
Η εξασθένιση της ελληνικής οικονομίας είχε ξεκινήσει ήδη πριν τον πόλεμο και επιταχύνεται εξαιτίας του.
Στο Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026-29, το υπουργείο Οικονομικών πρόβλεπε ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ 2,4% φέτος, 1,7% το 2027 (πρώτη χρονιά μετά τη λήξη του ΤΑΑ), 1,6% το 2028 και 1,3% το 2029, με πληθωρισμό 2,2-2,4% την ίδια περίοδο. Υψηλότεροι από εκείνους στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης αλλά μικρότεροι από αυτούς στις γειτονικές χώρες (το 4% της Αλβανίας ή το 3,4% της Βουλγαρίας), οι ρυθμοί μεγέθυνσης πάντως εξασθενούσαν. Κι εξαιτίας του πολέμου πέφτουν αισθητά: Τόσο το ΔΝΤ όσο και οι αρμόδιοι παράγοντες της Κομισιόν συμμερίζονται τις προβλέψεις του ΚΕΠΕ για οικονομική μεγέθυνση περιορισμένη στην περιοχή του 1,8% φέτος και του 1,6% το 2027, με πληθωρισμό που θ’ αγγίξει το 4% και θα διατηρηθεί υψηλός φέτος και το 2027.
Εξαιτίας του πληθωρισμού, εμφανίζεται μειούμενο το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και φουσκώνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα –το καμάρι της κυβέρνησής μας.
Tο 2023 κυβερνητικός στόχος ήταν η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 1, 6 δισ. ευρώ, αλλά τελικά αυτό έφτασε στα 4,6 δισ. ευρώ, 3 δισ. πάνω απ’ το στόχο. To 2024, πάλι, στόχος ήταν η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 5 δισ. ευρώ ή 2,1% του ΑΕΠ, αλλά τελικά έφτασε στα 11,4 δισ. ευρώ ή 4,8% του ΑΕΠ, δηλαδή 6,4 δισ. πάνω απ΄ το στόχο. Πέρυσι, διακηρυγμένος στόχος ήταν η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 9,15 δισ. ευρώ ή 3,7% του ΑΕΠ, αλλά όπως λένε οι επίσημες διαρροές από το υπουργείο Οικονομικών, τελικά φτάνει γύρω στα 12,15 δισ. ευρώ ή 4,8-4,9% του ΑΕΠ, δηλαδή ξεπέρασε τον στόχο κατά 3 δισ. ευρώ περίπου. Σε μια τριετία, τα πρωτογενή πλεονάσματα ήταν 12,4 δισ. πάνω από εκείνα που είχαν προϋπολογισθεί, 28,15 δισ. αντί 15,7 δισ. -σχεδόν 80% μεγαλύτερα.
Από πού προήλθε αυτή η υπέρβαση; Όχι από την αύξηση του ΑΕΠ.
Το 2023 ο Προϋπολογισμός έγινε με βάση πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,8% και επιτεύχθηκε ελαφρώς μεγαλύτερη, 2,3%, το 2024 η τελική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 0,8 μονάδες μικρότερη από εκείνην που είχε προβλεφθεί, 2,1% αντί για 2,9%, και, τέλος, το 2025 φαίνεται ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 2,1% αντί για 2,2% που ήταν η πρόβλεψη. Άρα, τα κατά 80% αυξημένα πρωτογενή πλεονάσματα δεν συναρτώνται με κάποια αύξηση του ΑΕΠ. Οφείλονται στην υπέρμετρη αύξηση των φορολογικών εσόδων, κατά ένα μέρος από την διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, κατά ένα άλλο, πολύ μεγαλύτερο, από την υπερφορολόγηση των γνωστών υποζυγίων: Από τα πληθωριστικά έσοδα ΦΠΑ και τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας –η οποία φέρνει στα κρατικά ταμεία περί το 1 δισ. ετησίως.
Τί μπορεί να σημαίνουν αυτά βραχυπρόθεσμα;
Η κυβέρνηση θα έχει την ευκαιρία να μοιράσει περίπου 2 δισ. ευρώ προεκλογικά, κυρίως με τη μορφή στοχευμένων φοροελαφρύνσεων, μάλιστα αυτή τη φορά θα υπάρξει πρόβλεψη και για κάποια μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας –υπόσχεση που είχε δοθεί το 2019. Η ενίσχυση των μισθών θα συνεχίσει να γίνεται αργόσυρτα, γιατί η ζήτηση για καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας παραμένει ασθενική -πόσο μάλλον που θα μεσολαβήσει χρηματοδοτικό κενό μεταξύ λήξης ΤΑΑ και εισροής νέων ευρωπαϊκών πόρων. Η προσδοκία για άμεση ουσιαστική τόνωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών μέσω μιας ταχείας επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων χλωμιάζει, λόγω μερικής αντιστάθμισής της από τον υψηλό πληθωρισμό. Και οι δημοσιονομικές αντοχές θα δοκιμαστούν, εν αρχή με τον Προϋπολογισμό 2027: Η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων με τον τρόπο που γίνεται έως σήμερα, καθίσταται κοινωνικά και πολιτικά ανέφικτη. Η επόμενη κυβέρνηση θα το διαπιστώσει.
Εκτύπωση στις: 2026-04-19
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?tid=13937