
Η ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν ήταν απλώς ένας απολογισμός του έργου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν). Ήταν, ουσιαστικά, μια περιγραφή της Ευρώπης που απαιτεί η νέα διεθνής πραγματικότητα: πιο αυτόνομη, πιο ανθεκτική και ικανότερη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Η διαπίστωση είναι πλέον κοινή. Το δύσκολο είναι το επόμενο βήμα: μπορεί η Ευρώπη να οργανωθεί έτσι ώστε να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;
Ο κόσμος άλλαξε
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν λειτουργεί πλέον στο διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο οικοδομήθηκε. Η αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή Ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει αλλάξει το ευρωπαϊκό περιβάλλον Ασφάλειας. Η Κίνα είναι ταυτόχρονα οικονομικός εταίρος και στρατηγικός ανταγωνιστής. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και στη γειτονιά της Ευρώπης απαιτεί μεγαλύτερη ευρωπαϊκή παρουσία.
Ταυτόχρονα, οικονομία και γεωπολιτική έχουν γίνει πολύ πιο στενά συνδεδεμένες. Ενέργεια, κρίσιμες πρώτες ύλες, τεχνολογία, αμυντική βιομηχανία και υποδομές αποτελούν πλέον στοιχεία της ίδιας στρατηγικής εξίσωσης.
Η Ευρώπη, επομένως, έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να παραμένει μόνο μια μεγάλη οικονομική και κανονιστική δύναμη. Χρειάζεται μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική ικανότητα.
Το πρόβλημα είναι, ότι η πολιτική προσαρμογή της δεν έχει προχωρήσει με την ίδια ταχύτητα.
Η διάγνωση υπάρχει. Η απόφαση λείπει
Η ΕΕ δεν στερείται προτάσεων. Οι Εκθέσεις των πρώην πρωθυπουργών της Ιταλίας, Λέτα και Ντράγκι, η Έκθεση του πρώην προέδρου της Φινλανδίας, Νιινίστο, για την Ασφάλεια και την ετοιμότητα, αλλά και η «Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης» έχουν καταγράψει πολλές από τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη μετάβαση από τη διάγνωση στην πολιτική απόφαση.
Η Ένωση θέλει να ενισχύσει την Άμυνά της, να περιορίσει στρατηγικές εξαρτήσεις, να προστατεύσει την οικονομία της και να αποκτήσει μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος. Όλα αυτά όμως απαιτούν συλλογική δράση και την ικανότητα να λαμβάνονται αποφάσεις εγκαίρως.
Η ομοφωνία στην κοινή εξωτερική πολιτική και ασφάλεια, καθώς και σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα των ευρωπαϊκών οικονομικών, αποτελεί πράγματι θεσμικό περιορισμό. Δεν είναι, βέβαια, η μοναδική αιτία των ευρωπαϊκών καθυστερήσεων. Είναι όμως ένας από τους παράγοντες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της Ένωσης.
Δεν χρειάζεται να καταργηθεί η ομοφωνία παντού. Χρειάζεται να αποφασιστεί σε ποιους τομείς η διατήρηση εθνικού δικαιώματος «βέτο» είναι συμβατή με την ανάγκη μιας Ευρώπης που θέλει να δρα ως γεωπολιτικός παράγοντας.
Γιατί το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι πλέον μόνο τι θέλει να κάνει. Είναι αν μπορεί να το κάνει.
Πόση κυριαρχία μπορούν να ασκούν τα κράτη μόνα τους;
Εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα.
Η συζήτηση για περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παρουσιάζεται συχνά ως ζήτημα μεταφοράς αρμοδιοτήτων από τα κράτη-μέλη στις Βρυξέλλες. Όμως η σημερινή πραγματικότητα θέτει το ερώτημα διαφορετικά.
Πόση κυριαρχία μπορεί πραγματικά να ασκήσει μόνο του ένα ευρωπαϊκό κράτος, όταν αντιμετωπίζει προβλήματα που υπερβαίνουν τις δυνατότητές του;
Η ασφάλεια, η Άμυνα, η ενεργειακή επάρκεια, η τεχνολογική ανταγωνιστικότητα, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η οικονομική ασφάλεια είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Σε αυτούς τους τομείς, η άσκηση κυριαρχίας δεν σημαίνει πλέον μόνο εθνική αυτονομία. Σημαίνει και ικανότητα συλλογικής δράσης.
