνει και με τις κλαδικές συμβάσεις που κάνει η ίδια η ΓΣΕΕ. Δεύτερη, ότι όταν λήξει μια συλλογική σύμβαση και μέχρι να συναφθεί νεώτερη δεν θα μειώνονται οι μισθοί ούτε θα καταργούνται τα επιδόματα που είχαν συμφωνηθεί.
Η πρώτη, διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων σε βάρος της μισθωτής εργασίας. Η δεύτερη –με τις ακαμψίες της…- είναι ένα δίχτυ ασφαλείας, ότι δεν θα επαναληφθεί η κατάρρευση του εισοδήματος της εργασίας που έγινε με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων το 2012. Υπάρχει και μία τρίτη πρόβλεψη, που συζητιέται και που αφορά το ακανθώδες ζήτημα της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Είναι σημαντικό, καθότι συναρτάται με την προσέλευση ή μη των μερών σε διαπραγματεύσεις. Το πλαίσιο συμφωνήθηκε, τώρα πρέπει να γίνουν και πραγματικές συμβάσεις.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει επαναφέρει τις κλαδικές συμβάσεις αμέσως μόλις εκλέχτηκε, το 2019. Δεν θέλησε να το κάνει. Και μόνο την Άνοιξη, φέτος, οι κοινωνικοί εταίροι απέσπασαν την πρωθυπουργική δέσμευση ότι, αν τα βρουν μεταξύ τους, δεν θα αρνηθεί να περιβάλλει τη συμφωνία τους με την ισχύ νόμου. Τί μεσολάβησε; Η 28η Φεβρουαρίου, η Ημέρα των Τεμπών, ο κυβερνητικός πανικός όταν όλη η Ελλάδα βγήκε στους δρόμους, ένα. Δύο, ο φόβος από τις μετέπειτα χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις. Όταν η κυβέρνηση ήταν ισχυρή, ήταν αδιάλλακτη. Μόνο όταν ένιωσε αδύναμη άρχισε να μοιράζει επιδόματα και πελατειακές παροχές: 1 δισ. μοίρασε το περασμένο Πάσχα, άλλα 1,8 δισ. για φέτος και 2,5 δισ. για το 2026 μοίρασε στη ΔΕΘ. Μόνο τότε δέχτηκε και να αποκατασταθεί το πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων.
Πριν, ένιωθε αρκετά ισχυρή ώστε να ασκεί την πολιτική που πρόκρινε: Χωρίς συλλογικές διαπραγματεύσεις δεν υπήρχε ενδιαφέρον για τα συνδικάτα κι έτσι αυτά ψιλοδιαλύθηκαν. Τα εισοδήματα από κέρδη, που το 2019 ήταν μεγαλύτερα από αυτά της εργασίας κατά 21,3 δισ. ευρώ, πέρυσι ήταν μεγαλύτερα κατά 36,1 δισ. ευρώ, δηλαδή η διαφορά εκτινάχτηκε 69,5% σε βάρος της μισθωτής εργασίας. Κι η Ελλάδα γέμισε νεόπτωχους, φτωχούς με εργασία. Το 62,5% των μισθωτών, πάνω από 1,5 εκατ. άνθρωποι, παίρνουν στο χέρι λιγότερα από 956 ευρώ καθαρά κάθε μήνα. Κι αυτοί που αμείβονται με τον κατώτατο, από 150.000 παλιότερα, έχουν φτάσει τις 650.000 σήμερα. Απτά αποτελέσματα μιας αλαζονικής, κυνικά ταξικής πολιτικής.
Το καλό είναι η συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων να καταργήσουν την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Υπό την πίεσή τους, και υπό την πίεση της Κομισιόν -που ‘χει ορίσει ότι η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει το ποσοστό των μισθωτών που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις στο 80% των απασχολουμένων μέσα σε 5 χρόνια από 24% που είναι σήμερα- έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα. Απομένει η Ν. Κεραμέως που -όπως όλοι οι ομόλογοί της πριν την κατάργηση των συμβάσεων- συνεργάστηκε καλά μαζί τους (μάλιστα, προστάτευσε τις συζητήσεις από εμπλοκές Ηρακλειδών του Στέμματος…), να φέρει και μια καλή νομοθετική ρύθμιση στη Βουλή, χωρίς διαβόλους στις λεπτομέρειες.
Και, το σημαντικότερο: Να μην επιτραπεί να αλλάξουν επί τα χείρω οι πολιτικές συνθήκες που επέτρεψαν αυτήν τη θετική εξέλιξη. Να μην αφεθεί να ανακάμψει η αλαζονεία.
Εκτύπωση στις: 2025-11-30
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=13808