Το στεγαστικό πρόβλημα

Κώστας, Καλλίτσης

2026-10-25


Το στεγαστικό είναι οξύ σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, είναι οξύτερο καθ’ ημάς. Η μεγάλη εικόνα: Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν το κόστος στέγασης, όταν ο μέσος όρος στους «27» της Ε.Ε. είναι σχεδόν στο μισό (19,2%). Το 29% των νοικοκυριών στα αστικά κέντρα ξοδεύουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν το κόστος στέγασης, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι στο ένα τρίτο (9,8%).

Πώς διαχειρίζονται το στεγαστικό πρόβλημα στην άλλη Ευρώπη; Από τους πόρους των δικών τους Ταμείων Ανάκαμψης, η Πορτογαλία διέθεσε 2,7 δισ. για την κατασκευή 26.000 κοινωνικών κατοικιών, η Ισπανία 1 δισ. για 20.000 κοινωνικές κατοικίες, η Ιταλία 1 δισ. για 10.000 κοινωνικές κατοικίες, συνολικά 7 χώρες διέθεσαν 5,51 δισ. για να ενισχύσουν την προσφορά. Εμείς δεν διαθέσαμε τίποτα.

Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η κατεύθυνση είναι σαφής: ενίσχυση της προσφοράς σπιτιών με προγράμματα κοινωνικής κατοικίας. Εμείς, δεν έχουμε ούτε καν έναν οργανισμό κοινωνικής κατοικίας – επί μνημονίων καταργήθηκε και ο ΟΕΚ.

Αυτά δεν γίνονται μόνο στην Ευρώπη του κοινωνικού κράτους. Ακόμη πιο συστηματικά γίνονται στο κράτος-σύμβολο της ελεύθερης αγοράς, στη Σιγκαπούρη. Πάνω από 75% των κατοίκων της διαμένουν σε 1,1 εκατ. κρατικά διαμερίσματα, μισθωμένα για 99 χρόνια σε χαμηλές, επιδοτούμενες τιμές, σε συγκροτήματα κατοικιών με εγκαταστάσεις αναψυχής και άθλησης, καταστήματα κ.λπ. Ολοι αυτοί, νοιάζονται – όχι όπως εμείς. Γιατί;

Τι κάνουν από την Ευρώπη μέχρι τη Σιγκαπούρη, και το καθ’ ημάς κυβερνητικό παράδοξο.

Διότι στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο κατανοούν ότι, για να υπάρχει ανάπτυξη, προϋπόθεση είναι να λαμβάνονται υπόψη με πρακτικούς τρόπους, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, οι ανάγκες αναπαραγωγής της μισθωτής εργασίας. Η δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, οι καλές υπηρεσίες υγείας και η μεγάλη δαπάνη που απαιτείται για μια αξιοπρεπή κατοικία είναι στοιχειώδη για αυτήν την αναπαραγωγή. Είναι αυτά που δεν φαίνεται να εκτιμά η τελευταία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Ευρώπης.

Η κυβέρνησή μας τονώνει τη ζήτηση σε συνθήκες έλλειψης προσφοράς, δηλαδή φουσκώνει τις τιμές. Για τις νεόδμητες κατοικίες, συμβάλλει και η από το 2020, κατ’ έτος ανανεούμενη, απαλλαγή από 24% ΦΠΑ – πρωτοτυπία κι αυτή, να προσφέρεις γενναίες φοροαπαλλαγές σε ένα χώρο όπου παραδοσιακά κάνει πάρτι η φοροδιαφυγή!.. Και για τις παλαιότερες κατοικίες, άνω της 15ετίας και 20ετίας, συμβάλλουν τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» – χάρη σε αυτά, όταν η μέση άνοδος των τιμών κατοικιών ήταν 5%, στις παλαιότερες έφτασε το 30%.

Είναι μια ακραία ταξική πολιτική. Προσφέρει υψηλές (και αφορολόγητες) υπεραξίες στους κατόχους ακίνητης περιουσίας – όσο μεγαλύτερης, τόσο υψηλότερες. Τροφοδοτεί τις προσόδους εις βάρος των εισοδημάτων από παραγωγή και εργασία. Καθιστά την κατοικία πολύ ακριβό εμπόρευμα και απομακρύνει τη δυνατότητα να αποκτήσει ιδιόκτητη στέγη ένα νέο ζευγάρι. Μεταφέρει εισόδημα από τους ενοικιαστές στους ιδιοκτήτες – εν πολλοίς, δε, αδήλωτο. Επιπλέον, ο ταξικός χαρακτήρας συνδυάζεται με τον έντονο παλαιοκομματισμό: Οι κοινωνικές κατοικίες χρειάζονται 2-3 χρόνια για να γίνουν, ενώ το θέμα είναι τι μπορεί να γίνει και να ‘χει άμεσα αποτελέσματα, πριν από τις εκλογές. Και να φέρνει ψήφους.


Εκτύπωση στις: 2026-11-02
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14108