Επενδυτές ή ραντιέρηδες;

Κώστας, Καλλίτσης

Η Καθημερινή της Κυριακής, 2026-11-01


Είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις τόσες και τέτοιες ή, έστω, αυξάνονται με τέτοιο ρυθμό, ώστε να δικαιολογούνται οι διθύραμβοι που ακούγονται;

Εν αρχή το μέγεθός τους: Από 4,5 δισ. ευρώ το 2019 (περίπου 2,4% του ΑΕΠ) έφτασαν τα 12,6 δισ. ευρώ πέρυσι -στο 5% του ΑΕΠ. Συνολικά, το απόθεμά τους άγγιξε τα 100 δισ. ευρώ. Αλλά εκτός από τους ρυθμούς μεταβολής υπάρχουν και τα απόλυτα μεγέθη: Το 2025 η Ελλάδα απορρόφησε τα 12,9 δισ. δολ. από τα 164,7 δισ. που εισέρρευσαν στους 27 της ΕΕ ως άμεσες ξένες επενδύσεις, το 8% περίπου. Αλλά το απόθεμα, το σύνολο των ξένων επενδύσεων στη χώρα μας, είναι τα δύο τρίτα του μέσου ευρωπαϊκού και μόλις το 0,8% των ξένων άμεσων επενδύσεων που υπάρχουν στους 27 –ήτοι 100 δισ. από τα 13.017 δισ. δολ. Υστερούμε δραματικά.

Οι διθύραμβοι για την αύξησή τους λειτουργούν εν πολλοίς παραπλανητικά. Κρύβουν ότι με τους σημερινούς ρυθμούς μειώνουμε κάπως το χάσμα από την περίοδο της κρίσης χρέους αλλά έτσι, στο καλό ενδεχόμενο, ίσως πετύχουμε να προσεγγίσουμε τους μέσους όρους της ΕΕ σε μερικές 10ετίες. Πολλώ μάλλον που, εκτός από την ποσότητα, υπάρχει και πρόβλημα της ποιότητας των ξένων επενδύσεων που γίνονται. Σύμφωνα με μελέτη της Ernst Young, το 2025 οι καθ’ ημάς ξένες επενδύσεις στη μεταποίηση ήταν μόνο 15% του συνόλου έναντι 28% στην ΕΕ. Ειδικά, δε, για νέες παραγωγικές μονάδες (όχι εξαγορές) προσελκύσαμε μόνο το 0,94% όσων κεφαλαίων κατευθύνθηκαν συνολικά στους 27 της ΕΕ.

Για τις ξένες επενδύσεις ανταγωνίζονται όλες οι χώρες επειδή φέρνουν κεφάλαια και, μαζί, τεχνογνωσία, νέες τεχνολογίες, σύγχρονες μεθόδους οργάνωσης της δουλειάς, προώθησης των εξαγωγών, διεύθυνσης των επιχειρήσεων, που σταδιακά διαχέονται σε κλάδους και στο σύνολο της οικονομίας, αυξάνοντας την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητά της. Αυτά έχουν ακόμη πιο μεγάλη σημασία για μια οικονομία όπως η ελληνική, με μεγάλο επενδυτικό κενό από την κρίση χρέους και χαμηλή (έως πρόσφατα αρνητική) εγχώρια αποταμίευση. Η συμβολή των ξένων επενδύσεων, όμως, εξαρτάται από τη μορφή και τον στόχο τους, που εξαρτώνται κυρίως από την πολιτική που ασκεί κάθε χώρα.

Και η πολιτική που παραδοσιακά ασκεί η Ελλάδα συμβάλει οι ξένοι επενδυτές να έρχονται μάλλον ως ραντιέρηδες ή για επενδύσεις που σε άλλες χώρες δεν τις θέλουν.

To 2025, το 62% των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα ήταν αγορές μετοχών -ήτοι, εξαγορές επιχειρήσεων ή συμμετοχές σε αυτές. Το 16% ήταν αγορές γης και ακινήτων, το 14% επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κι άλλες υπηρεσίες. Μόνο 3% ήταν στη μεταποίηση κι από αυτά κάτι λίγα για νέες μονάδες. Οι ξένοι επενδυτές κυρίως αντλούν ένα μέρος από τον πλούτο που ήδη παράγεται. Πόσο; Ενδεικτικά, ξένα funds κατέχουν περίπου το 68% στις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και περίπου το 80% στις συστημικές τράπεζες. Κατά συνέπεια, από τα 6,2 δισ. κέρδη που διανεμήθηκαν το 2025, περίπου τα 4 δισ. βγήκαν εκτός Ελλάδας και, μάλιστα, σχεδόν αφορολόγητα. Για την ακρίβεια, πλήρωσαν φόρο 5%...

Προσφερόμαστε, επίσης, να γίνουν επενδύσεις που δεν τις θέλουν άλλες χώρες, όπως τα data centers. Από τις αντιδράσεις στην Ευρώπη -εκτιμά η STL Partners- έχουν καθυστερήσει ή ματαιωθεί data centers αξίας 42 δισ. δολ. Το πρόβλημα του νερού, της ηλεκτρενέργειας, η καταστροφή εκτάσεων γης (όπως στη Φινλανδία, από την Google) και η αδιαφάνεια, είναι οι βασικοί λόγοι άρνησης –παρά την μεγάλη ανάγκη από data centers. Η Ελλάδα παρότι δεν παράγει επαρκή ενέργεια (και δη στην Αττική) έχει άλλα αβαντάζ: Διαθέτει φιλικό πλαίσιο αδειοδότησης (2023), δίνει κίνητρα, δεν έχει σοβαρό εθνικό σχεδιασμό, δεν έχει άκαμπτους κανόνες, περιττή διαφάνεια, διαδικασίες λαϊκής συμμετοχής στις αποφάσεις. Προσφέρεται.


Εκτύπωση στις: 2026-11-02
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14106