Αρχική | Εκτύπωσε ή Αποθήκευσε ως PDF | Αποθήκευσε ως WORD | Αποθήκευσε ως HTML

Τί σημαίνει προοδευτική οικονομική πολιτική;

Γιώργος, Χουλιαράκης

KReport, 2026-06-28


Τι μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να μειωθούν οι εισοδηματικές και περιουσιακές ανισότητες, ιδίως στην περίπτωση μιας μικρής ανοικτής οικονομίας που λειτουργεί υπό σημαντικούς εξωτερικούς περιορισμούς; Κατά τη γνώμη μου, μια προοδευτική οικονομική πολιτική οφείλει να υπηρετεί τέσσερις θεμελιώδεις στόχους: Τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών, την κοινωνική συμπερίληψη, την αναδιανομή και, βεβαίως, τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Πιο συγκεκριμένα, αντιλαμβάνομαι την προοδευτική οικονομική πολιτική ως:

Μια διαρκή διαδικασία διασφάλισης ίσων ευκαιριών από πολύ νεαρή ηλικία, ώστε κάθε άνθρωπος να μπορεί να αναπτύξει τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Αυτό προϋποθέτει συστηματικές επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω βρεφονηπιακών σταθμών, προσχολικής εκπαίδευσης, σχολικών γευμάτων, μεταλυκειακής επαγγελματικής κατάρτισης και άλλων πολιτικών που διασφαλίζουν ίσες αφετηρίες ανεξαρτήτως του εισοδηματικού στρώματος ή της οικογένειας στην οποία γεννήθηκε κανείς.

Μια διαρκή διαδικασία μείωσης της φτώχειας και της υλικής στέρησης, καθώς και περιορισμού του ιδιωτικού κόστους πρόσβασης σε βασικά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες.

Μια διαρκή διαδικασία μείωσης των εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων - ίσως ο κατεξοχήν στόχος της κεντροαριστεράς - μέσω της παροχής δημόσιων αγαθών, της διόρθωσης των ατελειών της αγοράς και της δημιουργίας ισότιμων ευκαιριών, όπως έχουν υποστηρίξει στοχαστές που εκτείνονται από τον Marx και τον Rawls έως τον Sen, τον Atkinson και τον Piketty.

Μια διαδικασία ενίσχυσης των παραγωγικών βάσεων της οικονομίας, ώστε να μπορεί να δημιουργεί πλούτο, παραγωγικές επενδύσεις και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας με βιώσιμο τρόπο - ένας στόχος του οποίου η σημασία έχει κατά καιρούς υποτιμηθεί από τμήματα της προοδευτικής παράδοσης.

Η πρόκληση, ωστόσο, είναι ότι όλοι αυτοί οι στόχοι έχουν κόστος. Επιπλέον, το κόστος αυτό αυξάνεται σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, την κλιματική αλλαγή, τον γεωπολιτικό κατακερματισμό και την αυξημένη αβεβαιότητα. Το κεντρικό ερώτημα για τις προοδευτικές δυνάμεις είναι, συνεπώς, πώς μπορούν να συμφιλιωθούν οι φιλόδοξοι κοινωνικοί στόχοι με ολοένα πιο δεσμευτικούς χρηματοδοτικούς περιορισμούς.

Επί του θέματος, τέσσερις παρατηρήσεις:

Πρώτον, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται η οικονομική πολιτική έχει μεταβληθεί ριζικά. Η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση και η απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου έχουν επιβάλει ένα νέο σύνολο περιορισμών στην άσκηση της εθνικής οικονομικής πολιτικής. Κυβερνήσεις των οποίων οι πολιτικές εκλαμβάνονται ως δημοσιονομικά μη βιώσιμες αργά ή γρήγορα θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντική επιδείνωση των όρων χρηματοδότησης τους από τις αγορές, ανεξαρτήτως του αν οι πολιτικές αυτές προέρχονται από την αριστερά ή τη δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Η πρόσφατη ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα. Η εμπειρία του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη σύντομη πρωθυπουργία της Liz Truss κατέδειξε την ταχύτητα με την οποία οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αντιδράσουν σε μη χρηματοδοτούμενες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Η ελληνική κρίση χρέους ανέδειξε, με ακόμη πιο δραματικό τρόπο, τις συνέπειες της συσσώρευσης μακροοικονομικών ανισορροπιών και της απώλειας αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής.

