Δεν ήταν δυστύχημα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 02/07/2017

Η ετυμολογία της λέξης «δυστύχημα» μας δίνει τον ορισμό της: είναι το κακό που μας συμβαίνει κατά τύχη. Αν όμως υιοθετήσουμε αυτή την κυριολεκτική σημασία, τα δυστυχήματα θα περιορίζονταν στο ελάχιστο.

Γιατί με εξαίρεση να μας έρθει στο κεφάλι μετεωρίτης ή κάτι άλλο εξίσου απίθανο και απρόβλεπτο, τα κακά που μας πλήττουν δεν είναι ποτέ εντελώς τυχαία. Πάντα έχει προηγηθεί το λάθος, η απροσεξία, η ιδιοτέλεια. Και πάντα πρέπει να έπεται ο καταλογισμός της ευθύνης.

Η φωτιά στο Γκρένφελ του Λονδίνου με την εκατόμβη των νεκρών δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δυστύχημα επειδή ήταν η προβλέψιμη συνέπεια του εξής τρόπου σκέψης που εδώ και δεκαετίες έχει αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου: ό,τι είναι να πουληθεί από το Δημόσιο περνάει στα χέρια των ιδιωτών, και ό,τι δεν πουλιέται υποβαθμίζεται.

Φυσικά στην Αγγλία υπάρχουν πολλοί που διαφωνούν. Και στη χώρα μας επίσης, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση (μάλλον για λάθος λόγους, θα έλεγα). Ομως, όσο δίκιο κι αν τους δώσουμε, νομίζω ότι υποτιμούν την απήχηση που έχει μια τέτοια λογική.

Διότι ακόμα κι αν δεχθούμε πως ο απώτερος στόχος των ιδιωτικοποιήσεων είναι ο πλουτισμός των ολίγων, μένει να εξηγήσουμε γιατί τις βλέπουν με καλό μάτι και πάρα πολλοί που πλούσιους δεν τους λες.

Δεν πρόκειται για ομαδική ιδεολογική τύφλωση· απλώς δέχονται το «καλό σενάριο», σύμφωνα με το οποίο, ο ιδιώτης οφείλει να είναι ανταγωνιστικός, δηλαδή να βελτιώνει συνεχώς την ποιότητα του προϊόντος του.

Και για να το πετύχει δουλεύει σκληρά, επινοεί συνεχώς καλύτερους τρόπους οργάνωσης της παραγωγής και, το κυριότερο, αναγκάζεται να απαλλαγεί από λουφαδόρους και χαραμοφάηδες οι οποίοι σε μια ιδιωτική επιχείρηση δεν έχουν την ασυλία που τους προσφέρει ο διορισμός στο Δημόσιο.

Μέχρι εδώ τα πράγματα φαίνονται εύλογα και ρόδινα (αν παραβλέψουμε την ανισορροπία στη σχέση εργοδοσίας – εργασίας, που συχνά οδηγεί στη στυγνή εκμετάλλευση).

Υπάρχει όμως και το «κακό σενάριο», όπως φάνηκε ξεκάθαρα στη φωτιά του Γκρένφελ, όπου το θέμα δεν ήταν η κερδοφορία, αλλά η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας: οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς πιστεύουν ότι το κράτος, δηλαδή οι κανόνες και οι θεσμοθετημένες διαδικασίες που καθορίζουν το πώς ζούμε, είναι ένα αναγκαίο κακό.

Και ως τέτοιο πρέπει να το περιορίσουμε όσο γίνεται, εκχωρώντας τις λειτουργίες του στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό ακριβώς συνέβη. Οι κανόνες που οφείλει να τηρεί ο κατασκευαστικός τομέας (ποιότητα των υλικών, συντήρηση και, τραγικά στην προκειμένη περίπτωση, πυρασφάλεια) χαλάρωσαν σταδιακά και, το κυριότερο, ο έλεγχος για την τήρησή τους πέρασε στους ιδιώτες.

Η λέξη-κλειδί είναι η «απορρύθμιση» και το μεταφορικό της υπόβαθρο ένας μύθος ο οποίος παραπέμπει στον Προμηθέα (δηλαδή τον σημερινό επιχειρηματία), που οι μνησίκακοι θεοί τον αλυσόδεσαν στον βράχο (δηλαδή του επέβαλαν μια σειρά από κανονισμούς) επειδή θέλησε να κάνει τους θνητούς ευτυχισμένους φέρνοντας τον πολιτισμό (δηλαδή την οικονομική ανάπτυξη).

Αξίζει να δούμε από πιο κοντά την περίπτωση γιατί ίσως διαπιστώσουμε πώς λειτουργούν οι ιδεολογίες. Εξ όσων γνωρίζω κανείς δεν κατηγόρησε το δημοτικό συμβούλιο του Κένσινγκτον -προπύργιο των Συντηρητικών στο Λονδίνο- ότι αποφάσισε συνειδητά και κυνικά πως οι ζωές των ανθρώπων αξίζουν λιγότερο από τα κέρδη των επιχειρήσεων στις οποίες είχαν αναθέσει τη συντήρηση των κτιρίων. Απλώς δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί.

Και δεν τους πέρασε από το μυαλό γιατί δεν τους συνέφερε να το σκεφτούν. Ενα σύνηθες λάθος είναι να αποδίδουμε στους αντιπάλους μας την ικανότητα να βλέπουν πολύ καθαρά τις συνέπειες των επιλογών τους και να τις αποδέχονται προκαταβολικά. (Κάτι που φυσικά δεν κάνουμε με τους δικούς μας, για τους οποίους φροντίζουμε να επικαλεστούμε διάφορες δικαιολογίες ή συγγνωστές «αυταπάτες»).

Στην πραγματικότητα όμως, η κυρίαρχη ιδεολογία, όπως τη βιώνουν οι πολλοί, λειτουργεί σαν αυτόματος πιλότος – είναι η κοινή δόξα, το προφανές, το οποίο επικαλούμαστε συνεχώς χωρίς ποτέ να το σκεφτόμαστε.

Γι’ αυτό κάποια συγκλονιστικά γεγονότα –τι πιο συγκλονιστικό από το να βλέπεις ένα κτίριο γεμάτο ανθρώπους να καίγεται χωρίς να μπορεί κανείς να τους βοηθήσει;– ενδέχεται να λειτουργήσουν λυτρωτικά αν μας αναγκάσουν να ξαναθέσουμε τις ερωτήσεις των οποίων τις απαντήσεις μέχρι σήμερα θεωρούσαμε δεδομένες, άρα εκτός συζήτησης.

Αν αυτό συνέβαινε σε κάποια άλλη συνοικία του πάμπλουτου Κένσινγκτον, εκεί που μένουν οι εύποροι δημότες, η φωτιά δεν θα προχωρούσε. Στο Γκρένφελ όμως, όπου η εξωτερική επένδυση του κτιρίου έγινε με φτηνά υλικά, είχαν στοιβαχθεί οι φτωχοί και οι μετανάστες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι