Γι’ αυτούς που έφυγαν…

Αλέξης Οικονομίδης, περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 02/08/2017


Ο επαναπατρισμός των νέων επιστημόνων που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό, ζήτημα που συζητήθηκε και πάλι έντονα τις τελευταίες μέρες, δεν είναι προφανώς θέμα εκκλήσεων στον πατριωτισμό ή σε κάποια αριστερή, προοδευτική συνείδησή τους. Αν ήταν, θα είχαν ήδη επιστρέψει, μπορεί και να μην είχαν φύγει καθόλου. Για να εκτιμήσουμε και, ενδεχομένως, να επηρεάσουμε τις πιθανότητες κάποτε να επιστρέψουν, όσοι από αυτούς επιστρέψουν, πρέπει πριν απ’ όλα να κατανοήσουμε το γιατί έφυγαν, κάτι που πολλοί φαίνεται ότι δεν κατανοούν. Πάμε, λοιπόν, απ’ την αρχή:

1. Η έξοδος των νέων και μορφωμένων Ελλήνων –το «brain drain», «η διαρροή εγκεφάλων» ή, ακριβέστερα, «η αποστράγγιση της χώρας από εγκεφάλους»– διαφαίνεται ως επερχόμενο ρεύμα από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, εντείνεται μετά το 2013 και οξύνεται το 2015, με τρόπο που να περιγράφεται ήδη ως το τρίτο μαζικό κύμα μετανάστευσης που γνωρίζει η Ελλάδα, μετά από εκείνα του 1903-1917 και του 1960-1972. Υπολογίζεται ότι από το 2008 έως το 2016, περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες έφυγαν από τη χώρα, για την ακρίβεια 427.000, με περισσότερους από τους μισούς να ανήκουν στην κατ’ εξοχήν παραγωγική ηλικία των 25-39 ετών.(1) Ακόμη σκληρότερα τα στοιχεία της Eurostat, υποστηρίζουν ότι το μισό εκατομμύριο των εκπατρισμένων Ελλήνων, για την ακρίβεια 482.000, είχε συμπληρωθεί τρία χρόνια νωρίτερα, ήδη από το 2013, αντιπροσωπεύοντας το 4,4% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.(2)

2. Όσο προφανής είναι η σύνδεση του φαινομένου με την κρίση και τις πολιτικές που επελέγησαν για τη διαχείρισή της –πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, της ύφεσης και της λιτότητας–, άλλο τόσο λανθασμένη είναι η ιδέα πως, χωρίς αυτά, οι περίπου 500.000 εκπατρισμένοι Έλληνες θα βρίσκονταν αμετακίνητοι εδώ, απολαμβάνοντας θέσεις εργασίας, επαγγελματικές ευκαιρίες και επιστημονικές προοπτικές ανάλογες με τα υψηλά προσόντα τους. Πρώτον, γιατί σε συνθήκες όπως οι σημερινές, ευκολότερης κυκλοφορίας ανθρώπων, αγαθών και ιδεών, πολλοί νέοι θα αναζητούν –και πρέπει να αναζητούν– την εμπειρία των σπουδών και της εργασίας σε άλλες χώρες. Και δεύτερον, και κρισιμότερο, διότι οι νέοι με υψηλά προσόντα, ούτε πριν εκδηλωθεί η κρίση εντάσσονταν ομαλά στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της (τότε) Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, το τρίτο τρίμηνο του 2008, σε εποχή δηλαδή όπου η κρίση ελάχιστα και μόνον ως θεωρητικό ενδεχόμενο απασχολούσε ακόμη, η ανεργία μεταξύ των κατόχων μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου (5,9%) ήταν υψηλότερη από εκείνη των αποφοίτων δημοτικού (5,3%) και ακόμη υψηλότερη από εκείνων που δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό (4,7%). Μεταξύ, δε, των γυναικών μεταπτυχιακού ή διδακτορικού επιπέδου, η ανεργία υπερέβαινε και τον γενικό μέσο όρο, φτάνοντας το 7,9% έναντι του 7,2% που ήταν ακόμη τότε για το σύνολο του εργατικού δυναμικού.(3)

3. Θεωρώ ως ιδιαίτερα αποκαλυπτικό παράδειγμα το προφίλ των νέων που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να απασχοληθούν στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, ακριβώς επειδή αφορά την εποχή της θριαμβευτικής, αν και τελευταίας πριν την οριστική κατάρρευση, έκλαμψης της Ελλάδας-πριν-από-την-κρίση. Τα στοιχεία είχε δώσει στη δημοσιότητα, αρχές του 2004, η οργανωτική επιτροπή των Αγώνων και ήταν όντως εντυπωσιακά: Για την κατηγορία των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και για τις πρώτες, λιγότερες από 300, θέσεις, εμφανίστηκαν περίπου 4.000 υποψήφιοι που διέθεταν όλοι μεταπτυχιακό –αρκετοί και περισσότερα του ενός–, γνώριζαν όλοι ξένες γλώσσες –από μία έως και πέντε– και είχαν, αρκετοί από αυτούς, την εμπειρία σπουδών και διαβίωσης στο εξωτερικό.(4) Πολλοί ενθουσιάστηκαν με την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού που επιστράτευε η κ. Αγγελοπούλου, ελάχιστοι ασχολήθηκαν με το πραγματικό ερώτημα: Γιατί τόσες χιλιάδες νέοι, με τόσα προσόντα, ήταν διαθέσιμοι να εργαστούν για 90 έως 120 ημέρες με μια μέτρια αμοιβή και με πιθανότητες να το επιτύχουν λιγότερες του ενός στα δέκα; Διότι, προφανώς, δεν είχαν τι άλλο να κάνουν. Αλλά γιατί δεν είχαν; Διότι η «ισχυρή Ελλάδα» δεν είχε, στην πραγματικότητα, θέση γι’ αυτούς. Διότι η οικονομία της ήταν ανίκανη να τους αξιοποιήσει.