Το δίδαγμα είναι σαφές: Η πειθαρχία των αγορών αποτελεί μια ισχυρή δύναμη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τα δημόσια οικονομικά πρέπει να παραμένουν δυναμικά βιώσιμα, εάν θέλουμε να αποφύγουμε επώδυνες οικονομικές προσαρμογές. Τα προσωρινά ελλείμματα σε περιόδους οικονομικής ύφεσης οφείλουν να αντισταθμίζονται από πλεονάσματα σε περιόδους ανάκαμψης, προκειμένου να διατηρείται ο αναγκαίος δημοσιονομικός χώρος για μελλοντική σταθεροποίηση της οικονομίας. Με άλλα λόγια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν να είναι Κεϋνσιανοί όχι μόνο στη διάρκεια υφέσεων αλλά και ανακάμψεων.

Στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, οι περιορισμοί αυτοί ενισχύονται από την ανάγκη συντονισμού των πολιτικών και αποφυγής αρνητικών επιδράσεων από οικονομίες με υψηλό δημόσιο χρέος. Η δημοσιονομική πολιτική λειτουργεί, συνεπώς, μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων για τις δαπάνες, τα ελλείμματα και τη βιωσιμότητα του χρέους.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι κάθε φιλοδοξία αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου πρέπει να συνοδεύεται από πολιτικές που είναι αξιόπιστες, εσωτερικά συνεκτικές και δημοσιονομικά βιώσιμες. Η αναδιανομή και η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν αποτελούν εναλλακτικές επιλογές· αποτελούν συμπληρωματικούς στόχους.

Το δίδαγμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι σκανδιναβικές χώρες - τα παραδοσιακά προπύργια της σοσιαλδημοκρατίας - συνδύασαν τη διεύρυνση του κοινωνικού κράτους και τη μείωση των ανισοτήτων με ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις. Η Σουηδία, για παράδειγμα, κατέγραψε μέσο πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης της τάξης του 3,3% του ΑΕΠ μεταξύ 1960 και 1968, 4,3% μεταξύ 1968 και 1973 και 1,3% μεταξύ 1973 και 1979, παρά τις πετρελαϊκές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Πιο πρόσφατα, στοιχεία της ίδιας προσέγγισης συναντά κανείς στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την περίοδο που ο Gordon Brown διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών.

Το ιστορικό δίδαγμα της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι ότι η αναδιανομή μπορεί να αγνοεί τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Είναι ότι οι φιλόδοξες πολιτικές αναδιανομής συνοδεύονταν ιστορικά από ισχυρούς δημοσιονομικούς θεσμούς και σημαντική κινητοποίηση δημοσίων εσόδων.

Δεύτερον, η ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας δημιουργεί για τις προοδευτικές δυνάμεις ένα δύσκολο τρίλημμα πολιτικής οικονομίας. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε τρεις ανταγωνιστικούς στόχους: τη φιλόδοξη αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, τη διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, και το σημαντικό πολιτικό κόστος που συχνά συνεπάγεται η αύξηση της φορολογίας.

Από καθαρά οικονομική σκοπιά, δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ αναδιανομής και δημοσιονομικής βιωσιμότητας, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινωνίες είναι πρόθυμες να εξασφαλίσουν τα αναγκαία δημόσια έσοδα. Η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών αποδεικνύει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα.

Η δυσκολία προκύπτει επειδή οι πολίτες συχνά ζητούν ταυτόχρονα περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες, μικρότερες ανισότητες και χαμηλότερους φόρους. Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί δεν είναι συνήθως αμοιβαία συμβατοί. Εάν οι κυβερνήσεις επιδιώξουν εκτεταμένη αναδιανομή διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαστούν πρόσθετα δημόσια έσοδα. Εάν επιδιώξουν αναδιανομή χωρίς αύξηση της φορολογίας, η δημοσιονομική βιωσιμότητα ενδέχεται τελικά να τεθεί υπό πίεση. Αντίστροφα, εάν το πολιτικό κόστος περιορίζει τη δυνατότητα αύξησης των εσόδων, το εύρος της αναδιανομής καθίσταται αναγκαστικά πιο περιορισμένο.

Η θεμελιώδης πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν να συμφιλιώσουν τη ζήτηση της κοινωνίας για καλύτερες κοινωνικές υπηρεσίες και μικρότερες ανισότητες με την προθυμία της να αναλάβει το αντίστοιχο δημοσιονομικό κόστος. Υπό αυτή την έννοια, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν η αναδιανομή μπορεί να χρηματοδοτηθεί, αλλά αν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο.

Τρίτον, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής παράγει σημαντικά οικονομικά οφέλη. Αξιόπιστα δημοσιονομικά πλαίσια μειώνουν το κόστος δανεισμού, περιορίζουν τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους και δημιουργούν πολύτιμο δημοσιονομικό χώρο. Κυρίως, η εμπιστοσύνη των αγορών προσδίδει στις κυβερνήσεις μεγαλύτερη ευελιξία να αντιμετωπίζουν δυσμενείς διαταραχές χωρίς να έρχονται άμεσα αντιμέτωπες με υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.

