Οι «δεύτερες ζωές» της Μεταπολίτευσης

Κωστής, Κορνέτης

Η Καθημερινή της Κυριακής, 2026-07-26


Γιατί κάποιες ιστορικές στιγμές αρνούνται να περάσουν στο παρελθόν; Γιατί, ενώ οι επαναστάσεις, οι πόλεμοι ή οι μεταβάσεις τελειώνουν ως γεγονότα, συνεχίζουν να ζουν ως πολιτικά παρόντα; Η δική μας Μεταπολίτευση ανήκει αναμφίβολα στην παραπάνω κατηγορία, εφόσον εξακολουθεί να είναι τόσο παρούσα πενήντα δύο χρόνια μετά.

Αν τη δούμε συγκριτικά, η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε τον ισχυρό ιδρυτικό μύθο της πορτογαλικής Επανάστασης των Γαριφάλων ούτε τον θεσμοποιημένο μνημονικό αναστοχασμό της Ισπανίας των τελευταίων χρόνων όσον αφορά τη δική της μετάβαση. Διαθέτει όμως μια δημοκρατική μνήμη που εξακολουθεί να οργανώνεται περισσότερο γύρω από την αντίσταση παρά γύρω από την αποκατάσταση. Το γεγονός ότι η συλλογική μας φαντασία επιστρέφει αυθόρμητα περισσότερο στο Πολυτεχνείο ως αφετηριακή στιγμή εκδημοκρατισμού, παρά στην 24η Ιουλίου, αποκαλύπτει μια βαθύτερη ανάγκη ηθικής νομιμοποίησης της δημοκρατίας από την εξέγερση και όχι από τους θεσμούς. Ενώ η επίσημη επέτειος της δημοκρατίας είναι η 24η Ιουλίου, η ημερομηνία που εξακολουθεί να συγκινεί βαθύτερα και να γιορτάζεται μαζικά είναι η 17η Νοεμβρίου.

Η Μεταπολίτευση απέκτησε όμως και μια παράξενη αυτονομία: έπαψε να υποδηλώνει αποκλειστικά μια ιστορική περίοδο και μετατράπηκε σε πολιτική έννοια. Αν στρέψουμε τη ματιά μας από την ιστορία του γεγονότος στη ζωή της ίδιας της λέξης, θα δούμε πως κυκλοφορεί στον δημόσιο λόγο σαν να είναι ακόμη παρούσα. Τη συναντά κανείς παντού: στο «μεταπολιτευτικό κράτος», στην καημένη «μεταπολιτευτική γενιά», στο «τέλος της Μεταπολίτευσης», στις καταγγελίες για τις «παθογένειες της Μεταπολίτευσης». Από την οικονομική δε κρίση και μετά, σχεδόν κάθε πολιτικός χώρος επικαλέστηκε κάποια στιγμή την ανάγκη μιας νέας ιδρυτικής αρχής, μιας «Νέας Μεταπολίτευσης». Η έκφραση πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά, εμφανίστηκε σε διαφορετικές εκδοχές στον λόγο του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επανέρχεται σήμερα στις εξαγγελίες της ΕΛΑΣ. Η μετάβαση επιστρέφει ως γλώσσα της πολιτικής αναγέννησης.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό παράδοξο. Η Μεταπολίτευση παραμένει ταυτόχρονα μνήμη και υπόσχεση. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να περιγράψει ένα παρελθόν, αλλά για να φανταστούμε ένα μέλλον. Η ίδια λέξη που υποδηλώνει την πολιτική αλλαγή του 1974 εξακολουθεί να επιστρατεύεται ως πολιτικό εργαλείο κάθε φορά που η κοινωνία αναζητάει ένα νέο ξεκίνημα. Ισως εδώ να βρίσκεται εν μέρει και η εξήγηση για τη μακροβιότητά της. Η Μεταπολίτευση δεν έγινε απλώς το όνομα μιας περιόδου· έγινε το λεξιλόγιο μέσα από το οποίο η ελληνική δημοκρατία μιλάει για τον εαυτό της. Οταν θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί, επικαλείται τη Μεταπολίτευση. Οταν θέλει να αυτοκαταδικαστεί, πάλι τη Μεταπολίτευση επικαλείται. Οταν αναζητάει μια νέα αρχή, δανείζεται ξανά το ίδιο όνομα. Εξ ου και όλες οι αλληλοσυγκρουόμενες αποτιμήσεις της: υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία της μεταπολεμικής Ελλάδας ή η μήτρα των προβλημάτων που οδήγησαν στην κρίση; Ηταν δημοκρατικός θρίαμβος ή χαμένη ευκαιρία; Αναμφίβολα, δεν υπάρχει άλλη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας που να έχει γνωρίσει τόσες διαδοχικές και αντιθετικές αναγνώσεις, εξιδανικεύσεις και δαιμονοποιήσεις.

Η ιστοριογραφία έχει προ πολλού μετατοπίσει το ενδιαφέρον της πέρα από τέτοιου είδους διλήμματα. Αρχικά αναγνώρισε πως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν γεννήθηκε μέσα σε μία ημέρα, αλλά συγκροτήθηκε σταδιακά ως «μακρά μετάβαση», μέσα από συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Σταδιακά η έρευνα μετακινήθηκε από τις μεγάλες πολιτικές αφηγήσεις, τους θεσμούς, τα πολιτικά κόμματα και τις αποφάσεις των ηγετών, στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στην καθημερινότητα και στις εμπειρίες των ανθρώπων. Το διεισδυτικό πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Καραβίδα «Η περιπέτεια των ιδεών» (εκδ. Πόλις) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της μετατόπισης. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον οι ιδέες, οι πολιτικές διαδρομές, τα συναισθήματα μιας ολόκληρης εποχής, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις τους.

Μια περαιτέρω ιστοριογραφική πρόκληση είναι η μετάβαση από την εμπειρία στη μνήμη και από το πώς έζησαν οι άνθρωποι τη Μεταπολίτευση, ή πώς τη μεταβόλισαν διανοητικά, στο πώς τη θυμούνται σήμερα. Βεβαίως η γενιά που έζησε τη Μεταπολίτευση δεν είναι πλέον η μόνη που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε γι’ αυτήν. Για όσους γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1990, η περιπέτεια του ελληνικού εκδημοκρατισμού δεν αποτελεί προσωπική ανάμνηση, αλλά αφήγηση. Αποτελεί μια ιστορία που άκουσαν από τους γονείς και τους παππούδες τους, μια εικόνα που συνάντησαν στα σχολικά βιβλία, στα μουσεία, στα ντοκιμαντέρ, στις τηλεοπτικές σειρές, στις επετειακές τελετές ή, πλέον, ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Μεταπολίτευση παύει σταδιακά να είναι βιωμένη εμπειρία και μετατρέπεται σε πολιτισμική μνήμη.

Από την άλλη, οι αφετηρίες των δημοκρατιών δεν παύουν ποτέ να παράγουν πολιτική. Δεν πρόκειται για μια παθητική κληρονομιά, αλλά για μια μνήμη που ενεργοποιείται, επιστρατεύεται και επανανοηματοδοτείται, ανάλογα με τις ανάγκες του παρόντος. Το είδαμε έντονα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που οι ιδρυτικές αυτές στιγμές επιστρατεύτηκαν για να νοηματοδοτήσουν, σωστά ή λάθος, τις αιτίες της πολιτικής κατάρρευσης. Αντίστοιχα, δεν καλούμαστε πλέον μόνο να ανασυνθέσουμε τι συνέβη το καλοκαίρι του 1974 ή στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Καλούμαστε να κατανοήσουμε πώς αυτή η εμπειρία μεταδίδεται, πώς μετασχηματίζεται, ποια στοιχεία διατηρούνται, ποια λησμονούνται και ποια αποκτούν νέο νόημα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να μελετήσουμε τη Μεταπολίτευση ως ιστορικό γεγονός· χρειάζεται να μελετήσουμε και τις δεύτερες πολιτικές ζωές της, «βιογραφώντας» την.

Αυτός είναι, νομίζω, ο λόγος για τον οποίο η Μεταπολίτευση εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις. Είναι επειδή έχει πάψει να αποτελεί ιστορία και έχει γίνει ένα βασικό πεδίο μέσα από το οποίο διαδοχικές γενιές διαπραγματεύονται τη σχέση τους με τη δημοκρατία. Οι δε επέτειοι δεν είναι απλές αναμνήσεις του παρελθόντος. Είναι μηχανισμοί παραγωγής νοήματος. Κάθε φορά που μια κοινωνία αποφασίζει ποιες ιστορίες θα αφηγηθεί, ποιους θα συμπεριλάβει στη συλλογική της μνήμη και ποιους θα αφήσει έξω από αυτήν, μιλάει τελικά περισσότερο για το παρόν και το μέλλον της παρά για το ίδιο το παρελθόν.

Ισως, λοιπόν, πενήντα δύο χρόνια μετά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν η Μεταπολίτευση υπήρξε επιτυχημένη ή αποτυχημένη. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα τη θυμούνται όσοι δεν την έζησαν. Γιατί οι δημοκρατίες, πέρα από τους θεσμούς τους, επιβιώνουν και χάρη στις ιστορίες που αποφασίζουν να πουν για τον εαυτό τους και στις λέξεις που επιλέγουν. Και η λέξη «Μεταπολίτευση» αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από την περίοδο που αρχικά περιέγραφε. Συνεχίζει να αλλάζει σημασία, να διεκδικείται, να πολεμιέται, να επανανοηματοδοτείται. Συνεχίζει, με έναν παράδοξο τρόπο, να ζει.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.


Εκτύπωση στις: 2026-07-28
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14032