Είναι νωρίς ακόμη για να ξέρουμε τι θα σημάνει για τη Σερβία η εκλογική νίκη της Φοιτητικής Λίστας. Πόσο εύκολη θα είναι η μετάβαση από την κινηματική οργάνωση στη διακυβέρνηση μιας χώρας; Πώς, στην Ευρώπη του 2026, μια πολιτική πρωτοβουλία που φέρει εμφατικά τη φοιτητική ιδιότητα στον τίτλο της κερδίζει την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας;
Μου έρχεται στο μυαλό ο 19ος αιώνας, όταν οι φοιτητές ενσάρκωναν προσδοκίες πολύ μεγαλύτερες από το αριθμητικό τους μέγεθος. Το ολιγομελές φοιτητικό σώμα, η «χρυσή νεολαία», όπως το επαινούσε ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης για τη συμμετοχή του στην έξωση του Όθωνα το 1862, αποτελούσε μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ήταν το μέλλον της χώρας, εκείνοι που θα στελέχωναν την κρατική μηχανή, που θα εκπλήρωναν τα γεωπολιτικά οράματα του «πρότυπου βασιλείου». Η φοιτητική ιδιότητα εμπεριείχε μια υπόσχεση για την κοινωνία και για τους ίδιους τους φορείς της.
Στον 20ό αιώνα, η μαζικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης περιόρισε αυτή την αποκλειστικότητα, χωρίς να εξαλείψει την πολιτική δυναμική των φοιτητών. Η συμμετοχή στον αντιφασιστικό κίνημα, οι μεγάλες κινητοποιήσεις, από το 1968 έως το ελληνικό Πολυτεχνείο, το υπενθυμίζουν. Σταδιακά, ωστόσο, η διεύρυνση της πρόσβασης στις σπουδές έπαψε να συνοδεύεται από την ανάλογη βεβαιότητα κοινωνικής ανόδου. Η πανεπιστημιακή φοίτηση έγινε ένας σταθμός σε μια «δια βίου εκπαίδευση», χωρίς εξασφαλισμένο επαγγελματικό αντίκρισμα. Η υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής ξεθώριασε.
Στη Σερβία, αφετηρία υπήρξε η κατάρρευση του στεγάστρου στον σταθμό του Νόβι Σαντ το 2024, με δεκαέξι νεκρούς. Μια τραγωδία που φέρνει στον νου τα Τέμπη. Η απαίτηση απόδοσης ευθυνών έγινε διεκδίκηση πολιτικής αλλαγής. Μέσα από τις κινητοποιήσεις και τις συλλογικές διαδικασίες, οι φοιτητές κέρδισαν την εμπιστοσύνη ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Η Φοιτητική Λίστα συνένωσε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων. Η φοιτητική ιδιότητα έγινε σημείο συνάντησης, υπόσχεση αποδέσμευσης από ένα απαξιωμένο πολιτικό σύστημα.
Η εμπιστοσύνη αυτή δεν εξηγείται μόνο από τη γοητεία του νέου ή την προσδοκία του αδιάφθορου. Εκφράζει και όσους αισθάνονται ότι οι πολιτικοί θεσμοί έπαψαν να τους ακούν. Σκέφτομαι την ελληνική περίπτωση. Η κρίση κλόνισε μια βασική βεβαιότητα της μεταπολιτευτικής ευημερίας: ότι τα παιδιά θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Οι νεότεροι επωμίστηκαν ένα δυσανάλογο βάρος. Μια κοινωνία προσπάθησε να διασωθεί υποθηκεύοντας μεγάλο μέρος του μέλλοντός τους.
Βλέπω τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία, στη Σερβία, στην Αλβανία, στην Ιταλία. Κι ας μη βιαστούμε να αποδώσουμε τις νεανικές κινητοποιήσεις στην επιρροή της «άκρας Αριστεράς». Μια τέτοια ερμηνεία μάς απαλλάσσει από τον κόπο να βάλουμε στον λογαριασμό την αίσθηση αδικίας, την ανάγκη συμμετοχής στις αποφάσεις, την απελπισία που γεννά ένα υποθηκευμένο μέλλον σε όσους και όσες βρίσκονται στο δρόμο. Από την άλλη πλευρά κανένα κίνημα δεν είναι εξ ορισμού προοδευτικό. Στην ιστορία των φοιτητικών κινημάτων τα παραδείγματα είναι πολλά, ας θυμηθούμε τον εθνικιστικό ενθουσιασμό που συνεπήρε τμήματα της ευρωπαϊκής φοιτητικής νεολαίας στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία πώς οι δημοκρατίες ακούν και αντιμετωπίζουν τις διεκδικήσεις των νέων. Όταν τις ανάγουν σε πρόβλημα δημόσιας τάξης και απαντούν με κρατικό αυταρχισμό, βαθαίνει η αποξένωση από τους δημοκρατικούς θεσμούς. Και είναι αυτή η αποξένωση που στρώνει τον δρόμο στην Ακροδεξιά.
Η ιστορία θέλει υπομονή. Οι κοινωνίες όχι. Δεν γνωρίζουμε πώς θα κυβερνήσει η Φοιτητική Λίστα. Η νίκη της, όμως, έφερε στο κέντρο της πολιτικής μια γενιά που έβλεπε τις προσδοκίες της να διαψεύδονται. Γιατί στη Σερβία αυτή η νεανική διαμαρτυρία έγινε δύναμη πολιτικής αλλαγής; Γιατί δεν συνέβη κάτι ανάλογο στην Ελλάδα; Δεν έχω μια εύκολη απάντηση. Αναρωτιέμαι, όμως, πόσο μπορεί να αντέξει μια δημοκρατική πολιτεία όταν οι νέοι της παύουν να πιστεύουν ότι έχουν μέλλον.

Εκτύπωση στις: 2026-11-02
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14107