Μια άγρυπνη συνείδηση

Βαγγέλης, Καραμανωλάκης

Το Βήμα της Κυριακής, 2026-08-23


Αναλογίζομαι ότι για λίγους ανθρώπους μπορεί κανείς, δίπλα στο «πλήρης ημερών», να προσθέσει το «πλήρης εμπειριών» και ίσως το «πλήρης σκέψεων». Και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν ένας από αυτούς. Δεν το γράφω έχοντας μόνο στον νου μου τον βίο ή το έργο του. Σκέφτομαι κυρίως την «άγρυπνη συνείδησή» του: την αδιάκοπη ανάγκη να παρατηρεί, να ερμηνεύει, να αμφισβητεί.

Ο Τσουκαλάς ανήκει σε εκείνη τη μικρή ομάδα στοχαστών που από τη δεκαετία του 1970 διαμόρφωσαν την έννοια του δημόσιου διανοουμένου στην Ελλάδα, επηρεάζοντας καθοριστικά την κοινή γνώμη. Το επιστημονικό του έργο, οι δημόσιες παρεμβάσεις, η αρθρογραφία του εκκινούσαν από την ίδια βαθιά πίστη στη σημασία της κριτικής και στην ανάγκη η σκέψη να εκτίθεται και να δοκιμάζεται στις αντιφάσεις της κοινωνίας.

Η διανοητική και πολιτική του διαδρομή ζυμώθηκε με τη Μεταπολίτευση, τις προσδοκίες, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα μιας ολόκληρης εποχής. Η συγκρότησή του, όμως, όπως για πολλούς της γενιάς του, συντελέστηκε στη δικτατορία. Για εκείνον το πραξικόπημα σηματοδότησε τη σύγκρουση με το αστικό οικογενειακό περιβάλλον του, την ένταξη στην Αριστερά αλλά και τη Γαλλία και τον Μάη του ΄68. Από το σοκ του πραξικοπήματος γεννήθηκε και το πρώτο του βιβλίο. Η ελληνική τραγωδία (1969) δεν περιοριζόταν στην καταγγελία του καθεστώτος, αλλά αναζητούσε τις ιστορικές διαδρομές που το είχαν καταστήσει δυνατό. Διακρίνεται ήδη εκεί κάτι που, νομίζω, χαρακτηρίζει ολόκληρη την πορεία του: η ανάγκη να μετατρέπει το επείγον της συγκυρίας σε επιστημονικό ερώτημα. Οι μελέτες και η σκέψη του συνομιλούσαν με το παρόν, αναζητώντας, πέρα από το προφανές, τους όρους που το είχαν παραγάγει. Και πίσω από την κριτική παρέμενε η πεποίθηση ότι ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει.

Δεν είναι ακόμη η ώρα της αναλυτικής αποτίμησης. Χρειάζεται να ξανασκύψουμε στο έργο του, ιδιαίτερα στα κείμενα των τελευταίων δεκαετιών, που δεν έχουμε ακόμη διαβάσει με την προσοχή που τους αξίζει. Είναι όμως η ώρα να αναγνωρίσουμε τις οφειλές μας. Απέναντι σε έναν διανοητή που δεν έπαψε μέχρι τέλους να μετακινείται, να αμφιβάλλει, να αναστοχάζεται, να επικαιροποιεί τη σκέψη του μένοντας όμως πιστός στις βασικές παραδοχές του. Σε έναν δάσκαλο που δεν ήθελε τόσο να μάθει τους μαθητές του τι να σκέφτονται, όσο πως να το σκέφτονται. Και σε έναν άνθρωπο που αγαπούσε τους φίλους του, έστηνε γέφυρες διαλόγου, δημιουργούσε γύρω του κόσμους φιλότητας και αλληλοσεβασμού, όπου η οικειότητα δεν απαιτούσε συμφωνία ούτε η διαφορετική άποψη μείωνε την εκτίμηση για τον άλλον. Για να παραφράσω μια φράση του από τον συγκλονιστικό αποχαιρετισμό στον φίλο του Ηλία Νικολακόπουλο, ακόμη και ως απών, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς θα παραμένει παρών. Στη σκέψη μας, στα ερωτήματά μας, στους ορίζοντες που μας άνοιξε.


Εκτύπωση στις: 2026-09-04
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14053