Παράλληλα, η ισχυρή και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη μπορεί να διευκολύνει την πολιτική οικονομία της αναδιανομής διευρύνοντας τη διαθέσιμη βάση πόρων. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, οι ανταγωνιστικές διεκδικήσεις επί των δημόσιων πόρων καθίστανται ευκολότερο να συμφιλιωθούν.

Επιπλέον, κοινωνικές επενδύσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη - στην εκπαίδευση, την προσχολική αγωγή, τη δημόσια υγεία και το ανθρώπινο κεφάλαιο ευρύτερα - μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να διευρύνουν το δυνητικό προϊόν και να δημιουργήσουν δημοσιονομικές αποδόσεις μεσοπρόθεσμα. Με τον τρόπο αυτό μειώνουν το μακροχρόνιο δημοσιονομικό κόστος της αναδιανομής, αν και δεν αίρουν τον βραχυχρόνιο χρηματοδοτικό περιορισμό.

Για τον λόγο αυτό, οι προοδευτικές δυνάμεις δεν πρέπει να υποτιμούν ούτε τη σημασία της δημιουργίας πλούτου ούτε την αξία της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής. Και τα δύο αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την προώθηση φιλόδοξων κοινωνικών στόχων.

Τέταρτον, και ίσως σημαντικότερο, όσο αναγκαίες κι αν είναι, ούτε η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής ούτε η οικονομική ανάπτυξη είναι πιθανό να επαρκέσουν από μόνες τους για τη δημιουργία των πόρων που απαιτεί μια φιλόδοξη προοδευτική στρατηγική.

Εάν οι κοινωνίες επιθυμούν ταυτόχρονα να μειώσουν τις ανισότητες, να ενισχύσουν τις δημόσιες υπηρεσίες, να αντιμετωπίσουν τις δημογραφικές πιέσεις, να χρηματοδοτήσουν την πράσινη μετάβαση και να επενδύσουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν χωρίς μια ευρύτερη και πιο βιώσιμη βάση δημόσιων εσόδων. Ο διεθνής συντονισμός στη φορολόγηση των εισοδημάτων και του πλούτου, όπως προτείνει ο Thomas Piketty, αποτελεί την πρώτη βέλτιστη λύση. Μέχρι όμως να ωριμάσουν τέτοιες θεσμικές ρυθμίσεις, οι εθνικές κυβερνήσεις θα χρειαστεί να επανεξετάσουν το μείγμα της δημοσιονομικής τους πολιτικής, με στόχο την ενίσχυση των δημόσιων εσόδων κατά τρόπο αποτελεσματικό και δίκαιο.

Η διαδικασία αυτή θα περιλαμβάνει πρωτίστως τη διαρκή συστηματική επισκόπηση των δημοσίων δαπανών για να εξαλειφθούν πηγές σπατάλης και κακοδιαχείρισης δημοσίου χρήματος, την αποφασιστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τη συστηματική επανεξέταση φορολογικών δαπανών, που στην περίπτωση της Ελλάδας υπερβαίνουν σήμερα τα 22,5 δισ. ευρώ, και τελικά μια πιο προοδευτική κατανομή του πρόσθετου φορολογικού βάρους, έτσι ώστε όσοι διαθέτουν την υψηλότερη φοροδοτική ικανότητα να επωμισθούν το κύριο βάρος της πρόσθετης προσπάθειας που απαιτεί η χρηματοδότηση μιας ισχυρότερης και δικαιότερης κοινωνίας.

Τελικά, δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα. Η οικοδόμηση μιας πιο συνεκτικής, δίκαιης και ευημερούσας κοινωνίας προϋποθέτει πόρους, οι οποίοι πρέπει να εξασφαλίζονται με τρόπο βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο. Η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και η ισχυρή ανάπτυξη μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην προσπάθεια αυτή, δεν μπορούν όμως να καταργήσουν τον θεμελιώδη περιορισμό του Προϋπολογισμού.

Για τις προοδευτικές δυνάμεις, η κατεύθυνση της επιλογής είναι σαφής. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι αν η αναδιανομή πρέπει να χρηματοδοτηθεί, αλλά πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί με τρόπο οικονομικά βιώσιμο, κοινωνικά δίκαιο και πολιτικά ανθεκτικό.

(*) Το άρθρο είναι η παρέμβαση του Γιώργου Χουλιαράκη στη συζήτηση με τον Τομά Πικεττί με θέμα «Προοδευτικές Οικονομικές Πολιτικές σε Ταραγμένους Καιρούς», στο πλαίσιο της 3ης Διεθνούς Διάσκεψης του ΙΝΑΤ, που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο.


Εκτύπωση στις: 2026-06-28
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?tid=14006