4. Υπάρχει σε πολλούς η εντύπωση πως όλα αυτά οφείλονται σε μια υπερβάλλουσα προσφορά πτυχιούχων, που υπερβαίνει όχι μόνο τη ζήτηση της πραγματικής οικονομίας, αλλά και τα αντίστοιχα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Δεν είναι ακριβές. Το ποσοστό των πτυχιούχων στο σύνολο του πληθυσμού είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο τόσο του ΟΟΣΑ όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, το ποσοστό πτυχιούχων στην Ελλάδα και στις ηλικίες 25-34 είναι 32,4% έναντι 34,2% στην Ε.Ε., στις ηλικίες 25-44 είναι 29,3% έναντι 31,7% και στις ηλικίες 25-64 είναι 25% έναντι 27,1%.(5) Η αδυναμία απορρόφησης του προσωπικού υψηλών προσόντων και εξειδίκευσης, που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία πριν από την κρίση και πήρε διαστάσεις ερημοποίησης στη διάρκειά της, οφείλεται ακριβώς στον χαρακτήρα μιας οικονομίας που δεν παρήγε προϊόντα και υπηρεσίες έντασης γνώσης, και μιας κοινωνίας που αδιαφορούσε επιδεικτικά για ευρύτατα πεδία επιστημών όπως οι ανθρωπιστικές. Με χαρακτηριστική την εξαίρεση των μηχανικών, λόγω του ιδιαίτερου ρόλου της οικοδομής στο αναπτυξιακό αυτό πρότυπο και του θηριώδους προγράμματος δημοσίων τεχνικών έργων που κατασκευάστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια.

5. Όσο αστόχαστη ήταν η προ τριετίας έκκληση προς τους νέους επιστήμονες να μην φύγουν ή και να επιστρέψουν προκειμένου «να αγωνιστούμε όλοι μαζί…», άλλο τόσο είναι και η τρέχουσα προσδοκία ότι θα σταματήσουν να φεύγουν ή και θα γυρίσουν πίσω, καθώς η χώρα βγαίνει από την ύφεση και αναμένει να αυξηθεί κατά τι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν της. Ας το ξαναπούμε: Οι αιτήσεις των άνεργων ή περιστασιακά ετεροαπασχολούμενων νέων επιστημόνων τις οποίες μνημονεύσαμε, υποβάλλονταν μαζικά προς την οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων ενώ το 2003 είχε μόλις κλείσει με αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% και οι προβλέψεις για το 2004 προϊδέαζαν για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, κατά 4,2%...

6. Οι νέοι επιστήμονες θα φεύγουν λιγότερο από την Ελλάδα –κάποιοι μάλιστα που έφυγαν μπορεί και να επιστρέψουν, όχι φυσικά όλοι– μόνον όταν η οικονομία τούς χρειαστεί και μπορεί να τους ενσωματώσει. Άλλωστε, το «return option», η προσπάθεια αξιοποίησης των επιστημόνων που εργάζονται στο εξωτερικό ενθαρρύνοντας την επάνοδό τους με την παροχή κινήτρων, «απέτυχε σχεδόν παντού, εκτός από χώρες που παρουσίαζαν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης».(6) Μόνο ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα, ριζικά διαφορετικό από αυτό που χρεωκόπησε το 2008 και που ακρωτηριασμένο επιβιώνει μέχρι σήμερα, που θα ενσωματώνει περισσότερη γνώση και καινοτομία επιδιώκοντας να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας, με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, θα μπορούσε να ανακόψει τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ενθαρρύνει τον επαναπατρισμό κάποιων απ’ όσους έχουν ήδη μεταναστεύσει. Και αυτό θα το κάνει μόνο του, χωρίς εκκλήσεις ή εντολές από κανέναν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Τράπεζα της Ελλάδος, έκθεση «Φυγή ανθρωπίνου κεφαλαίου: σύγχρονη τάση μετανάστευσης των Ελλήνων στα χρόνια της κρίσης», Καθημερινή, 2 Ιουλίου 2016.

2. Καθημερινή, 6 Σεπτεμβρίου 2015.

3. ΕΣΥΕ, Περιοδική Έρευνα Εργατικού Δυναμικού για το τρίτο τρίμηνο 2008, Δεκέμβριος 2008.

4. Αλέξης Οικονομίδης, «Η μεγάλη αντίφαση», περιοδικό Μεταρρύθμιση, τεύχος 27, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2009.

5. Λόης Λαμπριανίδης, «Επιλέγω Ελλάδα χτίζοντας γέφυρες γνώσης και συνεργασίας», ομιλία στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών της Βουλής των Ελλήνων και της αντιπροσωπείας της Παγκόσμιας Διακοινοβουλευτικής Ένωσης Ελληνισμού, 24 Ιουλίου 2017.

6. Λόης Λαμπριανίδης, ό.π.