Δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι να εξαντλείς τις δυνατότητες όταν σε εξυπηρετεί και να αναζητάς εξαιρέσεις όταν τις χρειάζεσαι. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο: δημοσιονομική ανευθυνότητα.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αναγάγει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα σε ένα από τα αγαπημένα της πολιτικά παράσημα. Επιδεικνύει τα πρωτογενή πλεονάσματα και την υποχώρηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, παρότι η κυβέρνηση δεν έκανε και πολλά για να τους πετύχει. Παρέλαβε έτοιμα τα υψηλά πλεονάσματα το 2019 και βοηθήθηκε ιδιαίτερα από τον πληθωρισμό στη μείωση του χρέους προς ΑΕΠ.
Πρόκειται φυσικά για σημαντικούς δείκτες, μόνο που η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν εξαντλείται σε αυτούς. Αφορά τη συνολική διαχείριση του κρατικού προϋπολογισμού, την ποιότητα των εσόδων και των δαπανών, την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και την ικανότητα του κράτους να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν. Καλή διαχείριση δεν σημαίνει απλώς καλούς αριθμούς, αλλά να προγραμματίζεις τι κάνεις με τα χρήματα που διαχειρίζεσαι.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η ελληνική οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα παρατεταμένο κύμα πληθωρισμού. Για τα νοικοκυριά αυτό σήμαινε απώλεια αγοραστικής δύναμης, αλλά για τον προϋπολογισμό πρόσθετα φορολογικά έσοδα. Μια μάλλον βολική παρενέργεια της ακρίβειας για μια κυβέρνηση που υπερηφανεύεται ότι μειώνει τους φόρους.
Σύμφωνα με τη Eurostat, τα έσοδα ΦΠΑ αυξήθηκαν από 15,2 δισ. ευρώ το 2021 σε 23,5 δισ. το 2025. Οι φόροι εισοδήματος και περιουσίας αυξήθηκαν από 16,7 σε 27,5 δισ. ευρώ. Συνολικά, οι αυξήσεις των παραπάνω φορολογικών εσόδων ξεπερνούν τα 19 δισ. ευρώ στην τετραετία. Η αύξηση πάνω από τρεις μονάδες του ΑΕΠ δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στην ανάπτυξη και στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Ο πληθωρισμός διόγκωσε τις εισπράξεις. Οσο τα νοικοκυριά πλήρωναν ακριβότερα, το κράτος εισέπραττε περισσότερα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αξιοποιήθηκαν αυτές οι δυνατότητες. Αντί για συνεκτική στρατηγική αντιμετώπισης της ακρίβειας, η κυβέρνηση επέλεξε αποσπασματικές παρεμβάσεις: φοροελαφρύνσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση της κατανομής του οφέλους, κουπόνια και προσωρινές επιδοτήσεις που δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες των προβλημάτων, εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων που εγείρει ερωτήματα διαφάνειας και αποτελεσματικότητας. Ειδικά απέναντι στην ακρίβεια, η συνταγή ήταν απλή: Κάθε πρόβλημα και ένα κουπόνι, κάθε ανάγκη και μια προσωρινή επιδότηση. Με αξιοσημείωτη ευρηματικότητα στις ονομασίες, συνήθως με την κατάληξη pass, αλλά λιγότερη συνέπεια στον σχεδιασμό. Κάπως έτσι εξάντλησε η κυβέρνηση τα δημοσιονομικά περιθώρια των τελευταίων ετών.
Σήμερα, με τη νέα εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, ο Πρωθυπουργός στέλνει επιστολές στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ζητώντας δημοσιονομική ευελιξία για να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Επί χρόνια σπαταλούσε τα περιθώρια που δημιουργούσε ο πληθωρισμός και τώρα ανακαλύπτει την ανάγκη εξαιρέσεων από τους κανόνες. Και για μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, δεν είναι πρόβλημα να ζητά ευελιξία σε μια κρίση. Πρόβλημα είναι να επικαλείται τη δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να έχει δώσει προτεραιότητα στη θωράκιση της κοινωνίας. Οι ευρωπαϊκοί περιορισμοί στις καθαρές δαπάνες ήταν γνωστοί. Η κατανομή των πόρων είναι πολιτική επιλογή. Και οι ευθύνες δεν μεταφέρονται με επιστολές στις Βρυξέλλες.
Δημοσιονομικά υπεύθυνος είναι εκείνος που ιεραρχεί ανάγκες, προγραμματίζει για το μέλλον και διατηρεί δυνατότητα παρέμβασης όταν έρχεται η κρίση. Δεν αρκούν τα πλεονάσματα ούτε η αλληλογραφία. Χρειάζονται σχέδιο και διορατικότητα. Γιατί δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν είναι να εξαντλείς τις δυνατότητες όταν σε εξυπηρετεί και να αναζητάς εξαιρέσεις όταν τις χρειάζεσαι. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο: δημοσιονομική ανευθυνότητα.

Εκτύπωση στις: 2026-11-05
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?export=print&tid=14112