Αυτό δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε ένα άμεσο ομοσπονδιακό άλμα. Υπάρχουν οι ενισχυμένες συνεργασίες, οι ρήτρες «γέφυρας» των Συνθηκών που ορίζουν την λειτουργία της Ε.Ε., οι κοινές ευρωπαϊκές δράσεις στην Άμυνα και, όπου χρειάζεται, η δυνατότητα αλλαγών στα κείμενα των Συνθηκών.
Το ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος, ώστε η διαφορετική ταχύτητα των κρατών-μελών να μην οδηγεί σε συνολική ακινησία.
Μια Ευρώπη με περισσότερες μορφές συνεργασίας
Σε αυτή τη λογική αποκτά ενδιαφέρον και η πρόταση της φον ντερ Λάιεν για τη δημιουργία καθεστώτος «συνδεδεμένου μέλους» της ΕΕ, με πρώτο υποψήφιο τον Καναδά.
Πέρα από το συγκεκριμένο σχέδιο, η ιδέα δείχνει κάτι ευρύτερο: η Ευρώπη χρειάζεται να σκεφτεί ξανά τις μορφές με τις οποίες οργανώνει τις διεθνείς σχέσεις της
Δεν είναι απαραίτητο κάθε χώρα που επιδιώκει στενότερη στρατηγική σχέση με την ΕΕ, να έχει μπροστά της μόνο την επιλογή της πλήρους ένταξης ή μιας συμβατικής εταιρικής σχέσης. Μπορούν να υπάρξουν διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας, ιδιαίτερα στην Άμυνα, την τεχνολογία, την ενέργεια και την οικονομική ασφάλεια.
Στο ίδιο πνεύμα, η πρόταση για ένα «Συνέδριο της Ευρώπης» το 2027, με αφορμή τα 70 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης -με την οποία ιδρύθηκε η Ε.Ε.- ανοίγει έναν ευρύτερο ορίζοντα συζήτησης για το μέλλον της Ένωσης.
Σε έναν κόσμο μεγαλύτερου ανταγωνισμού, η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερους εταίρους. Χρειάζεται όμως και μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο συνεργάζεται μαζί τους.
Η ώρα της πολιτικής επιλογής
Η ομιλία της φον ντερ Λάιεν έχει, επομένως, σημασία όχι μόνο για όσα ανακοίνωσε, αλλά κυρίως για το ερώτημα που αναδεικνύει.
Η Ευρώπη έχει αντιληφθεί ότι το διεθνές περιβάλλον άλλαξε. Έχει αρχίσει να προσαρμόζει τις πολιτικές της. Αυτό που μένει, είναι να δούμε αν θα αποκτήσει και την αντίστοιχη πολιτική ικανότητα.
Η επιλογή δεν είναι απλώς ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και σε ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος. Είναι ανάμεσα σε μια Ευρώπη που θα συνεχίσει να προσπαθεί να διαχειριστεί συλλογικά τις νέες προκλήσεις με εργαλεία σχεδιασμένα για μια άλλη εποχή και σε μια Ευρώπη που θα προσαρμόσει τους θεσμούς της στις πραγματικές ανάγκες της.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται περισσότερες διακηρύξεις ότι ο κόσμος άλλαξε. Χρειάζεται να οργανώσει τον εαυτό της με βάση αυτή τη διαπίστωση.
Σε έναν κόσμο που κινείται γρήγορα, η αδυναμία κοινής απόφασης περιορίζει την ευρωπαϊκή ισχύ. Το πραγματικό στοίχημα της νέας εποχής είναι αν η Ευρώπη θα μπορέσει να μετατρέψει την επίγνωση της αλλαγής σε ικανότητα δράσης.
Εκτύπωση στις: 2026-09-18
Από την ιστοσελίδα: Ανανεωτική
http://www.ananeotiki.gr/el/sx_PrintPage.php?tid=14066